Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

"Ένα γιο να είχα..."





-Ένα γιο να είχα και να ήταν ο μεγαλύτερος αλήτης. Στη φυλακή να τον είχαν. Θα πήγαινα να τον βλέπω. Μια κόρη να είχα και να ήταν …παλιογυναίκα ξέρεις, θα πήγαινα στα μπουρδέλα να την δω, να τη φιλήσω.
Είχε καθίσει στη μέση του δρόμου. Κάτω. Ξαφνικά. Έτσι όπως περπατούσαμε και απολαμβάναμε τη νύχτα, την καλοκαιριάτικη. Το νησί έδινε παράσταση. Πιο όμορφο δε γινόταν. Και το φεγγάρι, από κείνα τα Αυγουστιάτικα. Της Ελλάδας. Των νησιών. Ευτυχώς ήταν αργά και δεν περνούσαν άμαξες. Είχε μόλις βγάλει ένα δροσερό αεράκι από κείνα τα μεταμεσονύκτια που λες «Επιτέλους, δρόσισε λίγο!» και είπαμε να πάμε μια βολτίτσα. Από νωρίς καθόμασταν στο μπαλκόνι και μιλούσαμε. Ανώδυνα. Είχαμε τελειώσει τις ιστορίες από τα παλιά. Παρά τη διαφορά της ηλικίας είχαμε πολύ ωραίο κώδικα επικοινωνίας με την Αικατερίνη. Έτσι την φώναζε ό άντρας της, έτσι την φώναζα και γω. Αν και μετά από κάποιο σημείο οικειότητας την έλεγα Κατερινούλα. Γιατί μπορεί να πλησίαζε τα εξήντα αλλά ήταν Κατερινούλα. Όταν πρωτοβρεθήκαμε εγώ κυνηγούσα τη γάτα μου στο μπαλκόνι και κείνη απολάμβανε την ηρεμία της άνοιξης στο δικό της. Στο διπλανό σπίτι. Πανέμορφα και τα δύο. Το δικό μας παλιό νησιώτικο από το 1864 με το γιασεμί του και τη βουκαμβίλιά του αγκαλιά. Το νοικιάζαμε εννοείται. Το δικό της ένα νεόκτιστο αρχοντικό. Καθόλου φανταχτερό. Έκανε προσπάθεια να μοιάζει με τα παλιά τριγύρω. Μιλούσε στον τεράστιο λύκο που καθόταν σαν αρνί στα πόδια της. Έμοιαζε να του λέει παραμύθια. Της χαμογέλασα μέσα από την τριανταφυλλιά της την ολάνθιστη, μου χαμογέλασε κι αυτή. Όταν την επομένη χτύπησε η πόρτα και ανοίγοντας την είδα, η Μιμίτσα μου είδε τον Μαξ. Ολόκληρο θηρίο. Τρομάξαμε και γω και η γάτα μου. Εγώ χαμογέλασα στην κυρία από δίπλα, η Μιμίτσα όρμησε στο Μαξ και τον μάτωσε στο πρόσωπο. Στον πανικό, κλείσαμε την πόρτα αφήνοντας τον σκύλο απ’ έξω και όλες οι υπόλοιπες μέσα. Ξαφνικά μου προέκυψε κι άλλο πρόβλημα. Τι θα έλεγα στην αριστοκράτισσα κυρία Αικατερίνη που είχε όνομα Τσαρίνας, όταν έβλεπε το κόκκινο υφαντό με το κίτρινο σφυροδρέπανο που μόλις είχα υφάνει στον αργαλειό μου και το είχα απλώσει φάτσα φόρα . Πριν χτυπήσει το κουδούνι αυτό είχα κάνει και δεν είχα προλάβει να το δω, να δω πώς έγινε. Γιατί τόσον καιρό που το ύφαινα μόνο με τον καθρέφτη από κάτω μπορούσα να το βλέπω, Γιατί το σχέδιο βγαίνει από κάτω, όταν υφαίνεις. Κρητικός αργαλειός. Περάσαμε στο σαλόνι πού ήταν και ο αργαλειός και το πανώ το κόκκινο. Άγαλμα η κυρία Αικατερίνη. Τρόμαξα. Σκέφτηκα πως η γυναίκα σοκαρίστηκε. Το νησί δε φημίζονταν για την προτίμησή του σ’ αυτά τα χρώματα. Η εικόνα που έβλεπα ήταν μια νοικοκυρά με δύο νάυλον σακούλες να σταματάει μπροστά σε μια παρόμοια ταμπέλα φρεσκοκρεμασμένη σε ένα μαγαζάκι-τρύπα, να ακουμπάει τις σακούλες κάτω, να βάζει τα δυο χέρια στη μέση δεξιά κι αριστερά και να λέει σοκαρισμένη « Α, χάλια!». Σχεδόν περίμενα να ακούω αυτήν την ίδια πρόταση από την συμπατριώτισσά της. Αντί γι αυτό άκουσα « Τι είναι αυτό;» και καθώς το δίπλωνα της είπα «Μπα, τίποτα δεν είναι». Για τις επόμενες δύο ώρες είχα μείνει καρφωμένη στην άβολη καρέκλα μου να ακούω την ιστορία της κυρίας Αικατερίνης που όντας 17 χρονών πέρναγε απέναντι στη στεριά τα μηνύματα και τα έδινε στους αντάρτες. « Μες το βρακάκι μου, τα έκρυβα». Ώσπου μια φορά την πιάσανε και τη ρωτάγανε τι και πως. Κι αυτή δεν είχε πια φωνή να μιλήσει. Μουγκή. Καθώς την ανέβαζαν στην κρεμάλα στην πλατεία, μαζί με άλλους, ο τότε δήμαρχος φώναξε « Στη θέση αυτού του κοριτσιού, κρεμάστε εμένα»! Μετά θυμόταν πως τη βάλανε σ’ ένα υποβρύχιο και την στείλανε στον Πειραιά!!!! Γίναμε φίλες μιας ζωής. Εκείνο το βράδυ που κάθισε στη μέση του δρόμου και μούλεγε αυτά τα λόγια είχε χρόνια που είχε ξαναβρεί τη φωνή της. Κατερινούλα μου! Λίγο πριν της είχα πει πως δεν είχα σκοπό να κάνω παιδιά, στη ζωή μου. Λίγο μετά, έκανα τρία! Ευχαριστώ, καρδιά μου.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

" Εγώ η Μάρθα Φρόυντ " της Φωτεινής Τσαλίκογλου



Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, είχε την ιδέα - αρκετά εντυπωσιακή- να διηγηθεί σε πρώτο πρόσωπο μια ιστορία συναισθημάτων από την πλευρά της Μάρθας Φρόυντ της συζύγου του Σίγκμουντ Φρόυντ.
Ενδιαφέρουσα ιστορία με ωραίο τρόπο δοσμένη για όσους ενδιαφέρονται για ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις σε ιστορικά πρόσωπα. Ιδιαίτερα όταν αφορούν τη σύζυγο του πατέρα της ψυχανάλυσης και είναι δοσμένα από μια κλινική ψυχολόγο όπως η Φωτεινή Τσαλίκογλου, η οποία εκτός από τα επιστημονικά της έργα, ένα εκ των οποίων «Ο Μύθος του Επικίνδυνου Ψυχασθενή», έχει γράψει και μυθιστορήματα όπως «Ονειρεύτηκα πως είμαι καλά», «Έρως Φαρμακοποιός» και άλλα.