Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Wild Roses



                                      Wild roses


Η άνοιξη είχε ένα συγκεκριμένο άρωμα για τη Μαρία. Όχι απαραίτητα λουλουδένιο. Μάλλον σαν αυτό που θα προκαλούσε ένας πόνος στο στομάχι. Ένα ανακάτεμα στο στομάχι. Αυτήν τη μυρωδιά τη θυμόταν από τότε που έφυγαν οι άλλοι κι έμεινε μόνη της στην πόλη, καθώς περιφέρονταν από δω κι από κει στους δρόμους, μη ξέροντας πού να πάει. Ήταν άνοιξη . 

Μετά, την ξαναθυμήθηκε όταν συνοδεύονταν και από εξαγωγές των λιγοστών τροφών που κατανάλωνε . Τρεις μήνες και κάτι και δεν είχε πάρει χαμπάρι τι γινόταν. Το γελοίο είναι ότι ένιωθε μόνη! Ενώ κουβάλαγε μέσα της μια ψυχή επί τρεισήμισι  μήνες! Ο Αγήνωρ!! Έτσι το ονόμασε και το φαντάστηκε για μια στιγμή μελαχρινό, με σγουρά μαλλιά. Δε σκέφτηκε να το κρατήσει.
Δεν ήταν άσκημη μυρωδιά. Καμιά φορά μύριζε σκέτα τριαντάφυλλα. Από εκείνα τα παλιά. Τα άγρια, τα ροζ που αργότερα τα μάζευε σ’ ένα ταψί, τους έριχνε ζάχαρη και λυπόταν να τα κάνει γλυκό, τόσο όμορφα που μύριζαν!

Άλλοτε πάλι, όπως τότε στη Χαλκιδική, μύριζε σαν θαλασσινά. Χταπόδια, ας πούμε. Τότε ήταν πάλι μόνη. Στ’ αλήθεια. Όταν την απέλυσαν από το ξενοδοχείο, η βαμμένη ευτραφής σύζυγος του γέρου ιδιοκτήτη της το ανακοίνωσε χωρίς αιτιολόγηση. Δεν ζήτησε να μάθει το λόγο. Πήγε στο μπουντρουμάκι που της είχαν δώσει για δωμάτιο και απλά μάζεψε τα ρούχα της. Τη βαλίτσα την παράτησε στην άμμο και κάθισε στο βράχο. Έβλεπε απέναντι τη Σιθωνία. Πόσο όμορφο μπορεί να γίνεται το τοπίο στις πιο απρόβλεπτες  στιγμές! Και τότε ήρθε αυτή η μυρωδιά από παραγουλιασμένα χταπόδια!

Δυο χρόνια αργότερα, στην ίδια παραλία, μύριζε ο έρωτας της ζωής της. Γιασεμί. Στα μαύρα γένια του! Βασιλικός. Στα πράσινα μάτια του!

Ακόμα πιο παλιά, πολύ παλιότερα, όταν ο μπαμπάς την άφηνε στο χωριό κι έφευγε, πάλι εκεί η μυρωδιά. Στην πυτζάμα του τώρα. Την έβρισκε δίπλα της όταν ξυπνούσε κι αυτός είχε φύγει. Ζεστή ακόμα. Την έπαιρνε αγκαλιά κι έτρεχε γύρω- γύρω από το σπίτι.

Μετά, όταν το γιασεμί μαράθηκε, άφησε το χνώτο του στο κίτρινο πουκάμισο. Ένα χρόνο και μισό το ανάσαινε, η Μαρία.

Πάντα έψαχνε μια μυρωδιά. Να γεμίζει τα κενά. Να καλύπτει το τσιγαρισμένο κρεμμύδι της ζωής της. Κι έβρισκε. Πάντα έβρισκε. Με αναγούλα ή χωρίς.

Αλλά αυτή που τρύπωσε στο πνευμόνι βαθειά ήταν η μυρωδιά από το νυχτολούλουδο. Τρία της είχε σπείρει στον κήπο.


        Δεύτερη ματιά


Η άνοιξη είχε ένα συγκεκριμένο άρωμα για τη Μαρία. Όταν έφυγαν όλοι οι φίλοι, που είχαν έρθει στην πόλη φοιτητές, κάποιοι από Αθήνα, αλλά οι πιο πολλοί από Κρήτη, η πόλη είχε αδειάσει και ο θυμός της Μαρίας μύριζε χειρότερα από τη λύπη της.  Η πόλη μύριζε ξερατά. Ήταν άνοιξη.

Το Αγηνοράκι το βάφτισε ο «πατέρας» του. Δε γεννήθηκε ποτέ. Δεν ήταν καν σίγουρη ότι ήταν ο πατέρας. Εκείνη τη νύχτα στο αστικό μόλις που πρόλαβε να κατέβει. Τη χτύπησε ο αέρας και συνήλθε. Πήγε στο σπίτι που έμεναν όλοι τους και τώρα έμενε μόνο ο ένας. Για λίγες μέρες ακόμα κι αυτός. Όχι ο δικός της ο ένας, αλλά ο άλλος. Που ερωτεύτηκε το χορό του η Μαρία, την αυθεντικότητά του. Έμεινε όλο το βράδυ και αηδίασε. Η νύχτα μύριζε ξερατό και αυτή ήταν έγκυος τρεισήμισι μηνών. Δεν το ήξερε ακόμη!!

Μιλούσαν για ποίηση, ενώ οι άλλοι έπαιζαν πρέφα. Πήγαιναν σινεμά οι δυο τους, οι άλλοι στα μπιλιάρδα. Δεν ήταν άσκημη μυρωδιά. Καμιά φορά μύριζε σκέτα τριαντάφυλλα. Από εκείνα τα παλιά. Τα άγρια, τα ροζ. Καμιά φορά πάλι σκεφτόταν η Μαρία, ότι αυτός απλά ήθελε να επιβεβαιωθεί και να «νικήσει» τον συγκάτοικό του. Να του πάρει αυτό που είχε, δηλαδή τη Μαρία. Αυτή παραμυθιάζονταν όπως πάντα από το χορό του, τη λεβεντιά του…. Τα άγρια ροζ τριαντάφυλλα, ήταν πλαστικά. Καμιά μυρωδιά. Φορές.

Όταν η χοντρή βαμμένη σύζυγος την απέλυσε, έχασε τον κόσμο. Η Μαρία. Είχε προσπαθήσει πολύ να βρει αυτήν τη δουλειά. Έπρεπε να πληρώσει το νοίκι, να συντηρήσει τη μάνα. Πήγε στην παραλία. Κάθισε στο γνωστό βραχάκι και σκεφτόταν μήπως θα ήταν καλύτερα να τελειώνει μ’ αυτό το θέατρο; Μια χαρά μύριζε η θάλασσα, σάπια φύκια, στάσιμα νερά. Τη βαλίτσα την είχε παρατήσει στην άμμο.

Δυο χρόνια αργότερα στην ίδια παραλία, γνώρισε τον άνθρωπο που θα ζούσε μαζί του πολλά χρόνια. Ήταν λυπημένος γιατί μόλις είχε χωρίσει με μια νεαρή που δεν πρόλαβε καλά-καλά να γνωρίσει και οι διακοπές της τελείωσαν, οπότε έδωσε όρκους κι έφυγε. Ήταν γι αυτό το λόγο λυπημένα τα πράσινα μάτια του. Αξύριστος, από το ξενύχτι. Μύριζε κουαντρώ η νύχτα εκείνη και η πρώτη τους κουβέντα ήταν για τα ποτήρια που ταίριαζαν καλύτερα μ’ αυτό.

Η Μαρία δε θα ξέχναγε ποτέ την απελπισία όταν ξυπνούσε στο χωριό μόνη. Ο μπαμπάς που κοιμόντουσαν μαζί, έφευγε κρυφά κι όταν αυτή ξυπνούσε έβρισκε δίπλα της την πυτζάμα του, μόνο. Ζεστή ακόμα. Την έπαιρνε αγκαλιά κι έτρεχε γύρω-γύρω από το σπίτι. Μύριζε μπαμπά. Που έφυγε και την παράτησε με τη γιαγιά στο χωριό.

Όταν χρόνια μετά ο σύντροφός της έφυγε οριστικά κι αμετάκλητα, βρήκε το βρώμικο, κίτρινο πουκάμισό του, στ’ άπλυτα. Το πήρε και το έκρυψε στο δεύτερο συρτάρι. Εκεί ένα χρόνο και μισό το ανάσαινε η Μαρία. Μύριζε ιδρώτα.

Πάντα έψαχνε μια μυρωδιά. Να γεμίζει τα κενά. Πάντα έβρισκε κι όταν δεν έβρισκε, προσποιούταν και παραμυθιάζονταν.

Η νύχτα, στις Σπέτσες, μύριζε νυχτολούλουδο. Τρία της είχε σπείρει στον κήπο. Αυτή η μυρωδιά τρύπωσε στο πνευμόνι βαθειά.