Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Τρομοκράτης του Τζων Άπνταϊκ










Ο Άχμαντ είναι ένας νεαρός Αμερικανός, λίγο μελαμψός λόγω του Αιγύπτιου πατέρα,  ενώ η μητέρα του ολλανδικής καταγωγής, κοκκινομάλλα αμερικανίδα, που ερωτεύτηκε τον μετανάστη, γέννησε το παιδί του και στη συνέχεια έμεινε μόνη να το μεγαλώσει.

 Από νωρίς κατάλαβε ότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός της και για να έχει το χρόνο της να ζωγραφίζει και να ερωτεύεται έστελνε το παιδί σε έναν ιμάμη να κάνει μαθήματα αφού το ίδιο το ζήτησε και ένιωθε  καλά εκεί, καλύπτοντας έτσι την απουσία του πατέρα,  με την ηρεμία που αποκόμιζε από τη θρησκεία του. 

Στα δεκαοχτώ του, ο Άχμαντ ήταν ένας ευσεβής μουσουλμάνος που περιφρονούσε την άδεια από αξίες, θεό και αγνά ιδανικά, καταναλωτική ζωή των συμμαθητών του και στα σεξουαλικά καλέσματα των συμμαθητριών του ένιωθε να απειλείται η πίστη του. Το μυθιστόρημα αρχίζει : «Δαίμονες, μονολογεί ο Άχμαντ. Δαίμονες, που θέλουν να μου κλέψουν το θεό μου.» και αναφέρεται στα κορίτσια της ηλικίας του, που ενδιαφέρονται μόνο για την εμφάνισή τους και το σκέτο σεξ και τελειώνει με μια παρόμοια πρόταση.

Ο Άπνταϊκ, ως καλός δημιουργός έχει εμβαθύνει στο θέμα του, έχει κάνει τις έρευνές του – έχει μελετήσει το κοράνι σε βάθος και έχει μπει στο μυαλό του ήρωά του, κάτι όμως δεν με έπειθε σε ορισμένα σημεία ότι αυτός ήταν ένα αληθινός αμερικανός μουσουλμάνος. 

Το βιβλίο είχε την τύχη να μεταφραστεί από τον Αύγουστο Κορτώ και έτσι η ανάγνωσή του κυλάει ομαλά σαν πρωτότυπο.

Γράφτηκε το 2003, αλλά δεν εκμεταλλεύεται καθόλου το γεγονός της εντεκάτης του Σεπτέμβρη για να δημιουργήσει έντονα συναισθήματα. Νομίζω ότι στο θέμα της αντικειμενικής παρουσίασης της τρομοκρατίας, ο Άπνταϊκ τα κατάφερε καλά.

Γενικά όμως δεν πήρα την απόλαυση που περίμενα από τον « μεγαλύτερο εν ζωή αμερικανό συγγραφέα».

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

Middlesex by Jeffrey Eugenides











Ανάμεσα στα δύο φύλα  (751 σελίδες)
του Τζέφρυ Ευγενίδης

Το μακροσκελές μυθιστόρημα του ελληνικής καταγωγής σύγχρονου αμερικανού  λογοτέχνη Τζέφρυ Ευγενίδης (με την ονομαστική του ενικού να διατηρείται ανέπαφη ακόμα και για τα επίθετα γυναικών στις ΗΠΑ), είναι κατά την ταπεινή μου γνώμη ένα καταπληκτικό έργο, που θα διαβάζεται τουλάχιστον  όσο το θέμα του μπερδέματος των φύλων συνεχίζει να αποτελεί πρόβλημα, που επισύρει την παρέμβαση είτε της ιατρικής τώρα πια, είτε της δικαιοσύνης παλιότερα.

Ο Ευγενίδης δεν είναι ερμαφρόδιτος. Έτυχε να έρθει αντιμέτωπος με τις απόψεις ενός ερμαφρόδιτου που δημοσίευσε τα απομνημονεύματά του στα μέσα του 19ου αιώνα, του γάλλου Herculine Barbin ο οποίος γεννήθηκε κορίτσι και ερωτεύτηκε γυναίκα, οπότε την εποχή εκείνη σύρθηκε στο δικαστήριο και ο δικαστής, στα 1860, αποφάσισε ότι έπρεπε να «μεταμορφωθεί» σε άντρα. Αυτό  όμως οδήγησε στην αυτοκτονία του Herculine λίγα χρόνια αργότερα ο οποίος δεν άντεξε αυτή την αλλαγή.

 Ο Ευγενίδης ήθελε να ξαναπεί την ιστορία με τον δικό του τρόπο και με τα δικά του αισιόδοξα μηνύματα και έτσι βάζει την ηρωίδα του Καλλιόπη  Στεφανίδης, αμερικανίδα ελληνικής καταγωγής, να αρνείται να θεωρήσει την ιδιόμορφη κατάστασή της, που επιστημονικά ορίζεται ως «γένος ψευδοερμαφρόδιτων με ένζυμο κατάλυσης Αναγωγάσης 5-Άλφα», ως πρόβλημα που χρειάζεται χειρουργική επέμβαση. Θέλει να μείνει όπως είναι και να κανονίσει τη ζωή της/του όπως όλοι οι άνθρωποι. Γιατί ενώ επιθυμεί να είναι άντρας, αναγνωρίζει πολύ συχνά πως έχει και  γυναικεία χαρακτηριστικά στην ψυχοσύνθεσή της.

Πριν φτάσει στην ιστορία της Καλλιόπης σχεδόν στο τελευταίο τρίτο τού βιβλίου του, ο συγγραφέας αφηγείται με συναρπαστικό τρόπο την ιστορία της πρώτης και δεύτερης γενιάς των ελλήνων μεταναστών, παππούδων και γονέων της κεντρικής ηρωίδας του η οποία συχνά είναι η αφηγήτρια δίπλα σε έναν άλλο απρόσωπο αφηγητή, που σχεδόν στέκει δίπλα της.
Γεμάτο ανατροπές και εκπλήξεις σε συναρπάζει από την αρχή:

«Γεννήθηκα δύο φορές: πρώτα σαν κοριτσάκι, μια μάλλον ανέφελη μέρα του Γενάρη του 1960, στο Ντιτρόιτ, και πάλι μετά, σαν έφηβος, σε κάποιο θάλαμο στα Επείγοντα, κοντά στο Πετόσκι του Μίσιγκαν, τον Αύγουστο του 1974.»

 




Πέρα από την συναρπαστική ιστορία των παππούδων που ξεκινούν το 1922 με τη Μικρασιατική καταστροφή από τη Σμύρνη για την Ελλάδα και μετά για Αμερική – να κρύψουν πέρα από τον ωκεανό το αμαρτωλό μυστικό τους ότι αν και αδέρφια αγαπιούνταν και αποφάσισαν να παντρευτούν, πράγμα το οποίο πυροδότησε την γενετική  ιδιαιτερότητα της Καλλιόπης δυο γενιές αργότερα – ο Ευγενίδης που επίσης είναι έλληνας τρίτης γενιάς στην Αμερική από την πλευρά του πατέρα του, μας δίνει πολλές και ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τα μπερδεμένα φύλα στην παγκόσμια ιστορία, όπως για παράδειγμα ότι στη φυλή Ναβάχο, αν ένα άτομο θέλει να αλλάξει φύλο, το αφήνουν χωρίς να το εξευτελίζουν, αλλά αντίθετα το τιμούν. Οι σαμάνος της φυλής προέρχονται από τέτοια άτομα που θεωρούνται πολύ χαρισματικά: θεραπευτές, καλλιτέχνες και μεγάλοι υφαντές.

Όπως και νάχει, μια ωραία παρέα για το φθινόπωρο που έρχεται – και όλο δεν έρχεται – για όσους δεν έχουν καλύτερες επιλογές.

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Στη γιαγιά Αφροδίτη.



Κρατούσε τον μικρό Ηλία αγκαλιά, σφιχτά όλη νύχτα. Μικρή η αγκαλιά αλλά γερή, σαν της μάνας της. Το καράβι τώρα κούναγε όλο και πιο δυνατά. Αυτή, αν και έντεκα χρονών δεν έκλαιγε πια. Μέρες τώρα δεν έκλαιγε πια.

Όταν ξεκίνησαν «ασήν πατρίδαν», έτρεχε πίσω από τους θείους της. Όλοι οι μεγάλοι,  αναστατωμένοι μάζευαν πράγματα και φώναζαν. Δεν καταλάβαινε τι γινόταν και γι αυτό έτρεχε από πίσω τους και έκλαιγε.

 «Έφο, τα χρυσαφικά της μάνας σου τα πήρες;» τη ρώταγαν.

«Πού είναι η μάνα μου;» ρώταγε αυτή.

Αυτοί ρωτούσαν για τα χρυσαφικά, τις λίρες και αυτή ρωτούσε για τη μάνα και τον πατέρα της. Όταν πια είδε τους μεγάλους να φεύγουν, φώναξε τα μικρά αδέρφια της και χωρίς να κοιτάξει το αρχοντικό που άφηνε πίσω, ακολούθησε το τσούρμο που έφευγε πανικόβλητο. Πήρε τον μικρό Ηλία αγκαλιά και τα άλλα δύο τής φώναζαν , «Θέλω τη μαμά, πού είναι η μαμά;» όπως φώναζαν τις τελευταίες δύο μέρες, όταν κουρασμένα απ’ το παιχνίδι γύριζαν στο σπίτι. Τώρα όμως η Έφο καταλάβαινε ότι «το κακό» - χωρίς να μπορεί να το προσδιορίσει - είχε γίνει και έτρεχε πίσω από τους θείους και όλους τους χωριανούς που έφευγαν. 

Σταμάτησε να κλαίει, όχι όταν την έσπρωχναν απ’ όλες τις μεριές για να μπουν σ’ ένα καράβι, αλλά όταν νύχτωσε πια και καθισμένη στο κατάστρωμα, στριμωγμένη ανάμεσα σε μια γριά μαυροφόρα που μοιρολογούσε στα τούρκικα και το μεγαλύτερο απ’ τ’ αδέρφια της τον Γιώργη, έσφιγγε τον μικρό ξανθομάλλη αδερφό της στην αγκαλιά της και προσπαθούσε με το παιδικό της μυαλό να ξεκαθαρίσει αυτό που συνέβαινε σ’ αυτήν την ίδια, στην οικογένειά της και στον κόσμο γύρω της.

Κανένας δε μιλούσε. Οι πιο πολλοί είχαν κουρνιάσει και με τα μάτια ορθάνοιχτα κοίταγαν το σκοτάδι. Μόνο κάτι παιδιά έκλαιγαν. Όταν ξύπνησε ένιωσε τον Ηλία στην αγκαλιά της παγωμένο. Τον σκέπασε με τη ζακέτα της και κοίταξε τα δύο μικρά που κοιμόνταν δίπλα της. Τότε ήταν που είχε αρχίσει να κουνάει το καράβι γερά. Σε λίγο οι πιο πολλοί ξέρναγαν ή βογκούσαν μες τη νύχτα.

 Η Έφο έβλεπε μπροστά της το σκοτάδι της θάλασσας και φανταζόταν ένα τεράστιο στόμα από το τέρας του παραμυθιού. Έκανε και θόρυβο το στόμα. Και έτρωγε και έφτυνε. Έτρεμε απ’ το φόβο της. Και απ’ το κρύο. Και αυτός ο Ηλίας στην αγκαλιά της, πάγος! Του έτριψε τα χεράκια . Τίποτα. Ξαφνικά και ενώ ένιωθε το στομάχι της να γυρίζει ανάποδα ένα τεράστιο κύμα ήρθε επάνω τους και τους συνέφερε όλους. Φωνές, κλάματα, η μυρωδιά από τα ξεράσματα και το μαύρο σκοτάδι!

Κρατούσε τον μικρό Ηλία αγκαλιά, σφιχτά όλη νύχτα. Μικρή η αγκαλιά αλλά γερή, σαν της μάνας της. Το καράβι τώρα κούναγε όλο και πιο δυνατά. Αυτή, αν και έντεκα χρονών δεν έκλαιγε πια. Μέρες τώρα δεν έκλαιγε πια.

Όταν ξύπνησε απ’ το φως της ημέρας, η αγκαλιά της άδεια. Τον Ηλία δεν τον ξαναείδε. Δεν έμαθε ποτέ τι έγινε. Όπως και με τους γονείς της. Την επόμενη μέρα μούσκεμα από τη θάλασσα, στεγνοί από δάκρυα έφτασαν στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, ένα βαλτότοπο τότε, το 1922. Πρόσφυγες!