Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Τζων Στανίσλαος Τζόυς : ο πατέρας του Τζαίημς Τζόυς



Ο  Τζων Τζόυς μοναχοπαίδι κακομαθημένο, ενός κακομαθημένου πατέρα που ήταν και εκείνος μοναχοπαίδι. Μια χαρά τα εύρισκαν μεταξύ τους. Ευστροφία , γερό μνημονικό και μια υπέροχη φωνή τενόρου, όλα κληροδοτήθηκαν στον Τζαίημς Τζόυς. Καυχιόταν ότι ήξερε την ιστορία όλων των σπιτιών στο Κορκ.

Παρακολούθησε και πέρασε με επιτυχία το πρώτο έτος της Ιατρικής σχολής, τα δύο επόμενα έτη όμως οι επιδόσεις του στα μαθήματα δεν ήταν καλές. Εξελίχτηκε ωστόσο σε αστέρι όσον αφορά τα σπορ και τις θεατρικές παραστάσεις. Εξαίρετος μίμος και τραγουδιστής. 

Πεθαίνοντας ο πατέρας του σε ηλικία τριάντα εννέα ετών, τον όριζε γενικό κληρονόμο όταν θα συμπλήρωνε το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του, μιας αρκετά σημαντικής περιουσίας στο Κορκ. Σύντομα η μητέρα του αποφάσισε ότι θα ήταν καλύτερα να μετακομίσουν στο Δουβλίνο όπου έλπιζε ότι ο δραστήριος και ανήσυχος γιος της, που εν τω μεταξύ είχε παρατήσει την Ιατρική, ίσως εύρισκε διέξοδο στις ανησυχίες του.

Αργότερα ασχολήθηκε με την πολιτική, επηρεασμένος ίσως από τον συγγενή του Πήτερ Πωλ Μακ Σουίνι, που χρημάτισε Λόρδος Δήμαρχος του Δουβλίνου το 1875. Ο νέος Λόρδος Αντιβασιλέας έσπευσε να τον τοποθετήσει σε θέση καλά αμειβόμενη και χωρίς πολλές ευθύνες, στην Υπηρεσία Είσπραξης Φόρων. Αυτή η θέση του επέτρεψε να παντρευτεί μια νέα ονόματι Μαίρη Τζέην Μάρεϊ ( Mary Jane Murray). Ήταν όμορφη κοπέλα, με ξανθά μαλλιά και μεγάλα αποθέματα υπομονής και αφοσίωσης, που παρά τις προσπάθειες του Τζων Τζόυς, τελικά δεν εξαντλήθηκαν. Η κατανόηση στις εκρήξεις του παρά το γεγονός ότι αυτή δεν τις αποδέχονταν και συνέχιζε να ζει την ήρεμη ζωή της, ο θαυμασμός της για την ζωντάνια και το πνεύμα του ήταν αυτά που έσωζαν αυτόν τον γάμο. Ο Τζων Τζόυς αφοσιώθηκε με ζήλο στην δημιουργία οικογένειας όσο και στην υποθήκευση της περιουσίας που κληρονόμησε.

Το πρώτο τους παιδί γεννήθηκε το 1881 αλλά δεν επέζησε. Το δεύτερο γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1882, ο Τζέημς Αυγούστα (όπως λανθασμένα καταχωρίστηκε) Τζόυς. Ένα χρόνο αργότερα γεννήθηκε η αδερφή του Τζέημς, η Μάργκαρετ και το 1884 ο Τζων Στανίσλαος, ο αδερφός που στάθηκε δίπλα του σε πολλές δυσκολίες παρά τις ιδιοτροπίες του συγγραφέα. Συνολικά γεννήθηκαν και επέζησαν τέσσερα αγόρια και έξι κοπέλες και παράλληλα πραγματοποιήθηκαν έντεκα υποθήκες!

O Τζέημς γέλαγε πολύ με τις αστείες ιστορίες του πατέρα του και τις μετέφερε στους φίλους του και αργότερα στους αναγνώστες του.
Στο Πορτραίτο του Καλλιτέχνη  είναι ο Σάιμον Δαίδαλος τον οποίο ο γιος του περιγράφει ως: «φοιτητή της Ιατρικής, κωπηλάτη, τενόρο, ερασιτέχνη ηθοποιό, φωνακλά πολιτικό, μικροκτηματία, μικροεπενδυτή, πότη, καρντάση, παραμυθά, γραμματέα κάποιου, κάτι σε μια ποτοποιία, φοροεισπράκτορα, φαλιρημένο και νυν υμνητή του παρελθόντος του».
Στον Οδυσσέα είναι και πάλι ο Σάιμον, αλλά συμμετέχει και στον χαρακτήρα του Μπλουμ, στο δε Finnegans Wake είναι το βασικό πρότυπο για τον Ήαργουίκερ.

Τα περισσότερα παιδιά του δεν τον αγαπούσαν  επειδή τους φέρονταν άσχημα ή στην καλύτερη περίπτωση τα αγνοούσε. Είχε όμως αδυναμία στον Τζέημς και τη μικρή του κόρη την Μέημπελ, το στερνοπούλι του.

  Όταν ο Τζων Τζόυς πέθανε το 1931, ο Τζέημς είπε στον Λουί Ζιλέ, « Δεν έκανε ποτέ το παραμικρό σχόλιο για τα βιβλία μου, αλλά δεν μπορούσε και να με αρνηθεί. Το χιούμορ στον Οδυσσέα είναι δικό του, τα πρόσωπα είναι φίλοι του. Το βιβλίο αυτό είναι ίδιο εκείνος». Αλλού συμπληρώνει όχι επικριτικά όμως « Ένας φαλιρημένος ήταν», σαν να ήταν κάτι ευχάριστο, όπως άλλωστε ήταν και ο ίδιος.

Στο Finnegans Wake, ο καλλιτέχνης Σεμ, με την αμφιθυμία που χαρακτηρίζει τη σχέση με τον πατέρα του, « τη μια αρχινάει τις παπαρδέλες (πουφ!) για τον σπουδαίο και πολύ ξηγημένο μπαμπάκα του, τον κύριο Μουρμούρα, που η ιστορία, το κλίμα και τα γλέντια τον κάναν πρώτο στη φαμίλια και στα χρέγια…και την άλλη τανάπαλιν αμολάει τρία γιούχα (πιφ!) σ’ αυτόν τον βρικόλακα, τον καταραμένο, τον λιγδιάρη, το γιαλομαμούνι, τον γκρινιάρη, τον φαφλατά, τον χαζούλιακα, τον έβδομο από τους εφτά βρομοπροδότες, αυτόν που μια ζωή τον έχουνε του κλότσου και του μπάτσου».

Τα γνωστά οικονομικά προβλήματα και το ποτό οδηγούσαν σε καταστάσεις που κάποιες φορές έφταναν και στη βιαιοπραγία. Όπως θυμάται ο Στανίσλαος, ο οποίος μισούσε τον πατέρα του, ο Τζων Τζόυς μια φορά αποπειράθηκε να στραγγαλίσει τη μητέρα τους, πριν προλάβει η δύστυχη να αναρρώσει από τη γέννα ενός μωρού που πέθανε λίγες βδομάδες αφότου το γέννησε. Σ’ έναν παροξυσμό του μεθυσιού του την άρπαξε από το λαιμό ωρυόμενος «Μα το Θεό, ήρθε η ώρα να τελειώνουμε». Τα παιδιά χύθηκαν ουρλιάζοντας ανάμεσά τους, ο Τζέημς πήδησε στη ράχη του πατέρα του ρίχνοντάς τους και τους δυο κάτω. Η κυρία Τζόυς απομάκρυνε κακήν κακώς τα μικρότερα παιδιά από το πεδίο της μάχης και κατέφυγε σε γειτονικό σπίτι. Για την ώρα το σκηνικό με την αθλιότητά του θύμιζε Ντοστογιέφσκι. Σε λίγες μέρες πάντα κατά τα λεγόμενα του Στανίσλαου, εμφανίστηκε ένας υπαρχιφύλακας ο οποίος συζήτησε ώρα πολλή με τον πατέρα και τη μητέρα. Έκτοτε ο Τζων Τζόυς περιοριζόταν μόνο σε απειλές για βιαιοπραγία.

Όλη αυτή η κατάσταση σε συνδυασμό με την συνεχή αλλαγή σπιτιών, συχνά νύχτα με διάφορα πονηρά τεχνάσματα του πατέρα Τζόυς, οδήγησαν τον Τζαίημς σε μια αποστασιοποίηση και αδιαφορία για τις οικογενειακές αθλιότητες. Αυτός συνέχιζε τον δρόμο του.

Ο Τζων Τζόυς ήταν ένας από τους πιο προικισμένους αμαρτωλούς της Ιρλανδίας και ένα μέρος του πολυποίκιλου γόνου του εξελίχτηκε σε μεγαλοφυΐα.




Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011



“James Joyce”
του   Richard Ellmann 1




Mε όσους κι αν μίλησα για το τσιγάρο μόνο δυο Γιώργηδες δήλωσαν ότι απόλαυσαν την πρώτη τους φορά. Για τον Τζόυς ΚΑΝΕΝΑΣ. Όσο για μένα, δεν ξέρω για ποιο λόγο αλλά και για τα δύο προσπάθησα πολύ!


Διαβάζοντας τον «Οδυσσέα» για πρώτη φορά ή έστω αρχίζοντας να τον διαβάζεις αναρωτιέσαι για ποιο λόγο αυτό το βιβλίο κατέκτησε την πρώτη θέση στη «Λίστα των 100 καλύτερων μυθιστορημάτων» ( Random House/Modern Library ,1998 ). Έχει κι άλλη μια πρωτιά, πουλάει ακόμα 100.000 αντίτυπα ετησίως. Αυτές οι αμφιβολίες εξαφανίζονται ή έστω απαλύνονται μετά την ανάγνωση του “ James Joyce” του Richard Ellmann το οποίο κυκλοφορεί και σε ελληνική μετάφραση ( μια εξαιρετική μετάφραση ) από την Αθηνά Δημητριάδου.


Ο Ρίτσαρντ Έλμαν γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου 1918 στο Μίσιγκαν και έζησε μέχρι τις 13 Μαΐου 1987. Σπούδασε και στη συνέχεια έκανε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο του  Yale. Ήταν ειδικός μελετητής και του W.B. Yeats και του Oscar Wilde άλλων δύο Ιρλανδών γιγάντων της Λογοτεχνίας. Το βιβλίο του για τον James Joyce βρίσκεται και αυτό ανάμεσα στα 100 καλύτερα nonfiction βιβλία παγκοσμίως. Η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε το 1959 και η αναθεωρημένη δεύτερη το 1982.



Στην αρχή του βιβλίου διαβάζουμε για τον John Stanislaos Joyce αυτόν   τον διαβολικά ευφυή άντρα, τον πατέρα του James Joyce o οποίος αν και ανήκε σε σχετικά εύπορη οικογένεια πτώχευσε γεμίζοντας το σπίτι του με παιδιά και χρέη. Φανατικός αντικληρικός παντρεύτηκε μια γυναίκα βαθειά θρησκευόμενη και απέκτησε μαζί της 10 παιδιά εκ των οποίων ο  James Joyce ήταν ο πρώτος και ο μόνος που αγαπούσε και θαύμαζε τον πατέρα του, από τον οποίο κληρονόμησε την υπέροχη φωνή τενόρου, την ευφυΐα του, την αγάπη του για τις πλάκες και τον αλκοολισμό του. Ο Joyce πάντα αναζητούσε την αποδοχή του έργου του από τον πατέρα του ο οποίος όμως δεν του την έδωσε ποτέ. Όταν διάβασε το « Οδυσσέας» είπε ότι απορεί γιατί του πήρε του γιου του τόσα χρόνια να γράψει αυτό το βιβλίο, ο ίδιος θα μπορούσε να το είχε γράψει σε μια νύχτα.

Μετά την αποφοίτησή του από το κολέγιο στο Δουβλίνο ο James Augusta 
( όπως κατά λάθος είχε γραφεί στα μητρώα με το θηλυκό του Augustine, το οποίο λάθος δεν παρέλειψε να εφαρμόσει κι αυτός στον ήρωα του «Οδυσσέα» τον Μπλουμ ο οποίος είχε το γυναικείο μεσαίο όνομα ,Πώλα ) Aloysius Joyce πήγε στο Παρίσι με σκοπό να σπουδάσει Ιατρική, σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του και τον Απρίλιο του 1903 αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Δουβλίνο για να προλάβει την μητέρα του που πέθαινε από καρκίνο. Αυτή του ζήτησε να γονατίσει και να προσευχηθεί για κείνη, αλλά αυτός αρνήθηκε. Φαίνεται πως υπέφερε πολύ μετά από τον θάνατο της μητέρας του.

Το 1904 γνωρίζει τη Nora Barnacle που την ερωτεύεται και την πείθει να φύγουν από την Ιρλανδία. Αρχικά έμειναν στη Ζυρίχη και μετά στην Τεργέστη. Τα οικονομικά προβλήματα ήταν μόνιμα στην οικογένεια Joyce, η οποία στις 27 Ιουλίου 1905 αποκτά το πρώτο της παιδί τον Giorgio. Σχεδόν 15 χρόνια ζουν στην Τεργέστη όπου γεννιέται  και η κόρη τους η Lucia, η οποία έμελλε να γίνει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του Joyce, όταν στα 25 της παρουσίασε σοβαρά προβλήματα ψυχικών διαταραχών.

Δυσκολεύτηκε σε όλα ο μεγάλος ποιητής και συγγραφέας James Joyce και ακόμα περισσότερο στην έκδοση των βιβλίων του. Έζησε αυτοεξόριστος από το Δουβλίνο, γράφοντας για το Δουβλίνο.

Πολύ σημαντικό ρόλο στην «ανακάλυψή» του έπαιξε ο ποιητής Ezra Pound  ο οποίος και τον προώθησε.

Το 1914 άρχισε να γράφει τον «Οδυσσέα». Με την έναρξη του Α Παγκοσμίου Πολέμου μετακόμισαν οικογενειακώς στη Ζυρίχη και όταν ο πόλεμος τελείωσε ο Ezra Pound τον κάλεσε να πάει στο Παρίσι όπου κι έμεινε για τα επόμενα 20 χρόνια. Το 1922 στο Παρίσι εκδόθηκε ο «Οδυσσέας» μετά από πολλές δυσκολίες και αμέσως μετά αρχίζει το “Finnegans Wake” το οποίο τελικά εκδόθηκε το 1939 δύο μόλις χρόνια πριν τον θάνατό του στις 13 του Γενάρη 1941 στη Ζυρίχη, όπου είχαν πάλι καταφύγει λόγω του Β Παγκοσμίου Πολέμου, από προχωρημένο έλκος.

Είναι τουλάχιστον άδικο να μιλάς για τη ζωή κάποιου σε 10 αράδες γι αυτό θα επανέλθω με διάφορα επί μέρους θέματα κυρίως για το έργο του αλλά και γι’ αυτόν τον ίδιο, που έκανε τον κόσμο ν’ αγαπήσει το Δουβλίνο που αυτός «μίσησε».

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Ιστορία 5


Ησυχία. Τόση που να πονάνε τ'αυτιά σου. Ειδικά αν έζησες μια ζωή στην πόλη.

Εκείνο το πρωί, Τρίτη ήταν, μάλλον Απρίλιος, παλιά. Άκουγε την ανάσα του διπλανού του στο θρανίο. Όλοι οι συμμαθητές του προσπαθούσαν ν'αντιγράψουν το "Ἂννα, πέτα το τόπι". Αυτός με το μικροσκοπικό μολύβι στην πανέμορφη μυτούλα του, είχε φύγει από την τάξη. Διέσχιζε το λασπωμένο δρόμο που χώριζε το σχολείο από το χωράφι τους, πήγαινε στην καλύβα την μισοερειπωμένη, άνοιγε την πόρτα κι απελευθέρωνε το αρνάκι το μικρό. Τόχε κάνει πολλές φορές αυτό εκείνο το πρωί με το μυαλό του, με το μολύβι στη μυτούλα τη "γαλλική" και τα όμορφα πράσινα ματάκια του να χαίρονται και να λυπούνται εναλλάξ ανάλογα σε ποιο σημείο της ιστορίας βρίσκονταν.

Τον λύτρωσε το κουδούνι.
Έκανε τη διαδρομή με αληθινά βήματα μέσα στη λάσπη, που αν κι Απρίλιος στα ψηλά αυτά χωριά της Πίνδου ήταν παγωμένη ακόμα.
Άνοιξε την πόρτα της καλύβας και τρελάθηκε το αρνάκι!
Άνοιξη βλέπεις, κι ας ήταν κρύο, άνοιξη όμως.
Έτρεχε το αρνάκι στο χωράφι, έτρεχε κι αυτό.
Τι έγινε μετά, πού βρήκε τα σπίρτα, πώς έγινε, δε θυμάται λέει.
Όμως η καλύβα πήρε φωτιά.
Είπαν πως την έβαλε το μικρό.
Του κάνανε και δίκη!
Και δεν ξέρω πόσα χρόνια έφαγε, με αναστολή!

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Iστορίες 4


Άδειος δρόμος, τα σπίτια κλειστά, στραπατσαρισμένα, βουβά. Μπαίνει το τανκ, βουβό κι αυτό και ξαφνικά ακούγονται οι ριπές του. Στα σπίτια, στον άδειο δρόμο. Τον φτωχικό. Κι αυτός που πυροβολεί μέσα από την ασφάλεια του τανκ, φτωχός κι αυτός. Και τότε ακούγεται μια φωνή, απ' το πουθενά..βιάζομαι να διαβάσω την μετάφραση: " Ο Θεός είναι Μεγάλος".
Ειδήσεις, Συρία, 19 Νοεμβρίου 2011.


Περπατούσε σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας, σχεδόν αμέριμνος, σχεδόν αφηρημένος. Είχε πάρει έναν νοστιμότατο, ανθυγιεινότατο "πιτόγυρο" με μπόλικο κρεμμύδι και πατάτες τηγανητές. Με γιαούρτι. Έτοιμος να καταπιεί την πρώτη μπουκιά και να ξαναορμήξει για την δεύτερη. Ζεστή η πίτα. Ξαφνικά κάποιος πέρασε μπροστά του τρέχοντας και χραπ του άρπαξε την πίτα από το χέρι. Κόντεψε να πνιγεί. Πρόλαβε και είδε την μελαψή επιδερμίδα στο σβέρκο ανάμεσα στα μαύρα ίσια μαλλιά και το φούτερ.
Αθήνα, Οκτώβρης 2011


Βγήκε βόλτα με το καρότσι, ευχαριστημένη, με το σπίτι στην τρίχα, όλα στη θέση τους. Ακόμα και το σκουπόξυλο ήταν χαριτωμένο! Η μικρή στο καρότσι, ένα όμορφο αντίγραφο, δύο χρόνων. Με κορδελίτσα στα μαλλιά, γυαλιά ηλίου και πανέμορφα άσπρα πεδιλάκια. Οι παιδικές γαμπούλες μαυρισμένες από τον ήλιο του νησιού. Της Ελλάδας, που ομορφαίνει τον πλανήτη. Ξαφνικά γυρίζει το κεφάλι δεξιά, στο χαντάκι. Ένας Άγγλος τουρίστας γύρω στα είκοσι. Φαίνεται να έχει κοιμηθεί εκεί τη νύχτα. Βλέμμα χαμένο. Βγάζει από την τσέπη του πεντοχίλιαρα και τα στουμπώνει στο στόμα του. Και σπρώχνει να χωρέσουν! Χάθηκε ο ήλιος και η ομορφιά. Έτσι.
Σπέτσες, Αύγουστος 1990


Πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Σκοτάδι. Έχει μια λαχτάρα δυνατή να φωνάξει μέσα στη νύχτα πόσο ερωτευμένη είναι. Είναι ο πρώτος έρωτας. Είναι ο απαγορευμένος έρωτας. Είναι ο άντρας απ' όλα. Μόνο να περπατάνε δίπλα δίπλα ήθελε και να τον ακούει ν' αναπνέει. Ξαφνικά, εκεί στο πεζούλι το στενό του πάρκου πίσω από τον Σταθμό, στην αρχή μια σκιά, μετά μια κοπελιά κι ο λυγμός της. Αστραπή ο ξένος πόνος. Ξαφνικά, βρομούσε ο τόπος ούρα.
Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 1975

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

ιστορία


Τριβή ίσον θερμότης. Αυτό ήταν το μόνο που έμαθα από Φυσική στο σχολείο. Η καημένη η Χρυσουλίδου δεν τα κατάφερε να μου μάθει περισσότερα. Αυτή για τους δικούς της λόγους μπέρδευε τα λόγια της και δημιουργούσε ανέκδοτα. Όπως όταν σκόνταψε στην έδρα και είπε " Βρε παιδιά, πώς ψήλωσε έτσι αυτή η έδρα;" Στο βάθρο δηλαδή σκόνταψε, στο βάθρο επάνω στο οποίο βρίσκονταν η παντέρμη η έδρα.

Τριβή ίσον θερμότης. Το είχα μάθει κι από μόνη μου πολύ πριν τη Χρυσουλίδου. Τότε που οι χειμώνες ήταν πολύ κρύοι στη Θεσσαλονίκη. Πολλές φορές χιόνιζε και όταν μετά έβγαζε και Βαρδάρη και πάγωνε το χιόνι μπορούσες να γλιστρήσεις πολύ εύκολα. Πόση ψυχούλα μπορεί να είχε ένα μικρό κορίτσι εφτά χρονών που ζύγιζε 25 κιλά επί πολλά χρόνια, ώστε να μην φοβάται το γλίστρημα αυτό; Κουβαλούσε ένα μικρό κυλινδρικό ντενεκεδάκι, μέχρι τη μέση γεμάτο με στάχτη από τη σόμπα κι από πάνω κάρβουνα. Τα σκέπαζε η γιαγιά με στάχτη για να μην σβήσουν. Είχε το ντενεκεδάκι ένα στραπατσαρισμένο σύρμα για χερούλι. Μια πλατιά επίπεδη πέτρα για καπάκι, για να μην καίγεται το χεράκι το κοκαλιάρικο, το μπλαβισμένο.
Πώς μπορούσε και χαμογελούσε και χαίρονταν; 

Μόλις είχε σχολάσει από το σχολείο, τρίτη δημοτικού!
Έφαγε ελάχιστα γιατί ποτέ δεν πείναγε και επίσης ποτέ δεν της άρεσαν τα φαγητά. Στο σπίτι. Ούτε στο εστιατόριο. Μόνο τα γλυκά από το Ζαχαροπλαστείο " Ο Ήλιος". Και το σαλάμι, έτσι την έλεγαν την πάριζα τότε..το '60 στη Θεσσαλονίκη. Μόλις είχε κυκλοφορήσει στα μαγαζιά. Αλλαντοπωλείον " Η Μικρή Ολλανδέζα". Σχεδόν νηστική, με τα κάρβουνα στο κουβαδάκι, με το παλτό το κόκκινο από πρόπερσι, ήταν τυχερή που δεν χόντραινε, δεν ψήλωνε οπότε της έρχονταν μια χαρά. Κόκκινο. Τσόχα! Ξεκινούσε από το σπίτι για το περίπτερο. Στο άλλο χέρι, το αριστερό, τα βιβλία και τα τετράδια. Της τρίτης δημοτικού. Μη φανταστείτε πολλά, κανα δυο. Χαίρονταν. Δεν κρύωνε καθόλου. Όταν σταματούσε για λίγο έτριβε τα δυο χεράκια, το ένα το ξυλιασμένο με το άλλο το ζεστό, "τριβή ίσον θερμότης", ξαναφορτωνόταν αυτά που κουβαλούσε και συνέχιζε. 
Ήξερε καλά τον δρόμο.
Όταν έφτανε στην Αντιγονιδών, άλλος κόσμος. Η αγορά, κόσμος πάνω κάτω, μαγαζιά, περίπτερα. 
Πλησίαζε. 
Χαίρονταν όλο και πιο πολύ. 
Έφτανε.
Η καρδούλα χτυπούσε πιο δυνατά.
Έπαιρνε τη στροφή, έμπαινε στην Εγνατία.
Έστριβε δεξιά προς το Βαρδάρη.
Νάτο.
Το περίπτερό μας.
Το περιπτεράκι μας. 
Η μανούλα μου με το κεφαλάκι προς τη μεριά μου.
Με περιμένει.
Μου χαμογελάει.
Μ' αγαπάει. 
Η γλυκιά μου, η τρυφερή μου μανούλα! 
Ξανθιά, όμορφη, χαμογελαστή.
Μια ζεστή αγκαλιά.

Καθόλου δεν κρύωνα τους χειμώνες αυτούς στη Θεσσαλονίκη. 

Είχα και τα κάρβουνα βλέπεις.


Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Από τους τυχερούς της ζωής!




Κρατάς ένα παιδί στην αγκαλιά σου. Σφιχτά. Όλος ο κόσμος εκεί, στη θέση του το κάθε τι. Ξαφνικά το μικρό δε χωράει στην αγκαλιά σου και παραξενεύεσαι. Κάτι άλλαξε στον κόσμο. Όταν αρχίζει να μη θέλει πολλές πολλές αγκαλιές στην καλύτερη περίπτωση, χαμογελάς μουδιασμένα. Στο τέλος, χρειάζεται να μάθεις ν'αγκαλιάζεις το μαξιλάρι σου αν δε σου χει μείνει σύντροφος. Να αναπολείς όλες τις αγκαλιές που είχες και αυτό όχι με λύπη. Με ευγνωμοσύνη. Ναι. Δεν ξέρω σε ποιόν. Στη ζωή, ας πούμε.

Ήσουν από τους τυχερούς της ζωής.
Πόσο αλήθεια είναι αυτό; 

" Ήμουν από τους τυχερούς αυτής της ζωής. Έζησα γερά, δυνατά. Έζησα την αγάπη, τη φιλία, τι άλλο; Λεφτά; Τα περιφρονώ. Μόνο προβλήματα φέρνουν είτε με την παρουσία είτε με την απουσία τους."
Λόγια ξεπερασμένα ,παλιά, παλιατζούρες.
Η ζωή σου παλιατζούρες.
Όχι μωρέ, μην τρελαίνεσαι. Απλώς, άλλες εποχές τότε. Τότε. Τώρα; Τι εποχές είναι τώρα; Σαν όλους τους γέρους θα κάνεις τώρα κι εσύ; Τι καλά ήταν τότε; Σιγά μην ήταν καλά τότε. Σκατά ήταν. Περίμενα με αγωνία να ξημερώσει για να βγω να παίξω!!Χα χα. Τέλειο . Κουκουλωμένη με το πάπλωμα, το μάλλινο , το ποντιακό, τις πιο πολλές φορές "βρεγμένη" και στεγνωμένη από ώρα, περίμενα να ξημερώσει. Είχα μεγάλη λαχτάρα να δω το φως και να βγω έξω. Στο πάρκο. Μη φανταστείς. Το πάρκο με τα περιστέρια. Στα παιδικά μου μάτια φάνταζε ο παράδεισος βέβαια. Και ήταν όμορφο, σε μια περίοδο που η Ελλάδα ήταν γεμάτη παράγκες, αληθινές παράγκες. Με τσίγκινες σκεπές. Της κυρίας Δέσποινας δεν είχε τσίγκινη σκεπή. Είχε κεραμίδια. Εκεί πέταγα τα δόντια μου, τα παιδικά και όλο λαχτάρα έλεγα το ποιηματάκι "Έλα πουλάκι και πάρε το δοντάκι και φέρε μου ένα κόκκινο φουστανάκι". Χα χα. Που είναι το αστείο; Στη λαχτάρα. Πάντα ήλπιζα. Η αγαπημένη μου νεράιδα κάποια στιγμή μου το έφερε. Η Καλυψώ! Μου έφερε ένα κόκκινο φουστανάκι και κόκκινες κάλτσες και κόκκινα παπουτσάκια και μου τα φόρεσε!!! Τέλειο.

Στο πάρκο είχαν βάλει κάτι στύλους με ξύλινα σπιτάκια για περιστέρια! Ένοιωθα περήφανη που ζούσα δίπλα σ'ένα τέτοιο πάρκο. Και απολάμβανα να παίζω σ' αυτό. Έπαιζα πολύ. Κρυφτό, κυνηγητό, κουτσό, αγιούτο, πόλεμο, σχοινάκι, σπιτάκια. Ήταν όμως τότε με τον "δράκο" της Θεσσαλονίκης και όταν νύχτωνε, αν και εγώ δεν είχα το πρόβλημα να με φωνάζουν μέσα άγριες φωνές μανάδων σαν τη Σούλα τη χοντρή, έπρεπε να πάω μέσα γιατί μπορεί να έρχονταν ο δράκος. Τον κακόμοιρο τον Παγκρατίδη. Αυτόν έπιασαν στο τέλος για να ησυχάσει ο κόσμος, να πάψει ο φόβος. Μέχρι την τελευταία στιγμή φώναζε ότι ήταν αθώος. Τον πίστευα. Τότε όμως που δεν τον είχαν πιάσει ακόμα, " έμπαινα μέσα" , έκλεινα την πόρτα με τον γάντζο. Άφηνα το παραθυράκι ανοιχτό να χώνει η μάνα το χεράκι της, να ανοίγει το σύρτη και να μπαίνει, όταν σχόλαγε στις δύο και τρεις τη νύχτα. Από το περίπτερο, που έμενε ανοιχτό τόσο αργά. Εκείνα τα χρόνια. Το εξήντα. Στη Θεσσαλονίκη. 

Ήμουν από τους τυχερούς της ζωής. 
Ήμουν;

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Εσύ είσαι δυνατή!


Μια ιστορία


Ήμουν έξω. Με φώναξαν μέσα να τον φιλήσω. Κάποιος από τους μεγάλους, δεν θυμάμαι ποιος, μα δεν έχει και καμιά σημασία πια. Η μεγάλη, έλεγαν φοβάται αλλά το νινί είναι γενναίο, φέρτε το να τον χαιρετήσει. Εξ άλλου αυτό-ουδέτερο- του είχε αδυναμία αλλά και αυτός το αγαπούσε πολύ. Ίσως από αίσθημα δικαίου γιατί όλοι οι άλλοι στην άγνοιά τους ξεχώριζαν την μεγάλη, τρελλαινόντουσαν με την μεγάλη έτσι κι αυτός σαν ένα καλός μπαμπάς έδειξε αδυναμία στη μικρή. Για λίγο, έξι χρόνια. Τα πρώτα έξι χρόνια της ζωής της ή μάλλον του, του νινιού. Της δικιάς μου ζωής δηλαδή. Φοβόμουν πάρα πολύ να αντικρύσω τον πεθαμένο, όμως ήμουν γενναία, έτσι πήγα μέσα.
Το φέρετρο κάθετα στο σαλόνι. Αυτός ξαπλωμένος κανονικά. Με παράτησε, σκέφτομαι. Με παράτησε κι έφυγε. Δεν έφυγε ποτέ το συναίσθημα αυτό. Έμεινε εκεί στην ίδια θέση. Στο στήθος μου, το μικρό, το άδειο, αριστερά. Να φτερουγίζει από τότε όποτε τύχαινε κάτι δυσάρεστο.
Όσο ήμουν έξω με τις φίλες μου μου τραγουδούσαν, "Νινί, νινί πέθαν' ο μπαμπάς σου". Τα κακόμοιρα κι αυτά. Σ' αυτήν την άθλια γειτονιά που γεννήθηκαν, σ'αυτήν την άθλια εποχή. Θεσσαλονίκη, πάρκο με τα περιστέρια, 1961. Σεπτέμβριος. Ο μήνας μου. Θα μας πήγαινε στην Έκθεση την άλλη μέρα και τις δύο..νιρακάκι, μπουλαρακάκι χα χα του άρεσε να παίζει με τα ονόματα ,τα χαϊδευτικά βέβαια. Τώρα όμως ούτε νιναρακάκι ούτε μπουλαρακάκι έλεγε. Ξάπλωνε μόνο και ωωωω Θεέ μου, τώρα το είδα! Χαμογελούσε! Αλήθεια χαμογελούσε. Λες..λες να μην..λες να σηκωθεί τώρα; Παναγία μου! Γιαγιάδες ή μαυροφόρες απλώς, στο δωμάτιο, χάθηκαν. Μείναμε εγώ κι αυτός και το χαμόγελό του. Δεν θα είμασταν ποτέ ξανά εγώ κι αυτός. Και πάντα θα μου έλειπε να είμαστε εγώ κι αυτός. Η πρώτη μεγάλη αγάπη της ζωής μου. Πέθανε. Δηλαδή τι; Πέθανε παιδί μου, πέθανε. Πήγε στον άλλο κόσμο. Ποιον άλλο κόσμο; Κομμουνιστές όλοι τους, δεν ξέρω εγώ άλλους κόσμους. Πως να παρηγορηθώ; Κάτσε εκεί και σώπα. Εσύ είσαι δυνατή. Σκύβε τώρα, σκύβε να τον φιλήσεις. Τέλος. Έγινε. Αυτό ήτανε. Είδες πόσο απλό; Τελείωσε.
Μετά ξαφνικά πέρασαν πέντε χρόνια. Και εκείνη η κακομοίρα η μάνα που έκατσε 6 χρόνια παντρεμμένη και μετά πάπαλα στα 34 της, έγινε 39 και ακόμα φόραγε μαύρα. Και μαύρο κότσο τα μαλλιά! Μαυρίλα σκέτη. Εγώ είπα "δεν θα φορέσω μαύρα". Και δεν φόρεσα ούτε στην κηδεία της, ούτε μετά όταν βρέθηκα στη θέση της. Μετά λοιπόν αυτός ο φτωχός- pauvre λέω- δάσκαλος, μου θύμισε το κακό όταν μπροστά σε όλη την τάξη, πριν μου δώσει τον έλεγχό μου, λέει το όνομα, το επίθετό μου και προσθέτει " πήρες 10, κανονικά έπρεπε να πάρεις 9 αλλά επειδή είσαι ορφανό σου έβαλα 10". Τότε τα θυμήθηκα όλα και αποφάσισα "να κάνω πάντα για δέκα". Τον ξαναείδα, τον κακόμοιρο τον δάσκαλο λέω, χρόνια πολλά αργότερα από το παράθυρο του φροντιστηρίου, την ώρα που έκανα μάθημα, την εποχή που έψαχνα να καλύψω τα κενά που έμειναν εδώ αριστερά, και βέβαια πάγωσα. Ήταν παππούς, ψηλός, λιγνός και γκριζομάλλης. Μετά συνέχισα. Και τώρα πάλι που πέρασαν σχεδόν τρία χρόνια μετά από τον δικό σου θάνατο, έρωτά μου, και τώρα πάλι θα συνεχίσω. Πως διάολο γίνεται αυτό δεν ξέρω. Δεν είμαι η πρώτη που αναζητάει την απάντηση, ναι αλλά η δική μου η ζωή είναι αυτή και το ψάχνω εγώ και δεν με νοιάζει αν το έχουν ψάξει κι άλλοι χίλοι, μύριοι. Δεν με νοιάζει. Εγώ θέλω να ξέρω πως ένα τόσο δα νινί βρίσκει το κουράγιο πάντα τόσα χρόνια τώρα, πενήντα έξι συναπτά, και προχωράει. Τρώει τις μπάτσες και συνεχίζει και έχει και το θράσος και χαμογελάει. Και συνεχίζει.
Μούλεγες θα ζήσω πάνω από εκατό και γω το πίστευα γιατί πάντα ήσουν τόσο υγιής! Το είπε και ο γιατρός στο τσεκ απ 10 μέρες πριν την κάνεις μπαμπέσικα. Το είπε. Κι αυτός μαλακίες έλεγε: " Εσύ με αυτήν την καρδιά θα ζήσεις εκατό χρόνια". Μόλις συμπλήρωσες τα πενήντα και πενήντα μέρες, έφυγες. Έτσι ξαφνικά. Και μείναμε εμείς να κοιτάμε τους τοίχους. Τους τοίχους του σπιτιού που εσύ έχτισες. Τώρα; Συνεχίζουμε παιδιά, έδωσα το σύνθημα και ξεκίνησε πάλι ..το τρενάκι.

Σάββατο 30 Απριλίου 2011


Tο Μέγαρο Γιακουμπιάν

The Yacoubian Building


Θυμίζει σαν θεματολογία το "10" του δικού μας του Μ. Καραγάτση.
Το μέγαρο Γιακουμπιάν είναι μια υπαρκτή πολυκατοικία σε κεντρικό δρόμο του Καΐρου που χτίστηκε την δεκαετία του 1930 και υπάρχει ακόμα.

Ο οδοντίατρος και συγγραφέας του βιβλίου Al Aswany περιγράφει με μαεστρία τη ζωή των ενοίκων της πολυκατοικίας, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα τοιχογραφία της σύγχρονης Αιγυπτιακής κοινωνίας καθώς αντιπροσωπεύονται όλες οι τάξεις, από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη του μεγάρου μέχρι τους φτωχούς κατοίκους της ταράτσας του κτιρίου.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2002 και δημιούργησε πολλές συζητήσεις και έντονες διαφωνίες στη χώρα του όπως αναμένονταν καθώς ο συγγραφέας του δεν δίστασε να παρουσιάσει ρεαλιστικά πολλές πτυχές της σύγχρονης Αιγυπτιακής κοινωνίας: έναν ευγενή ομοφυλόφιλο που ψάχνει την αγάπη και όχι μόνο τον έρωτα, διεφθαρμένους πολιτικούς που είναι μπλεγμένοι σε βρώμικες υποθέσεις, αθέμιτους τρόπους πλουτισμού και θρησκευτική υποκρισία. Δείχνει πόσο δύσκολο είναι να ανέβει κοινωνικά ένας φτωχός γιος, απλά και μόνο επειδή ο πατέρας του είναι θυρωρός και που τελικά γίνεται μάρτυρας του ισλάμ.

Το βιβλίο είχε τεράστια επιτυχία στον αραβικό κόσμο και ήρθε δεύτερο σε πωλήσεις μετά το Κοράνι. Το 2006 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Marwan Hamed σε μια από τις ακριβότερες παραγωγές του Αιγυπτιακού κινηματογράφου και προβλήθηκε με μεγάλη επιτυχία στην Αίγυπτο αλλά και στο εξωτερικό, όπως στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Από τα αρνητικά του, ότι μεταφράστηκε από την αγγλική και τη γαλλική μετάφραση.

Αξίζει να το διαβάσει κανείς έστω και μόνο για να πάρει μια γεύση από μια κοινωνία ξένη, έτσι που μόνο η καλή λογοτεχνία μπορεί να τη δώσει.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011


“O Χρόνος Πάλι”

της Σώτης Τριανταφύλλου



Αυτό το βιβλίο της Σώτης μου άρεσε, μου άρεσε πολύ. Είναι πολύ καλή όσο μεγαλώνει. Δεν ξέρεις τι είναι αλήθεια και τι όχι από αυτά που γράφει, αλλά αυτό δεν έχει καμμιά σημασία. Είναι σίγουρα αυτοβιογραφικό σε πολλά σημεία, αλλά όχι σε όλα. Κάποιες στιγμές νόμισα ότι περιέγραφε δικά μου πράγματα! Πάντα σ'αρέσει όταν διαβάζεις ιστορίες που μοιάζουν με τη δική σου, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που μου άρεσε το συγκεκριμένο βιβλίο. Ήταν ότι το δούλεψε τόσο πολύ και τόσο έξυπνα που μου θύμισε καλή αγγλική λογοτεχνία που θαυμάζω και αγαπώ.

Λίγα από τα αποσπάσματα που σημείωσα:

  • “....τρεις γείτονες που ξεπαρκάρουν για να πάνε να παρκάρουν αλλού-κοντά στη δουλειά τους(πόσο “κοντά” είναι το κοντά;) αναρωτιέμαι: αντιλαμβάνονται ότι αυτή η στιγμή αυτή το υπέρλαμπρο πρωινό δεν θα ξανάρθει ποτέ; Συνειδητοποιούν ότι ζούμε τώρα, εδώ, κι ότι όλα είναι επισφαλή, εύθραυστα και πρόσκαιρα; Ότι ίσως αυτή η παριζιάνικη άνοιξη να είναι η τελευταία μας; Ο θάνατος καραδοκεί στις διασταυρώσεις:ένα λάθος, μια παράβαση του κώδικα, ένας άτυχος συγχρονισμός..μια γρουσουζιά..Το μέταλλο των αυτοκινήτων έχει την τρομερή ιδιότητα να γίνεται κομματάκια, να ανοίγει στις ραφές...Θυμούνται ακόμα, κάθε πρωί, πριν ξεχυθούν στις λεωφόρους, βλαστημώντας όταν τους σταματούν τα κόκκινα φανάρια, ότι το Παρίσι είναι η ωραιότερη πόλη στην Ευρώπη;”

  • Το κάθε βιβλίο γράφεται σε ένα-δύο χρόνια σ' αυτά προστίθενται άλλα τριάντα, αφανή....

  • Πάντα ήθελα να γίνω συγγραφέας επειδή δεν είχα αρκετή εμπιστοσύνη στον εαυτό μου ώστε να γίνω κάτι άλλο στην πραγματικότητα περιφρονώ το συγγραφιλίκι-όταν δεν είσαι και δεν μπορείς να γίνεις “μεγάλος” συγγραφέας. Τον να έχεις τον τρόπο σου με τις λέξεις δεν είναι δα τίποτα σπουδαίο. Όταν ένας άνθρωπος διαθέτει ένα καλό όπλο δεν είναι αυτομάτως καλός κυνηγός ή καλός πολεμιστής.....”

  • “ Ύστερα, μια μέρα, άνθρωποι που ξέρεις, άνθρωποι που αγαπάς, φεύγουν από τη ζωή ή παθαίνουν ατυχήματα΄ ή γίνονται τρομερά δυστυχισμένοι, απαρηγόρητοι: ότι μέχρι τότε φαινόταν αβλαβές και φιλικό, μετατρέπεται σε όργανο αφανισμού. Ακόμα κι ένα ποδήλατο μπορεί να σε σκοτώσει. Σιγά-σιγά, μαθαίνεις να ζεις με το φόβο της απώλειας.”

Δεν ξέρω τι σκέφτονταν όταν και αν της πέταξαν αυγά στην παρουσίασή της στα Εξάρχεια αλλά ....όταν μεγαλώσουν και καταλάβουν ότι κάποιος μπορεί να έχει διαφορετική άποψη από αυτούς, τότε μπορούμε να συζητήσουμε. Όταν δεν μπορούμε να μιλήσουμε, πετάμε αυγά ή ότι ..νάναι τέλος πάντων.

Όχι μόνο το συνιστώ για διάβασμα, αλλά και για την βιβλιοθήκη.

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Ιμαρέτ


"Ιμαρέτ Στη σκιά του ρολογιού"

του Γιάννη Καλπούζου

Το βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου το δέχτηκα σαν δώρο με την αφιέρωση:
" Συμβολικό αντίδωρο για όσα μας προσέφερες.
Θερμά ευχαριστώ,
Αριστοτέλης, Γεράσιμος."

Και ειλικρινά ευχαριστώ στους φίλους γιατί δεν ξέρω αν το εύρισκα μπροστά μου και τότε θα έχανα ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα από κάθε άποψη.

Η ιστορία του υπέροχη και αν δεν είχες τις πληροφορίες για τον συγραφέα θα νόμιζες ότι ήταν παρών στη ζωή των μέσων του 19ου αιώνα στην Άρτα που ήταν ακόμα υπο τουρκική κατοχή.Και όμως ο Γιάννης Καλπούζος γεννήθηκε στα 1960 στις Μελάτες της Άρτας. Έδωσε με καταπληκτική αφηγηματική την ιστορία και την φιλία δύο αγοριών ενός Έλληνα κι ενός Τούρκου από την νύχτα που γεννήθηκαν, την ίδια εκείνη νύχτα που δολοφονείται και ο πατέρας του Έλληνα Λιόντου, τη νύχτα της 11ης Απριλίου 1854 μέχρι το 1881 που γίνεται η ειρηνική παράδοση της Άρτας από τους Οθωμανούς στους Έλληνες. Είναι καταπληκτική η περιγραφή της αποχώρησης των Τούρκων από τη γή όπου ζούσαν για αιώνες και ο αντικειμενικός τρόπος με τον οποίο χειρίζεται την ιστορία του ο συγγραφέας.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι τόσο αληθινοί που νομίζεις ότι τους γνωρίζεις από καιρό.
Ο Λιόντος και ο Νετζίπ που συγκινούν με την αληθινή αδερφική τους φιλία και μοιράζονται εναλλάξ τα κεφάλαια του βιβλίου. Η ελληνίδα μάνα, ο τόυρκος αδερφός του ομογάλακτου του Λιόντου, Νετζίπ που αντιπροσωπεύει τους εθνικιστές Οθωμανούς κατακτητές σε αντίθεση με τους περισσότερους ομοεθνείς του που απολαμβάνουν τη συντροφιά όχι μόνο των ελλήνων αλλά και των εβραίων κατοίκων της πόλης της Άρτας. Ο συμπαθέστατος μορφωμένος και καθόλου εθνικιστής παπούς του Νετζίπ, ο Ισμαήλ που προτιμά να πεθάνει στην πόλη που γεννήθηκε και έζησε, την πόλη του την Άρτα, παρά να ακολουθήσει την οικογένεια του στην προσφυγιά και ο οποίος γνωρίζει τόσα για την ιστορία της πόλης και του Ρολογιού-που δεν γνωρίζω αν υπάρχει ακόμα στην Άρτα.

Η πλοκή του βιβλίου που ακολουθεί την ιστορία των ηρώων αλλά και του τόπου όπου ζουν.

Πολύ καλή λογοτεχνία, σας τη συνιστώ!

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Επικοινωνία

Πρώτα είναι κάποια αισθήματα.
Αυτά πρέπει να μετατραπούν σε εικόνες.
Αυτές με τη σειρά τους σε λόγια, ανάλογα με το λεξιλόγιο του καθενός. 
Εδώ βέβαια μπαίνει και το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται o ομιλητής.
Ποιό είναι, τι σχέση έχει μαζί του, τι θέλει να μεταδώσει, κάποια πράγματα όπως τα νοιώθει, μήπως να τα αλλάξει λίγο μη και....;
Και ακόμα είμαστε στο πρώτο κομμάτι της επικοινωνίας με τον άλλο! 
Κατόπιν, ακολουθεί κάποια αντίστροφη διαδικασία. 
Για να μπορέσει ο δεύτερος ομιλητής να αντιληφθεί το νόημα των λέξεων του συνομιλητή του, χρειάζεται να μετατρέψει τα λόγια που άκουσε, σε εικόνες ανάλογα βέβαια πάλι με αυτά που κουβαλάει μέσα του.
Πως αντιλαμβάνεται το συγκεκριμένο λεξιλόγιο του πρώτου συνομιλητή; 
Σε κάποιες εικόνες θα μετατραπούν αυτά τα λόγια.
Τι είδους εικόνες θάναι αυτές; 
Πόσο ίδιες θα είναι με αυτές που είχε στο μυαλό του αυτός που προσπαθεί να τις μεταδώσει;
Και φυσικά αυτές τις όποιες εικόνες τελικά σχημάτισε ο δεύτερος συνομιλητής θα χρειαστεί να τις μεταφράσει σε αισθήματα!
Πόσες πιθανότητες έχει ο δεύτερος συνομιλητής να κατανοήσει την εμπειρία του πρώτου;
Όσο καλές προθέσεις κι αν υπάρχουν.
Δεν μοιάζει λίγο με κείνο το παιχνίδι που παίζαμε μικροί;
Το χαλασμένο τηλέφωνο; 
Και όμως κάτι υπάρχει που βοηθάει στο ξεπέρασμα όλων των παραπάνω δυσκολιών στην επικοινωνία.
Μπορείτε να βοηθήσετε με μια απάντηση;
Αν υπάρχει κανείς που μ'ακούει.
Αν υπάρχει απάντηση. 
Αν υπάρχει χρόνος να διατεθεί.
Αν υπάρχει διάθεση.

tohu va-bohu: Gruesome Carnage of the Joyce Wars

tohu va-bohu: Gruesome Carnage of the Joyce Wars

James Joyce and the Nutty Professor | The New York Observer

James Joyce and the Nutty Professor | The New York Observer

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Η Εκδοτική Οδύσσεια του “ Οδυσσέα ”

  • Το “ Ulysses “ εκδίδεται για πρώτη φορά στις 2 Φεβρουαρίου του 1922 από τον εκδοτικό οίκο Shakespeare and Company που ανήκει στην Αμερικανίδα Sylvia Beach και βρίσκεται στο Παρίσι. Προηγουμένως είχαν δημοσιευτεί αποσπάσματα του βιβλίου σε δύο λογοτεχνικά περιοδικά ένα αμερικάνικο και ένα αγγλικό.

  • Το 1934 το δικαστήριο στην Αμερική αποφαίνεται ότι το “ Ulysses “ δεν είναι πορνογραφικό βιβλίο και έτσι εκδίδεται από τον οίκο Random House.

  • Στην Αγγλία η πρώτη απεριόριστης κυκλοφορίας έκδοση του Ulysses γίνεται το 1937,πέντε μόλις χρόνια πριν το θάνατο του Joyce, από τον οίκο Bodley Head.

  • Το 1977, ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου Hans Walter Gabler επιχειρεί μία αναθεώρηση της κλασσικής έκδοσης του βιβλίου, επειδή είχε διαπιστώσει λάθη στις προηγούμενες εκδόσεις εξετάζοντας φωτοτυπημένα , ως επί το πλείστον, χειρόγραφα. Έτσι το 1984 εκδίδεται στη Νέα Υόρκη από τον εκδοτικό οίκο Garland Publishers το βιβλίο “ Ulysses: A Critical and Synoptic Edition “ , ένα τεράστιο έργο σε τρεις τόμους, στην αριστερή σελίδα οι διορθώσεις στη δεξιά το διορθωμένο κείμενο. Τον αμέσως επόμενο χρόνο ένας νέος τζοϋσικός ερευνητής ονόματι John Kidd παρουσιάζει μια εργασία όπου υποστηρίζει ότι υπήρξε άπειρη προχειρότητα και αντιεπιστημονική δεοντολογία στο έργο του Gabler. Έτσι αρχίζουν οι Πόλεμοι του Joyce όπως ονομάστηκαν όλες οι αντιδικίες στους λογοτεχνικούς κύκλους, σχετικά με το αυθεντικό κείμενο όπως πραγματικά θα το ήθελε ο Joyce.

  • Την αγγλική έκδοση του 1937 ακολουθεί μια επανέκδοση στα 1961από τον Bodley Head και μια στα 1968 από τον εκδοτικό οίκο Penguin.

  • Όμως μετά την ογκώδη αναθεωρημένη έκδοση του Gabler, στα 1984 κυκλοφορεί μια πιο χρηστική αναθεωρημένη έκδοση το 1986, από την Penguin. Σήμερα, η αναθεωρημένη έκδοση του Gabler έχει πέσει σε ανυποληψία.
  • Το 1989 οι Philip Gaskelll και Clive Hart δημοσίευσαν το “Ulysses: A Review of Three Texts” με προτάσεις για αλλαγές στα κείμενα των εκδόσεων του 1922, 1961 και 1984, οι οποίες ακόμα συζητιούνται.

  • Το 1990, ο αμερικανικός οίκος Vintage International επανέκδοσε την πριν από την αναθεώρηση, εκδοχή του Ulysses.

  • To 1992 ο εκδοτικός οίκος Penguin επανέκδοσε την κλασσική εκδοχή του 1968 η οποία βασίζεται στις αρχικές εκδόσεις του 1922 και 1937 που έγιναν αμφότερες όσο ο Joyce ήταν ακόμη εν ζωή. Στη student edition του βιβλίου, ο Ιρλανδός επιμελητής της Declan Kiberd, πρόσθεσε σχόλια συνοπτικά σε κάθε επεισόδιο και αρίθμηση των στίχων που βοηθάει στη μελέτη του έργου.

  • Ο εκδοτικός οίκος Oxford Univercity Press προχώρησε ακόμα παραπέρα και εξέδωσε , άθικτη, την πρώτη έκδοση του 1922!

Σήμερα κλασσική θεωρείται η έκδοση του 1968, η οποία βασίζεται στις δύο πρώτες που ενέκρινε ο ίδιος ο Τζόυς.



Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Ulysses

  • "Την εποχή που ο Τζόυς αρχίζει το βιβλίο του με τα δεκαοκτώ κεφάλαια, σημειώνει πως έχει αναλάβει το “καθήκον” να γράψει:”ένα βιβλίο από δεκαοκτώ διαφορετικές γωνίες και σε ισάριθμα στυλ, που προφανώς οι συνάδελφοι του σιναφιού μου ούτε γνωρίζουν ούτε έχουν ανακαλύψει.” Εδώ έγκειται η κύρια ιδιομορφία του Ulysses: είναι δεκαοκτώ βιβλία μαζί, το καθένα με διαφορετικό ύφος και τεχνική αφήγησης, που όμως διηγούνται, με την εξαντλητική επιμονή ενός Προυστ, μια ιστορία: την ιστορία μιας μοναδικής ημέρας στο Δουβλίνο, της περίφημης πλέον 16ης Ιουνίου του 1904- ημέρα που πλέον έχει καθιερωθεί ανά τον κόσμο ως Bloomsday."
  • “ The time Joyce starts writing “ Ulysses” with the eighteen chapters, he notes down that he has undertaken the duty to write: “ a book, in eighteen different points of view and the same number of styles, which my colleague-writers have neither seen before, nor found out yet” That's what makes Ulysses unique: it's eighteen books together, each one with a different style and narrative technique,all of which however narrate a story , with the exhausting insistence of a Proust: the story of that unique day in Dublin, the famous 16th of June, 1904 - a day which has been established all over the world as Bloomsday.
  • "Ο αναγνώστης του Ulysses αναρωτιέται συνεχώς αν κατάλαβε καλά, αν διάβασε σωστά λέξεις ανίερα παντρεμένες μεταξύ τους, αν συλλάβισε σωστά φθαρμένες λέξεις, αν η σύνταξη είναι ορθή, αν παρέλειψε κάποιο κόμμα που ανατρέπει το νόημα, αν διαβάζει αγγλικά μεσαιωνικά, σύγχρονα, σε αργκό, ή το jargon κάποιας επιστήμης, λατινικά της Vulgata, ή αγγλικά της βίβλου του βασιλιά Ιακώβου, γαλλικά, γερμανικά ή πανάρχαια γαελικά."  
     Αποσπάσματα από το βιβλίο " Ulysses, Οδηγός Ανάγνωσης" του Άρη Μαραγκόπουλου.
  • “ The reader of Ulysses is always wondering if he has understood correctly, if he has read correctly words profanely married, if he has read correctly weathered words, if the syntax has been correct,if he has omitted a comma which changes the meaning, if he has been reading medieval english, or modern, or slang or the jargon of some science, latin Vulgata, or english of king Jacob's Bible, french, german or ancient gaelic”.
        Translated from the book, "Ulysses, a  Reading Guide" by Aris Maragopoulos.                                                                
    • Μετά την έκδοση επιτέλους του "Οδυσσέα", ο πατέρας του Joyce έστειλε στο γιο του το παρακάτω γράμμα: "Αν ήξερα πως για να γράψεις όλες τις ιρλανδέζικες βρισιές σου χρειάστηκαν δεκατέσσερα χρόνια, εγώ θα μπορούσα να το γράψω σε δύο μήνες και καλύτερα από σένα".
    • After Ulysses  was published at last, his father sent Joyce the following letter: “ If I had known that you'd need fourteen years to write all these irish curses, I could have written it, in two months and better than you”.
    • Η γυναίκα του Joyce αρνείται να διαβάσει τον "Οδυσσέα".
    • Joyce's wife refuses to read Ulysses.

    • Όταν ο James Joyce δουλεύει στο "Finnegans Wake"(Αγρύπνια για τον Φίννεγκαν), η γυναίκα του η Νόρα διηγείται: " Εγώ κοιμάμαι στο διπλανό δωμάτιο και σχεδόν κάθε βράδυ με ξυπνούν τα θορυβώδη γέλια του Τζιμ. Τότε του φωνάζω:" Τζιμ, ή σταμάτα να γράφεις το βιβλίο ή σταμάτα να γελάς".     Γέλαγε!!! Όταν έγραφε τα βράδυα το τελευταίο του έργο!!
    • When James Joyce works on “Finnegan's Wake", his wife recounts: “ I am sleeping in the next room and almost every night, I wake up because of Jim's loud laugh. Then I shout at him: “ Jim, either stop writing that book or stop laughing”. He laughed!! While writing his last work, he laughed!

    Αν θέλεις να μάθεις...μπορείς να μάθεις

    Ήταν οι δύο εκείνες αδερφές. Από τη Βίβλο. Πάντα τις σκεφτόμουν. Με θλίψη. Γιατί δεν ήθελα να το..παραδεχτώ. Η μία λέει, ήταν αυτή που συζητούσε με τον Ιησού. Η άλλη τους φρόντιζε. Τους πήγαινε το έστω λιτό φαγητό που ετοίμαζε. Τους πήγαινε το νερό. Φρόντιζε να κάθονται ωραία και καλά και να συζητάνε. Στα όμορφα που αυτή είχε υφάνει. Στα καθαρά που αυτή είχε καθαρίσει.
    Ποιος θα μπορούσε να ξέρει αν της άρεσε αυτό;
    Ήταν μήπως ερωτευμένη με τον Κύριο;
    Αγαπούσε τόσο την αδερφή της, ώστε να θυσιάζεται;
    Ήταν μήπως χαμηλής αντίληψης και της ήταν αρκετό αυτό που έκανε;
    Μήπως όταν μεγάλωσε, μετά Χριστόν πλέον, πέρασε από το μυαλό της να γράψει όλα αυτά που άκουγε στις συζητήσεις;
    Δεν θα μάθω , δεν θα μάθω ποτέ τι σκέφτονταν στ' αλήθεια.
    Μπορώ όμως να φανταστώ.
    Αλλά τότε δεν θα είναι το ίδιο πρόσωπο.
    Θα είναι ένα δικό μου δημιούργημα.
    Μα εγώ δεν ξέρω καν τη γλώσσα μου!
    • Δεν πειράζει. Αν θέλεις πολύ να μάθεις τι σκέφτονταν, θα μάθεις.
      Μπορείς να μάθεις, αλήθεια.
    • Δεν ξέρω αν έχω χρόνο.
    • Όσο έχεις.
    • Όσο έχω.

       If you want to learn.. you can learn


      I t was those two sisters. From the Bible. I always thought of them. With grief. Because I didn't want...to accept it. The one was the partner of Jesus in conversations. The other one was taking care of them. She carried the food, she had cooked, to them. She took them water. She took care of everything, so that they sit calm and peaceful to talk. Sit on the beautiful things she had woven. On the clean things she had washed. Who could really know, if she liked this? Was she in love with the Lord? Did she love her sister so much , that she had decided to sacrifice herself? Was she of low intelligence and felt satisfied with what she did? Did it pass her mind to write all the things she had heard in the conversations, after she grew older,in the A.D. years? I will never know, I will never know what she really thought. But I can imagine. Yes, but it won't be the same person then. It will be my own creature. But I don't even know my language.
      • Don't mind. If you want to find out what she really thought, you can do it. You can learn, really.
      • I don't know, if I have time left.
      • Ok, use as much as you have.
      • Ok, as much as I have!



    Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

    'Αρης Μαραγκόπουλος "Ulysses, Οδηγός Ανάγνωσης"

    "Ίσως να μην υπάρχει άλλο βιβλίο στην παγκόσμια λογοτεχνία που να απογοητεύει τόσο απελπιστικά τον προτιθέμενο αναγνώστη, από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο, από τις πρώτες κιόλας γραμμές, και που ταυτοχρόνως να μπορεί να πουλάει πάνω από 100.000 αντίτυπα το χρόνο."


    ...... και αλλού

    • η αφηγηματική παραλληλία με θέματα αντλημένα έξω από την κυρίως πλοκή, από την ιστορία ή την μυθολογία
    • η απουσία ευθύγραμμης πλοκής με τις στερεότυπες ανατροπές του κλασσικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα
    • η συνειδησιακή ροή (αυτό που συνήθως αποδίδεται λανθασμένα ως εσωτερικός μονόλογος )
    • η ενσωμάτωση εξωλογοτεχνικών κειμένων
    • το τολμηρό “ μοντάζ “ μεταξύ διαφορετικής μορφής κειμένων
    • η ποιητική αναπροσαρμογή της πραγματικότητας με αντιποιητικά – εκ πρώτης όψεως- ready-made υλικά, από καταχωρίσεις σε εφημερίδες ή από άλλο εξωλογοτεχνικό υλικό
    • η εσκεμμένη κατάχρηση της ονοματοποιίας
    • οι παράδοξες μεταφορές
    • ο αφηγηματικός ρυθμός που παρακολουθεί και “μιμείται” την πλοκή 
    • οι παραβάσεις στη σύνταξη και τη γραμματική εκφορά των λέξεων
    • το ατέλειωτο " παιχνίδι" με τις λέξεις
    • η χωρική αναπαράσταση του χρόνου
    • η απομίμηση άλλων λογοτεχνικών ειδών και τεχνών ( μουσική, θέατρο, κινηματογράφος )
    • τα ανέκδοτα, τα αινίγματα, τα τραγούδια του μιούζικ χολ και του συρμού
    • τα αισθηματικά ρομάντζα συνδιασμένα με δικιμιακά, επιστημονικά ή φιλοσοφικά κομμάτια
    • η λεπτομερής αναπαράσταση των σωματικών λειτουργιών
    • τα απατηλά αφηγηματικά “κλειδιά”
    • οι απέραντοι ραμπελαιζιανοί κατάλογοι
    • η αποδόμηση των αυτοβιογραφικών στοιχείων του συγγραφέα μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο
    • η εκτενής χρήση των προσωπείων
    • η εναλλαγή των ρόλων μεταξύ των πρωταγωνιστών αλλά επίσης μέσα στο ένα και το αυτό πρόσωπο
    • η επανειλημμένη χρήση του τυχαίου ως κανονικού
    κ.λπ, κ.λπ

    ιδού, μερικοί μόνον, από τους τρόπους που πρώτος ο Ιρλανδός συγγραφέας εισήγαγε και που σήμερα είναι λογικό να μην ξενίζουν όπως παλαιότερα, για τον απλό λόγο ότι τους έχει οικειοποιηθεί όλη η ενδιαφέρουσα λογοτεχνία που γράφτηκε μετά από εκείνον, μετά το Ulusses.