Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

«Παρόλα αυτά είναι όμορφη η ζωή, Μαρία»







-Ελάτε όλοι εδώ, ελάτε να ξαπλώσουμε.

Ξάπλωσα στη μέση του διπλού κρεβατιού και σχεδόν αμέσως δεξιά κι αριστερά πήραν θέση τα δύο μεγάλα. Έμενε το μικρό. Κι αυτό όμως από καιρό είχε βρει τη θέση του. Στα πόδια μου με το κεφαλάκι στην κοιλιά μου! 
Αγκαλιά δεξιά, αγκαλιά αριστερά. 
Όλη η απίστευτη κούραση της ημέρας έφευγε άρον άρον από παντού. 
Με την εκπνοή, λες!
 Σιωπή, αναμονή, αναπνοές.
 Κάποια μάτια άρχισαν να κλείνουν, αποκαμωμένα από το παιχνίδι της ημέρας. Αντιστέκονταν όμως. 
Σκεφτόμουν, άσε την απεργία να μας ρημάζει την καθημερινότητα. 
Τράβαγε δεύτερο μήνα τώρα.
 Δε με νοιάζει.
 Το μόνο πρόβλημα, τα τσιγάρα που δεν είχα να τα πάρω και τα ξόδευα-στο μπαλκόνι πάντα-με το σταγονόμετρο.
 Όσο για το πρωινό, πάλι δε μ’ ένοιαζε. 
Τους είχε πάει βόλτα ο μπαμπάς μαζί με τα σκυλάκια, στις πορτοκαλιές, στο ρέμα και γύρισαν με δυο σακούλες πορτοκάλια, τις προάλλες. Όλη νύχτα έκοβα τα φλούδια σε μικρά μπαστουνάκια αλλά η μαρμελάδα πέτυχε θαύμα. Έβραζα και τσάι και σκεφτόμουν ότι πού θα πάει θα τελειώσει η απεργία και τότε πάλι θα είμαστε απλά φτωχοί! 
Μια χαρά, δηλαδή. 
Για τα μεσημέρια είχα αγοράσει τρία τσουβάλια. 
Ένα με φασόλια, ένα με φακές κι ένα με ρύζι!
 Μια χαρά, δηλαδή.
 Τώρα άρχιζε το παραμύθι.
 Είχα σκεφτεί να δημιουργήσω μια οικογένεια με μαμά, μπαμπά πέντε παιδιά και γιαγιά και παππού για να μπορώ κάθε βράδυ να λέω και μια ιστορία για τον καθένα τους.
 Τους είχαν μάθει για τα καλά και περίμεναν τα καινούρια επεισόδια. 
Η οικογένεια ζούσε στη Σουηδία. 
Ήταν και η αρκούδα που τους επισκέπτονταν, που της άφηναν έξω από την πόρτα καλάθια με φρούτα και μέλι. 
Αυτή ζούσε στο διπλανό δάσος.
 Και μεις ζούσαμε στο μαγικό νησί! 

Τώρα τα μικρά μεγάλωσαν κι ευτυχώς έφυγαν από το μαγικό νησί. 
Μόνο που έτυχαν σε καιρό σκοτεινό.
 Και γω που έλεγα στα παραμύθια τις μαμαδίστικες συμβουλές μου, δεν είχα φανταστεί τόση σκοτεινιά. 
Του τάφου.
 Άλλα αντί άλλων οι συμβουλές μου.
 Και τα παραμύθια μου επίσης.
 Εκεί, αυτοί που έκαναν το καθήκον τους ανταμοίβονταν στο τέλος ή τουλάχιστον δεν δεινοπαθούσαν και οι «κακοί»  όλο και κάπως την πλήρωναν.
 Πάντα όμως αγωνίζονταν και ποτέ δεν το έβαζαν κάτω.
 Ακόμα και κείνη τη φορά που η αρκούδα είχε φέρει τις ξαδέρφες της και μπήκαν όλες μαζί μέσα στο σπίτι.

Τώρα κι εγώ μεγάλωσα και ευτυχώς δεν έφυγα από το νησί.
 Έφυγε όμως η μαγεία.
 Τώρα θα κάνω ότι δεν το κατάλαβα πως νύχτωσε. 
Θα κάνω ότι δε φοβάμαι το κρύο.
 Θα γυρεύω το χάδι της τέχνης των άλλων.
 Την παρηγοριά των βιβλίων.
 Των φίλων. 
Της προσφοράς.
 Θα κρύβω την αχρωματοψία που μου προέκυψε και θα παρηγοριέμαι γιατί είδα το ουράνιο τόξο άπειρες φορές στη ζωή μου.
 Υπόσχομαι να παλεύω ενάντια στον εχθρό, την απαισιοδοξία, την αχρωματοψία, και την απουσία.
 Γιατί « παρόλα αυτά είναι όμορφη η ζωή, Μαρία», όπως έλεγε και η αγαπημένη, Κατερίνα Γώγου.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Ο ίδιος άνθρωπος!



Είναι καταπληκτικό! Ήταν ο ίδιος άνθρωπος! Αυτός που πρωταγωνιστούσε στο γάμο. Αυτός και τώρα. Ψηλός, αδύνατος, δυνατός. Ο ίδιος άνθρωπος που χόρευε πρώτος. Που ξεσήκωνε του βαρεσάρηδες! Αυτός που εκεί που χόρευε έτρεχε να σηκώσει τους τεράστιους δίσκους με τα «οφτά» και να σερβίρει, με το χαμόγελο και τη χαρά να τρέχει ποταμός από τα μέσα του. Αυτός που « έτσι κάνει σε όλους τους γάμους». Αυτός που όταν κουράζονταν οι καλεσμένοι και κάθονταν αποκαμωμένοι, σήκωνε τα χέρια στον ουρανό και με την παρουσία αυτή και μόνο ξεσήκωνε πάλι στο χορό. Δεν τον γνωρίζω. 

Σήμερα ήταν πάλι εκεί. Πρώτος. Με το ίδιο πρόσωπο- μόνο που δε γέλαγε. Ούτε συσπώνταν όπως το δικό μου. Απλά ήταν σοβαρός. Ήρεμος. Καλούσε πάλι. Αυτήν τη φορά σε ψυχραιμία. Σε σιωπηρή λύπη. Σε από μέσα σου κλάμα. Σε αξιοπρέπεια. Μαζί με τους άλλους τρεις σήκωσε το βάρος . Σε όλη τη διαδρομή, από το σπίτι στην εκκλησία. Σήμερα πάλι. Και ήταν μια φοβερή ηλιόλουστη μέρα. Σταμάτησα στο γυρισμό να ακουμπήσω τα χαμομήλια, μόνο που τα δάχτυλα δεν πόναγαν πια στο άγγιγμα τους. Συνηθίζεις στην ευαισθησία, άραγε; Όπως συνηθίζεις στην απουσία; Σε όλη τη διαδρομή, υπήρχαν μόνο αυτές οι δύο παπαρούνες!
-Ο κόσμος καίγεται !
-Αλήθεια καίγεται.
-Εσύ με τι ασχολείσαι;
-Με τις δύο παπαρούνες!
-Κοκκίνισες;
-Ναι!
-Μη.
-Πώς μη;
-Θυμάσαι παλιά..
-Ναι βέβαια. Τότε πάλι κοκκίνιζα. « Αν ένας μόνο άνθρωπος δεν συμφωνεί με τις ιδέες αυτές τις δίκαιες, αξίζει να θυσιαστεί προκειμένου να σωθούν τα εκατομμύρια»;
-Τότε πάλι κοκκίνιζες, σε θυμάμαι καλά. Δεν ήθελες να θυσιάσεις τον ένα. Με τίποτα.
- Ναι, με τίποτα.
-Τώρα; Με τι ασχολείσαι τώρα; " Πήγες σπίτι σου";
-Όχι βέβαια. Κρατώ το μυαλό μου ενημερωμένο και....
-Ενημερωμένο; Από πού; Από ποιον;
-Από όπου μπορώ. Προσπαθώ. Ενδιαφέρομαι. Είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Απλώς είδα δύο παπαρούνες και χάρηκα.