Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

12 Νοεμβρίου 2008 - 12 Νοεμβρίου 2015





Όπως μπορείς τώρα πια ζήσε,
Εγώ δεν μπόρεσα να μείνω παραπάνω,
συγχώρεσέ με.
"Βγάλτα πέρα μόνη σου",
πάντα ήσουν δυνατή
και σ' αγαπούσα.
Αν γίνω άγγελος,
θα πετάω πάνω απ' τη μεγάλη ελιά,
στον κήπο
και θα σας προσέχω,
όπως πάντα.
Αν πάλι γίνω τίποτα,
να προσέχετε τον εαυτό σας,
γιατί είστε ότι πιο σημαντικό
είχα.

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

“Jazz” by Toni Morrison






Η πρώτη Αφροαμερικανή που της απονεμήθηκε το Νόμπελ λογοτεχνίας, η Τόνι Μόρισον, είναι μια πολύ ταλαντούχα σύγχρονη λογοτέχνις.


 
Το βιβλίο της «Τζαζ»,  είναι το δεύτερο μιας τριλογίας που αρχίζει με το γνωστό "Beloved", τελειώνει με το "Paradise" και είναι η ιστορία των αφροαμερικανών. Γραμμένο το 1992 αποτελεί  τοιχογραφία του Χάρλεμ, στα 1926. 
Τότε που οι μαύροι, πρώην σκλάβοι, μεταναστεύουν βόρεια, πρώτον για να εργαστούν ως θυρωροί, λούστροι και πλανόδιοι πωλητές, που θεωρούνταν πολύ καλύτερες εργασίες από τις αγροτικές ενασχολήσεις ( η εναλλακτική τους λύση στις νοτιότερες πολιτείες)  και φυσικά για να αποφύγουν την καταδίωξη, κρυφή ή φανερή, από τους ρατσιστές του νότιου τμήματος των ΗΠΑ.

Στην πρώτη παράγραφο του βιβλίου έχουμε μάθει όλη την κεντρική  ιστορία, που θα αναλύσει στο υπόλοιπο βιβλίο η αριστοτέχνις Μόρισον. Αυτό είναι από μόνο του μια πρόκληση που έθεσε η ίδια στον εαυτό της και πέρασε με επιτυχία, αφού αν και ξέρουμε την ιστορία, συνεχίζουμε να διαβάζουμε με αμείωτο ενδιαφέρον και να απολαμβάνουμε και τις υπόλοιπες 277 σελίδες.

Είναι για τη γυναίκα, αυτή που ζει στη Λεωφόρο Λένοξ μ’ ένα σμάρι πουλιά και η οποία ήρθε σήμερα στην κηδεία της μικρής δεκαοχτάχρονης, να της χαρακώσει το πρόσωπο μ’ ένα μαχαίρι, γιατί είχε ξεμυαλίσει τον άντρα της, όσο ήταν ζωντανή. 

«Σσστ! Την ξέρω αυτή τη γυναίκα. Ζούσε κάποτε μ’ ένα σμάρι πουλιά στη Λεωφόρο Λένοξ. Ξέρω και τον άντρα της. Ξεμυαλίστηκε με μια μικρή δεκαοκτώ χρονώ.» 
 Έτσι αρχίζει την αφήγησή της, η μάλλον γυναίκα αφηγήτρια του βιβλίου, η οποία συνεχίζει σ’ αυτό το ίδιο στυλ προφορικού λόγου, μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο.
 Πάντα είναι παρούσα στα διάφορα γεγονότα και συχνά εκφράζει προσωπικές της απόψεις σχετικά με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις επιλογές των χαρακτήρων και καταλήγει, στο τέλος του βιβλίου,  να παραδεχτεί, ότι πολλές φορές έκανε λάθος στις προβλέψεις της και ότι καλύτερα να ήταν κι αυτή χαρακτήρας του βιβλίου παρά αφηγήτρια, εννοώντας ότι δεν είναι ζωή να παρατηρείς τις ζωές των άλλων, όσο κι αν αυτό σου εξασφαλίζει μια ασφαλή, ήρεμη και σίγουρη διαβίωση, μακριά από κακοτοπιές και βάσανα κάθε είδους, που θα μπορούσαν να σου τύχουν και σένα όπως στους χαρακτήρες του βιβλίου.

Γυρίζει μπρος πίσω στο χρόνο και καταπιάνεται με την ιστορία της τραγικής γυναικείας φιγούρας που συναντάμε στις πρώτες γραμμές, στη συνέχεια με το παρελθόν του άντρα που ξεμυαλίστηκε και όλων των άλλων χαρακτήρων, για να ολοκληρώσει την αφήγηση με ανατρεπτικά γεγονότα, που ούτε κι η αφηγήτρια δεν τα περίμενε.

Είναι λέει αυτή η περίεργη μουσική, η τζαζ, που δημιουργεί όλα αυτά τα προβλήματα της φυλής, που ελεύθερη τώρα πια απ’ τη δουλεία στην οποία εσύρθη στο παρελθόν, προσπαθεί να σταθεί όρθια. 

Είναι αυτή η ξεμυαλίστρα μουσική που τα φταίει όλα.

 Είναι αυτή που τα δημιουργεί όλα.

 Και στο τέλος είναι στους ρυθμούς αυτής της μουσικής που χορεύει το ζευγάρι, βγαλμένης  από δίσκους που έφερε η μοναδική λευκή ηρωίδα του βιβλίου. Όλοι οι άλλοι χαρακτήρες είναι μαύροι σαν το σκοτάδι, σαν λουστραρισμένο έπιπλο ή «χρυσοί» όταν κάποιος λευκός επενέβη με τα γονίδιά του.

Η Μόρισον γράφει για τη φυλή της αλλά απευθύνεται σε όλους, άσπρους και μαύρους για να βγάλουν τα συμπεράσματά τους, μόνοι τους. 

Πιστεύω ότι θα μείνει να διαβάζεται για πολλά χρόνια.


Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Κερτ Βόννεγκατ (Kurt Vonnegut) (1922-2007)






  «Ένας Άνθρωπος Χωρίς Πατρίδα» , σελ. 206 

πρώτη έκδοση στ’ αγγλικά, 2005



Είναι μια  συλλογή μικρών δοκιμίων, που ο αιρετικός αυτός αμερικανός έγραψε το 2005, σε ηλικία 83 ετών, με υπότιτλο
 « Χρονικό μιας ζωής στην Αμερική του George W Bush ».
 Το τελευταίο βιβλίο που δημοσίευσε.

Αιχμηρή γλώσσα, αλλά απλή, όπως πίστευε ότι πρέπει να είναι η γλώσσα του συγγραφέα. Αναφέρεται με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, σκληρές εκφράσεις με μπόλικες βρισιές, σε ιδέες, όπως η πολιτική, ο Θεός, η εξέλιξη του ανθρώπου (« Είμαστε απλά ένα λάθος της εξέλιξης»), ο σκοπός της ζωής («Ο σκοπός της ζωής είναι η ίδια η ζωή», « Βρισκόμαστε εδώ για να κωλοβαράμε.»), η κοινωνία και πώς να γίνει πιο δίκαιη, ο πόλεμος, τα ναρκωτικά, η κατανάλωση, το χιούμορ, η τεχνολογία, η επιστήμη, η φιλοσοφία. 

Σαν να ήθελε να συνοψίσει τις απόψεις του πριν το τέλος της ζωής του. Και η πρότασή του απέναντι σε όλα τα προβλήματα η καλοσύνη και η συμπόνια, ιδιότητες που παραδέχτηκε ότι οφείλει στην αφροαμερικανή γυναίκα που τον μεγάλωσε.

Υποστηρίζει ότι το πρόβλημα που οφείλει να λύσει η κυβέρνηση δεν είναι τα ναρκωτικά, ούτε η διερεύνηση του διαστήματος, ούτε κάτι άλλο από αυτά με τα οποία ασχολείται, αλλά "ο εθισμός του ανθρώπου στο πετρέλαιο", τα αποθέματα του οποίου εξαντλούνται και για την εξοικονόμηση του οποίου, η Αμερική διεξάγει πολέμους ανά τον κόσμο, προβάλλοντας διάφορες προφάσεις κάθε φορά.

Μικρές εκθέσεις, με τον δικό του  σατυρικό τρόπο δοσμένες. Σε εκπλήσσει, διότι ένας άνθρωπος με τις δικές του τραυματικές εμπειρίες (η μητέρα του αφαιρεί τη ζωή της την Ημέρα της Μητέρας, όταν αυτός γυρίζει σπίτι του με άδεια από το στρατό, πολέμησε στην Ευρώπη κατά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο, πιάστηκε αιχμάλωτος και επέζησε του βομβαρδισμού της Δρέσδης από τους συμμάχους, κλεισμένος σε ψυγείο κρεάτων) δεν περιμένεις να αντιμετωπίζει τα σοβαρά θέματα με τέτοιο χιούμορ.

Σχέδια και αφορισμοί χωρίζουν τα μικρά κεφάλαια. Γενικά, ακόμα κι αν δεν συμφωνείς με τις απόψεις του, μπορεί να σου δώσουν την ευκαιρία να ξανασκεφτείς κάποιες ιδέες ή έστω να τις δεις κι από άλλη γωνία και αυτό είναι από μόνο του κέρδος.

Το χιούμορ και ο έντονος λόγος του, κάνουν την ανάγνωση του βιβλίου διασκεδαστική. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων




του Ζαν-Μισέλ Γκενασιά  


 Jean Michel Gunassia
Le Club des Incorrigibles Optimistes
2009 πρώτη έκδοση στα γαλλικά
2011 για την ελληνική γλώσσα

(693 σελίδες)

Ένα βιβλίο εντυπωσιακό σίγουρα, ευκολοδιάβαστο αναμφισβήτητα, το ρουφάς παρά τις 693 σελίδες του, με αφηγηματικό στυλ κλασικό και πολλούς διαλόγους που το κάνουν πιο ευχάριστο στην ανάγνωση και με ένα θέμα πολύ ενδιαφέρον τουλάχιστον για όσους έχουν ανησυχίες για κοινωνικά και πολιτικά θέματα της περιόδου 1950 – 1960 αλλά και γενικότερα του μεταπολεμικού κόσμου στην ευρύτερη περιοχή μας. 

Αναφέρεται στη ζωή ενός αξιαγάπητου εφήβου του Μισέλ, που μεγαλώνει στο κέντρο του Παρισιού σε μια μικροαστική οικογένεια, η οποία όμως απουσιάζει απ’ τη ζωή του και έτσι περνάει την καθημερινότητά του διαβάζοντας βιβλία – ακόμα και στο σχολείο στην ώρα του μαθήματος που το βαριέται, και στο δρόμο προς και από το σχολείο την ώρα που περπατάει- αλλά και παίζοντας το συναρπαστικό για την εποχή ποδοσφαιράκι που ενθουσίαζε εξαιρετικά τους νέους την εποχή του 50 και του 60 και όχι μόνο.

 Εκεί στο μαγαζί αυτό έβλεπε για καιρό μια κουρτίνα που οδηγούσε σε ένα χώρο που δεν ήξερε τι ήταν όπου μπαινόβγαιναν διάφοροι άντρες σοβαροί και αγέλαστοι. Μια μέρα μπήκε ακάλεστος και από τότε δεν έπαιζε πια ποδοσφαιράκι με τους νέους της ηλικίας του αλλά άρχισε να συχνάζει στην πίσω κάμαρα.

Είναι η εποχή του ψυχρού πολέμου, που τα δύο στρατόπεδα, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ ή καπιταλισμός και σοσιαλισμός, είναι σε ευθεία σύγκρουση και ο κόσμος έχει πάρει θέση με τους μεν ή τους δε. 

Είναι η εποχή που στο Παρίσι όλοι οι διανοούμενοι είναι με την ΕΣΣΔ και έχουν εναποθέσει όλες τις ελπίδες τους για κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα και ευημερία στην αντίπερα όχθη. 

Είναι και η εποχή που διάφοροι σοβιετικοί πολίτες δραπετεύουν με κάθε τρόπο στη Δύση για να βρουν εκεί τις δικές τους ελπίδες ή για να σώσουν τη ζωή τους από τις τρελές καταδιώξεις που υφίστανται στη δική τους χώρα. 

Αλλά δεν είναι μόνο σοβιετικοί είναι και Τσέχοι, Πολωνοί και ένας έλληνας ο οποίος ανήκει στο στρατόπεδο των ηττημένων του εμφυλίου πολέμου της χώρας του και αυτοεξορίζεται στο Παρίσι για να γλυτώσει από φυλακές και εξορίες.
 
Όλοι αυτοί, ο καθένας με την ιστορία του και ο απελευθερωτικός αγώνα στο Αλγέρι εναντίον της χώρας που τους φιλοξενεί , της Γαλλίας, να μαίνεται.

Ένα βιβλίο που αναφέρεται στην απομυθοποίηση των ιδανικών των ανθρώπων της εποχής αυτής που άρχισε να διαφαίνεται και θα έπαιρνε καιρό για μερικούς να τη δεχτούν και που άλλοι όπως ο Σαρτρ-με την κηδεία του οποίου αρχίζει το βιβλίο- αν και ξέρουν τι γίνεται πίσω από το «παραπέτασμα»,  αποσιωπούν την αλήθεια για τους δικούς τους λόγους. 

Θέλει να πιστεύει, ο συγγραφέας ότι στέκει αντικειμενικά απέναντι στις δύο όχθες αλλά όλο το βάρος πέφτει στην κατά τη γνώμη του χειρότερη ιδεολογία και των εγκλημάτων εξ αιτίας της. 
 Παρόλα αυτά είναι ένα βιβλίο που αξίζει να το διαβάσει κανείς και γιατί είναι «νόστιμο» - καιρό είχα να γελάσω διαβάζοντας – αλλά και γιατί έχει ερεθίσματα για σκέψη.

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Τρομοκράτης του Τζων Άπνταϊκ










Ο Άχμαντ είναι ένας νεαρός Αμερικανός, λίγο μελαμψός λόγω του Αιγύπτιου πατέρα,  ενώ η μητέρα του ολλανδικής καταγωγής, κοκκινομάλλα αμερικανίδα, που ερωτεύτηκε τον μετανάστη, γέννησε το παιδί του και στη συνέχεια έμεινε μόνη να το μεγαλώσει.

 Από νωρίς κατάλαβε ότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός της και για να έχει το χρόνο της να ζωγραφίζει και να ερωτεύεται έστελνε το παιδί σε έναν ιμάμη να κάνει μαθήματα αφού το ίδιο το ζήτησε και ένιωθε  καλά εκεί, καλύπτοντας έτσι την απουσία του πατέρα,  με την ηρεμία που αποκόμιζε από τη θρησκεία του. 

Στα δεκαοχτώ του, ο Άχμαντ ήταν ένας ευσεβής μουσουλμάνος που περιφρονούσε την άδεια από αξίες, θεό και αγνά ιδανικά, καταναλωτική ζωή των συμμαθητών του και στα σεξουαλικά καλέσματα των συμμαθητριών του ένιωθε να απειλείται η πίστη του. Το μυθιστόρημα αρχίζει : «Δαίμονες, μονολογεί ο Άχμαντ. Δαίμονες, που θέλουν να μου κλέψουν το θεό μου.» και αναφέρεται στα κορίτσια της ηλικίας του, που ενδιαφέρονται μόνο για την εμφάνισή τους και το σκέτο σεξ και τελειώνει με μια παρόμοια πρόταση.

Ο Άπνταϊκ, ως καλός δημιουργός έχει εμβαθύνει στο θέμα του, έχει κάνει τις έρευνές του – έχει μελετήσει το κοράνι σε βάθος και έχει μπει στο μυαλό του ήρωά του, κάτι όμως δεν με έπειθε σε ορισμένα σημεία ότι αυτός ήταν ένα αληθινός αμερικανός μουσουλμάνος. 

Το βιβλίο είχε την τύχη να μεταφραστεί από τον Αύγουστο Κορτώ και έτσι η ανάγνωσή του κυλάει ομαλά σαν πρωτότυπο.

Γράφτηκε το 2003, αλλά δεν εκμεταλλεύεται καθόλου το γεγονός της εντεκάτης του Σεπτέμβρη για να δημιουργήσει έντονα συναισθήματα. Νομίζω ότι στο θέμα της αντικειμενικής παρουσίασης της τρομοκρατίας, ο Άπνταϊκ τα κατάφερε καλά.

Γενικά όμως δεν πήρα την απόλαυση που περίμενα από τον « μεγαλύτερο εν ζωή αμερικανό συγγραφέα».

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

Middlesex by Jeffrey Eugenides











Ανάμεσα στα δύο φύλα  (751 σελίδες)
του Τζέφρυ Ευγενίδης

Το μακροσκελές μυθιστόρημα του ελληνικής καταγωγής σύγχρονου αμερικανού  λογοτέχνη Τζέφρυ Ευγενίδης (με την ονομαστική του ενικού να διατηρείται ανέπαφη ακόμα και για τα επίθετα γυναικών στις ΗΠΑ), είναι κατά την ταπεινή μου γνώμη ένα καταπληκτικό έργο, που θα διαβάζεται τουλάχιστον  όσο το θέμα του μπερδέματος των φύλων συνεχίζει να αποτελεί πρόβλημα, που επισύρει την παρέμβαση είτε της ιατρικής τώρα πια, είτε της δικαιοσύνης παλιότερα.

Ο Ευγενίδης δεν είναι ερμαφρόδιτος. Έτυχε να έρθει αντιμέτωπος με τις απόψεις ενός ερμαφρόδιτου που δημοσίευσε τα απομνημονεύματά του στα μέσα του 19ου αιώνα, του γάλλου Herculine Barbin ο οποίος γεννήθηκε κορίτσι και ερωτεύτηκε γυναίκα, οπότε την εποχή εκείνη σύρθηκε στο δικαστήριο και ο δικαστής, στα 1860, αποφάσισε ότι έπρεπε να «μεταμορφωθεί» σε άντρα. Αυτό  όμως οδήγησε στην αυτοκτονία του Herculine λίγα χρόνια αργότερα ο οποίος δεν άντεξε αυτή την αλλαγή.

 Ο Ευγενίδης ήθελε να ξαναπεί την ιστορία με τον δικό του τρόπο και με τα δικά του αισιόδοξα μηνύματα και έτσι βάζει την ηρωίδα του Καλλιόπη  Στεφανίδης, αμερικανίδα ελληνικής καταγωγής, να αρνείται να θεωρήσει την ιδιόμορφη κατάστασή της, που επιστημονικά ορίζεται ως «γένος ψευδοερμαφρόδιτων με ένζυμο κατάλυσης Αναγωγάσης 5-Άλφα», ως πρόβλημα που χρειάζεται χειρουργική επέμβαση. Θέλει να μείνει όπως είναι και να κανονίσει τη ζωή της/του όπως όλοι οι άνθρωποι. Γιατί ενώ επιθυμεί να είναι άντρας, αναγνωρίζει πολύ συχνά πως έχει και  γυναικεία χαρακτηριστικά στην ψυχοσύνθεσή της.

Πριν φτάσει στην ιστορία της Καλλιόπης σχεδόν στο τελευταίο τρίτο τού βιβλίου του, ο συγγραφέας αφηγείται με συναρπαστικό τρόπο την ιστορία της πρώτης και δεύτερης γενιάς των ελλήνων μεταναστών, παππούδων και γονέων της κεντρικής ηρωίδας του η οποία συχνά είναι η αφηγήτρια δίπλα σε έναν άλλο απρόσωπο αφηγητή, που σχεδόν στέκει δίπλα της.
Γεμάτο ανατροπές και εκπλήξεις σε συναρπάζει από την αρχή:

«Γεννήθηκα δύο φορές: πρώτα σαν κοριτσάκι, μια μάλλον ανέφελη μέρα του Γενάρη του 1960, στο Ντιτρόιτ, και πάλι μετά, σαν έφηβος, σε κάποιο θάλαμο στα Επείγοντα, κοντά στο Πετόσκι του Μίσιγκαν, τον Αύγουστο του 1974.»

 




Πέρα από την συναρπαστική ιστορία των παππούδων που ξεκινούν το 1922 με τη Μικρασιατική καταστροφή από τη Σμύρνη για την Ελλάδα και μετά για Αμερική – να κρύψουν πέρα από τον ωκεανό το αμαρτωλό μυστικό τους ότι αν και αδέρφια αγαπιούνταν και αποφάσισαν να παντρευτούν, πράγμα το οποίο πυροδότησε την γενετική  ιδιαιτερότητα της Καλλιόπης δυο γενιές αργότερα – ο Ευγενίδης που επίσης είναι έλληνας τρίτης γενιάς στην Αμερική από την πλευρά του πατέρα του, μας δίνει πολλές και ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τα μπερδεμένα φύλα στην παγκόσμια ιστορία, όπως για παράδειγμα ότι στη φυλή Ναβάχο, αν ένα άτομο θέλει να αλλάξει φύλο, το αφήνουν χωρίς να το εξευτελίζουν, αλλά αντίθετα το τιμούν. Οι σαμάνος της φυλής προέρχονται από τέτοια άτομα που θεωρούνται πολύ χαρισματικά: θεραπευτές, καλλιτέχνες και μεγάλοι υφαντές.

Όπως και νάχει, μια ωραία παρέα για το φθινόπωρο που έρχεται – και όλο δεν έρχεται – για όσους δεν έχουν καλύτερες επιλογές.

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Στη γιαγιά Αφροδίτη.



Κρατούσε τον μικρό Ηλία αγκαλιά, σφιχτά όλη νύχτα. Μικρή η αγκαλιά αλλά γερή, σαν της μάνας της. Το καράβι τώρα κούναγε όλο και πιο δυνατά. Αυτή, αν και έντεκα χρονών δεν έκλαιγε πια. Μέρες τώρα δεν έκλαιγε πια.

Όταν ξεκίνησαν «ασήν πατρίδαν», έτρεχε πίσω από τους θείους της. Όλοι οι μεγάλοι,  αναστατωμένοι μάζευαν πράγματα και φώναζαν. Δεν καταλάβαινε τι γινόταν και γι αυτό έτρεχε από πίσω τους και έκλαιγε.

 «Έφο, τα χρυσαφικά της μάνας σου τα πήρες;» τη ρώταγαν.

«Πού είναι η μάνα μου;» ρώταγε αυτή.

Αυτοί ρωτούσαν για τα χρυσαφικά, τις λίρες και αυτή ρωτούσε για τη μάνα και τον πατέρα της. Όταν πια είδε τους μεγάλους να φεύγουν, φώναξε τα μικρά αδέρφια της και χωρίς να κοιτάξει το αρχοντικό που άφηνε πίσω, ακολούθησε το τσούρμο που έφευγε πανικόβλητο. Πήρε τον μικρό Ηλία αγκαλιά και τα άλλα δύο τής φώναζαν , «Θέλω τη μαμά, πού είναι η μαμά;» όπως φώναζαν τις τελευταίες δύο μέρες, όταν κουρασμένα απ’ το παιχνίδι γύριζαν στο σπίτι. Τώρα όμως η Έφο καταλάβαινε ότι «το κακό» - χωρίς να μπορεί να το προσδιορίσει - είχε γίνει και έτρεχε πίσω από τους θείους και όλους τους χωριανούς που έφευγαν. 

Σταμάτησε να κλαίει, όχι όταν την έσπρωχναν απ’ όλες τις μεριές για να μπουν σ’ ένα καράβι, αλλά όταν νύχτωσε πια και καθισμένη στο κατάστρωμα, στριμωγμένη ανάμεσα σε μια γριά μαυροφόρα που μοιρολογούσε στα τούρκικα και το μεγαλύτερο απ’ τ’ αδέρφια της τον Γιώργη, έσφιγγε τον μικρό ξανθομάλλη αδερφό της στην αγκαλιά της και προσπαθούσε με το παιδικό της μυαλό να ξεκαθαρίσει αυτό που συνέβαινε σ’ αυτήν την ίδια, στην οικογένειά της και στον κόσμο γύρω της.

Κανένας δε μιλούσε. Οι πιο πολλοί είχαν κουρνιάσει και με τα μάτια ορθάνοιχτα κοίταγαν το σκοτάδι. Μόνο κάτι παιδιά έκλαιγαν. Όταν ξύπνησε ένιωσε τον Ηλία στην αγκαλιά της παγωμένο. Τον σκέπασε με τη ζακέτα της και κοίταξε τα δύο μικρά που κοιμόνταν δίπλα της. Τότε ήταν που είχε αρχίσει να κουνάει το καράβι γερά. Σε λίγο οι πιο πολλοί ξέρναγαν ή βογκούσαν μες τη νύχτα.

 Η Έφο έβλεπε μπροστά της το σκοτάδι της θάλασσας και φανταζόταν ένα τεράστιο στόμα από το τέρας του παραμυθιού. Έκανε και θόρυβο το στόμα. Και έτρωγε και έφτυνε. Έτρεμε απ’ το φόβο της. Και απ’ το κρύο. Και αυτός ο Ηλίας στην αγκαλιά της, πάγος! Του έτριψε τα χεράκια . Τίποτα. Ξαφνικά και ενώ ένιωθε το στομάχι της να γυρίζει ανάποδα ένα τεράστιο κύμα ήρθε επάνω τους και τους συνέφερε όλους. Φωνές, κλάματα, η μυρωδιά από τα ξεράσματα και το μαύρο σκοτάδι!

Κρατούσε τον μικρό Ηλία αγκαλιά, σφιχτά όλη νύχτα. Μικρή η αγκαλιά αλλά γερή, σαν της μάνας της. Το καράβι τώρα κούναγε όλο και πιο δυνατά. Αυτή, αν και έντεκα χρονών δεν έκλαιγε πια. Μέρες τώρα δεν έκλαιγε πια.

Όταν ξύπνησε απ’ το φως της ημέρας, η αγκαλιά της άδεια. Τον Ηλία δεν τον ξαναείδε. Δεν έμαθε ποτέ τι έγινε. Όπως και με τους γονείς της. Την επόμενη μέρα μούσκεμα από τη θάλασσα, στεγνοί από δάκρυα έφτασαν στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, ένα βαλτότοπο τότε, το 1922. Πρόσφυγες!