Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Σαπφώ


                                                      

                                                     
                                     Αλκαίος και Σαπφώ


Γράφοντας για τη Σαπφώ και την ποίησή της ελάχιστα πράγματα μπορούν να δηλωθούν με σιγουριά. 

Τα αποσπάσματα από τα ποιήματά της που σώζονται – μόλις ένα γνωρίζουμε ολόκληρο- αποτέλεσαν από την αρχαιότητα ακόμα αιτία για  αμφιλεγόμενες συζητήσεις.

 Σε μια ποίηση τόσο απομακρυσμένη χρονικά – υπολογίζεται στα τέλη του 7ου και αρχές του 6ου αιώνα π.Χ.- και τόσο αποσπασματική πολλά πράγματα παραμένουν απλές εικασίες.

Ωστόσο έχουν εκπονηθεί πολυάριθμες, πολύ σημαντικές αλλά και αντιφατικές  μελέτες , έχουν εκδοθεί πάρα πολλά δοκίμια σχετικά με τα ποιήματά της και ισάριθμες αμφιλεγόμενες τοποθετήσεις για αυτά και για την ίδια. 

Κανένας όμως δεν αμφισβήτησε την ποιότητα της ποίησής της και μάλιστα κάποιοι τόλμησαν να την χαρακτηρίσουν «ισάξια του Ομήρου». 

Οι σχολιαστές μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα, όταν τη βάζουν να συναγωνίζεται άλλους ποιητές είναι κυρίως γυναίκες. Εξαίρεση αποτελεί ο Πλούταρχος (46-119 μ.Χ.), ο οποίος στο Περί Αρετής γυναικών  τολμά να ισχυρισθεί ότι:

η τέχνη της ποίησής είναι ίδια
είτε ασκείται από άντρες είτε από γυναίκες,

ωστόσο συγκρίνει τη Σαπφώ όχι με τον Όμηρο (ο οποίος αποτελεί την επιτομή της επιτυχίας και της φήμης ακόμα και τον 2ο αιώνα μ.Χ.) αλλά με τον Ανακρέοντα.

Είναι ανάγκη  να λάβουμε υπόψη τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες της εποχής της.



                                                       
 Είναι μια ανδροκρατούμενη κοινωνία όπου οι γυναίκες δεν μπορούν να συμμετέχουν παρά σε ελάχιστες κοινωνικές εκδηλώσεις. Σε μικτές, όπως οι συγκεντρώσεις όπου οι ραψωδοί απαγγέλουν τα ομηρικά έπη, σε γαμήλιες τελετές της ανδροκρατούμενης, αριστοκρατικής κοινωνίας της Λέσβου ή σε αποκλειστικά γυναικείες συγκεντρώσεις. 

Και η ποίηση ασκείται με το λόγο, προφορικά, όχι με το γραπτό κείμενο. 

Η συμμετοχή των γυναικών στην ποίηση διευκολύνθηκε με το τέλος του αρχαιοελληνικού προφορικού πολιτισμού και τη μετεξέλιξη της ποίησης σε γραπτή τέχνη, περίπου κατά την ελληνιστική εποχή.

Παρόλα αυτά αρκετές ποιήτριες, της ανατολικής κυρίως Ελλάδας, συγκέντρωναν ομάδες κοριτσιών-μαθητριών και τους μάθαιναν μουσική, χορό και κατά κάποιον τρόπο τις εκπαίδευαν να περάσουν από την εφηβική ηλικία σε ηλικία ώριμη για γάμο.

 Όσον αφορά την ομάδα της Σαπφούς είχε σίγουρα διδακτικό χαρακτήρα αλλά κρίνοντας από κάποια αποσπάσματα ποιημάτων της, η ποιήτρια μέσα σ’ αυτή την ομάδα ανέπτυσσε και συναισθηματικές σχέσεις και κάποιες φορές αυτές προχωρούσαν σε ομοφυλοφιλικές επαφές, όπως φαίνεται να δείχνουν κάποια αποσπάσματα:

Απόσπασμα Νο 31

Σαν τους θεούς στα μάτια μου φαντάζει
ο άντρας αυτός που κάθεται αντικρύ σου,
και τη γλυκιά φωνή σου ακούει, το γέλιο
που ανάβει πόθους·

όμως την ώρα αυτή σε μένα αλήθεια
ταράζεται η καρδιά βαθιά στα στήθη·
τι κάθε που σε δω, φωνή από το στόμα
πια δε μου βγαίνει!

Μου σπάνει η γλώσσα, φλόγα το κορμί μου
το διαπερνάει κρυφή την ίδια ώρα·
τίποτε πια τα μάτια δε θωρούνε,
τα  αυτιά βουίζουν·

σταλάζει ο ιδρώτας, το κορμί μου ακέριο
ζώνει η τρεμούλα, κι απ’ το χόρτο δείχνω πιο
πράσινη· λίγο θαρρώ μου λείπει
να ξεψυχήσω!

Όμως καρδιά μου, υπομονέψου……

Μτφρ. Ι.Θ. Κακριδής
(τα υπόλοιπα στον πάπυρο δεν διακρίνονται).

«Στο αρχαίο ελληνικό έπος ή στην αρχαία ελληνική λυρική ποίηση δεν υπάρχει τίποτα που να προσεγγίζει, έστω και ελάχιστα, τη δύναμη αυτής της περιγραφής της έντονης συναισθηματικής και σωματικής αντίδρασης της αφηγήτριας στην παρουσία της γυναίκας για την οποία νοιώθει επιθυμία.»


Έχουν γραφεί πολλές και διαφορετικές ερμηνείες γι αυτό το απόσπασμα, ένας μελετητής με το όνομα George Devereux λέει ότι αποτελεί κλινική περιγραφή αυτού που ονομάζεται ομοφυλοφιλική «κρίση άγχους».

Μέρος του προβλήματος που αντιμετώπισαν οι ιστορικοί και κριτικοί της λογοτεχνίας στην ερμηνεία της ποίησης της Σαπφούς είναι ακριβώς  αυτή η ομάδα των τραγουδιών της, που φαίνονται να έχουν σχεδιαστεί για ιδιωτική ακρόαση, και πώς είναι δυνατόν να απευθύνονταν σε δημόσιο ακροατήριο;

Μια άλλη ομάδα αποσπασμάτων είναι αυτά που αναφέρονται σε γαμήλιες τελετές και τα οποία επίσης απευθύνονται σε δημόσιο ακροατήριο και εμπεριέχουν συχνά, όπως αργότερα και η αθηναϊκή κωμωδία, περιπαικτική κριτική και χυδαίους αστεϊσμούς για το γαμπρό.

Και μια τρίτη ομάδα των αποσπασμάτων της Σαπφούς είναι αυτή που περιλαμβάνει λυρικά τραγούδια που μπορεί να προορίζονταν για κάποιες συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως είναι η «Ωδή στην Αφροδίτη», το μοναδικό σωζόμενο ολόκληρο ποίημα της Σαπφούς:

Απόσπασμα 1

Αθάνατη Αφροδίτη, που κάθεσαι σε πλουμιστό θρόνο,
κόρη του Δία πολυμήχανη, σε παρακαλώ:
Δέσποινα, μη βασανίζεις με έγνοιες και στενοχώριες
την καρδιά μου!
Αλλά έλα κοντά μου, αν κάποτε άλλοτε,
άκουσες τη φωνή μου από μακριά
και εισάκουσες την προσευχή μου. Τότε άφησες το χρυσό
παλάτι του πατέρα σου και ήρθες
ζεύοντας την άμαξά σου. Όμορφα σπουργίτια σε φέρανε
γρήγορα κάτω στη μαύρη γη.
Χτυπώντας γοργά τα φτερά τους και διασχίζοντας τον
αιθέρα ήρθαν από τον ουρανό.
Γρήγορα φτάσανε· κι εσύ μακαρισμένη,
με γελαστό το αθάνατό σου πρόσωπο,
με ρωτούσες τι έπαθα πάλι,
τι επιθυμεί πιο πολύ
η τρελή καρδιά μου «Ποιο αγαπημένο πρόσωπο πρέπει η πειθώ
να φέρει τώρα στην αγάπη σου; Πες μου, Σαπφώ, ποιος σε αδικεί;
Σε αποφεύγει; Σύντομα θα σε κυνηγήσει η ίδια.
Δε δέχεται δώρα; Θα σου προσφέρει η ίδια·
Δε σε αγαπά; Σύντομα θα σε αγαπήσει, ακόμα και παρά τη θέλησή της».
Έλα τώρα και λύτρωσέ με από το βαρύ
μαράζι. Εκπλήρωσε αυτό που η καρδιά μου ποθεί να γίνει
και γίνε σύμμαχός μου.

(Μετάφραση Δανιήλ Ιακώβ)

Μοιάζει με αγώνα ποίησης με τον μεγάλο δάσκαλο, τον Όμηρο και μπορεί να διαβαστεί σε πολλά επίπεδα. Όμως αυτή η ανάλυση έχει καλύψει τόμους επί πολλούς αιώνες και δεν αφορά αυτή τη συνοπτικότατη παρουσίαση.

Σε  ένα άλλο απόσπασμα η Σαπφώ καλεί πάλι την Αφροδίτη να έρθει σε ένα ιερό, όπου υπάρχει ένα άλσος με μηλιές και τρεχούμενο νερό, τριαντάφυλλα που σκιάζουν το ιερό, ένα λιβάδι όπου βόσκουν άλογα, ολάνθιστο με ανοιξιάτικα λουλούδια και το αεράκι που φυσάει γλυκά. Το όλο τοπίο είναι βαθιά ερωτικό και υποβλητικό αλλά και μαγευτικό, «ο ύπνος στάζει από τα δέντρα». Είναι η μαγεία που διαποτίζει όλη την ποίηση της μεγάλης ποιήτριας.

Ο δημόσιος βίος, την εποχή που έζησε η Σαπφώ αποτελούσε μια σφαίρα που ανήκε στους άντρες. 

Εκεί μέσα εγκλωβισμένες οι γυναίκες έπρεπε να σιωπούν. 

Η Σαπφώ όμως δεν σιώπησε καθόλου. 

Τραγούδησε τα τραγούδια της δημόσια και ιδιωτικά και έκρυψε μέσα στα λιβάδια και στις τριανταφυλλιές όσες ομοερωτικές εικόνες μπορούσε.

 Με τη μαγική θέλξη των λέξεών της κατόρθωσε να περιγράψει τη θέλξη του έρωτα.






Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

Ηράκλειτος


Τάσος Φάλκος - Αρβανιτάκης

Για τον Ηράκλειτο σαν άνθρωπο, γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα.
 Ορισμένες  ιστορίες από διάφορους συγγραφείς της αρχαιότητας δίνουν κάποια, αθεμελίωτα όμως,  στοιχεία για τη ζωή του:
Γεννήθηκε στην Έφεσο καταγόμενος από βασιλική γενιά (;), σίγουρα είχε αριστοκρατική καταγωγή, με μια περιφρόνηση για τους πολλούς και με έντονη αντίθεση στην εξίσωση των ανθρώπων.
Ο Διογένης ο Λαέρτιος μεταφέρει από τον Στράβωνα τα εξής λόγια, που δεν ξέρουμε αν σίγουρα είναι του Ηράκλειτου ή παράφραση:
 «Κάθε ενήλικος Εφέσιος πρέπει να κρεμαστεί και να αφήσει την πόλη στα παιδιά. Και τούτο επειδή εξόρισαν τον Ερμόδωρο, τον καλύτερο ανάμεσά τους, λέγοντας ας μην υπερέχει κανείς μας, ή αν το κάνει να το κάνει αλλού και μεταξύ άλλων».

Ο Ηράκλειτος πρέπει να είναι στην ακμή του ως φιλόσοφος γύρω στο 500 π.Χ.

Δεν συμφωνούν όλοι οι ερευνητές ότι έγραψε βιβλίο.

Διασώθηκε μόνο μια τυχαία συλλογή από ρητά του γιατί πολλοί αρχαίοι συγγραφείς έγραψαν σχόλια για το έργο του.

Μεταξύ αυτών ο Πλάτων (ο οποίος και τον επανέφερε στο προσκήνιο), ο Αριστοτέλης, ο Κλήμης, ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο Πλούταρχος, ο Ιππόλυτος, – Χριστιανός επίσκοπος Ρώμης τον 3ο αιώνα – ο οποίος στην προσπάθειά του να ανασκευάσει όλες τις αιρέσεις και προσπαθώντας να αποδείξει ότι αυτές αποτελούν στην ουσία αναβιώσεις ειδωλολατρικών συστημάτων σκέψης, παραθέτει τις σχετικές θέσεις του Ηράκλειτου για να ανασκευάσει μια συγκεκριμένη αίρεση, και άλλοι.

Ο Ηράκλειτος δεν ήταν μαθητής κανενός, δίδασκε το μήνυμά του, που θεωρούσε αιώνια αλήθεια-πράγμα που έδινε ένα ύφος προφητικό στο λόγο του- με εκφράσεις σκοτεινές, σύντομες ρήσεις δύσκολα κατανοητές, καμιά φορά με ποιητικές εικόνες που υπόκειντο σε πολλές ερμηνείες, όπως οι χρησμοί του μαντείου, μάλλον γιατί πίστευε, ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να σκεφτούν από μόνοι τους, αν το προσπαθήσουν.

Στην αρχαιοελληνική σκέψη, ο υλικός και ο πνευματικός κόσμος ήταν ενωμένοι, χωρίς να δημιουργείται σύγχυση. 
Μεγάλο μέρος της σκοτεινότητας του Ηράκλειτου οφείλεται στο γεγονός ότι η σκέψη του τον έφερε σε ένα στάδιο όπου η ύλη και το πνεύμα ή το αφηρημένο και το συγκεκριμένο απαιτούν να τα σκεφτεί κανείς ξεχωριστά.

 Ο Λόγος, η θεία δύναμη που κυβερνά τον κόσμο είναι ταυτόχρονα μια φυσική υλική οντότητα – η φωτιά - και μια αφηρημένη έννοια – η αιώνια αλήθεια.

 Είναι όμως ακόμα πολύ επηρεασμένος από την προγενέστερη σκέψη για να προκαλέσει συνειδητά αυτόν τον διαχωρισμό.

Οι βασικές αρχές της ερμηνείας του κόσμου από τον Ηράκλειτο, περιέχονται σε 3 βασικές προτάσεις:

1. Η Αρμονία είναι πάντα προϊόν αντιθέτων, γι’ αυτό και το βασικό γεγονός στο φυσικό κόσμο είναι η σύγκρουση.

Οι Πυθαγόριοι υποστήριζαν ότι η Αρμονία δημιουργείται από τα αντίθετα τα οποία συγκρούονται και μετά τη σύγκρουση, όταν αυτή παύσει, παύουν και αυτά να είναι αντίθετα, αλλά εναλλάσσονται.

Ο Ηράκλειτος πίστευε ότι και πριν και μετά τη σύγκρουση των αντιθέτων, αυτά εξακολουθούν να υφίστανται ως αντίθετα.

 Ότι η Αρμονία αποτελείται από αυτά τα αντίθετα και ότι αν έπαυε αυτός ο αγώνας ανάμεσά τους θα σήμαινε τη διάλυση του Σύμπαντος.

 Η ειρήνη και ο πόλεμος δεν διαδέχονται ο ένας την άλλη με τη σειρά, αλλά πάντα στον κόσμο υπάρχει και ειρήνη και πόλεμος. 

Αυτή τη θέση του Ηράκλειτου την αντιλήφτηκε πρώτη φορά ο Πλάτωνας, πολλά χρόνια αργότερα. 

Είναι η θεωρία της αρμονίας των αντιθέτων. 

Για να την εκφράσει, ο Ηράκλειτος χρησιμοποιεί συμβολική γλώσσα, όπως ο Ιησούς: σκεφτείτε ένα δρόμο που είναι ο ίδιος δρόμος που σας φέρνει από το βορρά στο νότο ή από το νότο προς το βορρά, το θαλασσινό νερό, που αποτελεί στοιχείο ζωής για τα ψάρια, θάνατο για τους ανθρώπους, ένα χειρουργό που προκαλεί οξύ πόνο για να θεραπεύσει πόνο.
 Όλα είναι καλά και κακά ταυτόχρονα και η πάλη των αντιθέτων διατηρεί τον κόσμο όπως τον ξέρουμε.

2.    Τα πάντα βρίσκονται σε συνεχή κίνηση και αλλαγή

Ο κυκεώνας ήταν ένα ποτό ή ρόφημα στην αρχαία Ελλάδα, από την εποχή του Ομήρου και μετά. Γινόταν με ένα κύπελο κρασί μέσα στο οποίο ανακάτευαν κριθάρι και τριμμένο τυρί. Αυτά βέβαια δεν διαλύονταν, οπότε το μίγμα έπρεπε να ανακατεύεται μέχρι να το πιουν.

Για να δείξει ο Ηράκλειτος ότι τα πάντα βρίσκονται σε συνεχή κίνηση και αλλαγή, είπε: «Ακόμα και ο κυκεώνας διαλύεται όταν δεν κινείται.» 

Δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι, λέει ο Ηράκλειτος με τον ποιητικό του λόγο και ο Πλάτων εξηγεί, ότι ο Ηράκλειτος εννοούσε ότι «τα πάντα κινούνται και τίποτα δεν μένει ακίνητο».

Ο Αριστοτέλης λέει ότι ο Πλάτων εξαιτίας αυτών των ιδεών του Ηράκλειτου οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η γνώση του αισθητού κόσμου ήταν αδύνατη και επειδή δεν μπορούσε να δεχτεί ότι η γνώση ήταν αδύνατη, έφτιαξε ένα μόνιμο και απόλυτο κόσμο έξω από τη φυσική πραγματικότητα, εφηύρε τη θεωρία των Ιδεών.

3.  Ο κόσμος είναι μια ζώσα και αιώνια φωτιά.

Απόσπασμα 30, Κλήμης, Στρωματείς [Πλούταρχος, Περί…ψυχογονίας]:
«κόσμον τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα».

« Τον κόσμο αυτόν, που είναι ίδιος για όλα τα όντα, δεν τον έπλασε κανένας θεός και κανένας άνθρωπος, αλλά ήταν πάντα, είναι και θα είναι αείζωο πυρ, που ανάβει σύμφωνα με ορισμένο μέτρο και όμοια σβήνει».

Η φωτιά στη γενική της έννοια δεν είναι αυτό που ο Ηράκλειτος εννοεί με τη λέξη.

 Γιατί η φωτιά ως πρωταρχικό στοιχείο του κόσμου; 

Όπως είπε και ο Αριστοτέλης στο Περί Ψυχής, πρώτον η φωτιά είναι το πιο λεπτό στοιχείο που πλησιάζει προς το άυλο, βρίσκεται η ίδια σε κίνηση και μεταδίδει κίνηση σε άλλα πράγματα. 

Δεύτερον, όπως ήξερε ο Αριστοτέλης, η φωτιά είναι το ίδιο με την ψυχή, το όχημα της ζωής. 

Το ότι η ψυχή ταυτίζεται με τη φωτιά είναι μια δημοφιλής αρχαιοελληνική πεποίθηση.

Ο υλισμός του Ηράκλειτου φαίνεται στη θεωρία της αδιάκοπης ροής, διότι πράγματι το υλικό των πραγμάτων αλλάζει πάντα και ό,τι παραμένει είναι η μορφή.


«Οι σκέψεις στο μυαλό του Ηράκλειτου ήταν μπροστά από την εποχή του και τη γλώσσα του», γράφει ο μελετητής του W.K.C Guthrie


Σύμφωνα με την εκτίμηση του ίδιου του Ηράκλειτου για τον εαυτό του, ήταν προφήτης, γνώστης του θείου νόμου που η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν ήταν ικανή να συλλάβει και μπορούσε να τους τον δείξει μόνο με μεταφορές και παραδοξολογίες, όπως ο θεός στο Μαντείο.

Αυτό που θεωρούμε σταθερότητα και ηρεμία στον κόσμο είναι στην πραγματικότητα μια ακατάπαυστη πάλη αντίπαλων δυνάμεων, που έτυχε να φτάσουν σε μια ισορροπία έντασης.

Η  πάλη είναι ο απαραίτητος όρος της ύπαρξης και της αλλαγής. Τα πάντα κινούνται συνεχώς και αλλάζουν.

Οι ψυχές μας είναι πύρινες. Όταν πεθαίνουμε αυτές ενώνονται πάλι με τον αιώνιο Λόγο-πυρ που περιβάλλει τον κόσμο.


Στο μεσαιωνικό λεξικό Σούδα (ή Σουίδα) στο λήμμα για τον Ηράκλειτο αναφέρεται η εξής ιστορία για το τέλος του: αρρώστησε από υδρωπικία και δεν δέχτηκε να τον θεραπεύσουν οι γιατροί με τον τρόπο που ήξεραν, αλλά αλείφτηκε μόνος του με κοπριά και την άφησε να στεγνώσει στον ήλιο. Ξαπλωμένος όπως ήταν, πήγαν τα σκυλιά και τον κομμάτιασαν. Άλλοι λένε ότι χώθηκε μέσα στη άμμο και πέθανε.

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Κεφάλαιο 3




Τη δεκαετία του ’60 έκανε πολύ κρύο στη Θεσσαλονίκη.

 Εγώ πάντως κρύωνα πολύ. 

Η μαμά έλεγε ότι κρύωνα επειδή ήμουν «πετσί και κόκκαλο». Αυτή η κουβέντα στοίχειωνε την παιδική μου ηλικία.

Όταν νύχτωνε και ειδικά όταν φύσαγε ο βαρδάρης τα δαχτυλάκια μου πάγωναν και έτσουζαν.
 Και η μύτη μου. 
Τότε τυλιγόμουν στην κουβέρτα τη γκρι που σε άλλους καιρούς καθόμασταν επάνω της, πάνω στην ψηλή καρέκλα.

 Στο περίπτερο έκανε πολύ κρύο.

 Τότε έκλεινα και το μπροστινό τζάμι μέχρι τη μέση, γιατί μετά ήταν οι τσίχλες ΙΟΝ φυλλαράκια και δεν έκλεινε παραπάνω. Και προσπαθούσα να ζεστάνω τα χέρια μου με την ανάσα των 30 κιλών μου.

 Δεν στενοχωριόμουν καθόλου για όλα αυτά τα παγωμένα, μάλιστα ένοιωθα ασφαλής μέσα στις λαμαρίνες του περιπτέρου, καθώς έφερνα στο νου, το αγαπημένο μου κοριτσάκι με τα σπίρτα από το παραμύθι, που δεν είχε σπίτι, ούτε μαμά και η γιαγιά της είχε μόλις πεθάνει.

Εγώ είχα απ’ όλα.

Τις φορές που κρύωνα ανέβαινα πάνω στην ψηλή καρέκλα, καθόμουν «κούτσουλα» και τυλιγόμουν με την γκρι κουβέρτα, που μύριζε.

 Ήταν από τις ελάχιστες φορές που δεν διάβαζα στο περίπτερο, μόνο κοίταζα πέρα από το τζάμι προς την Κολόμβου, λαχταρώντας να δω την όμορφη μορφή της μάνας, που μόλις την έβλεπα ζεσταινόμουν. 
Στ’ αλήθεια.

Καμιά φορά ερχόταν εκείνος ο ψηλός, τυλιγμένος με το παλτό του, καθόταν στην είσοδο του 21, με τα χέρια στις τσέπες και με κοιτούσε. Και γω φοβόμουν λίγο αλλά και χαιρόμουν γιατί είχα παρέα μέσα στο κρύο σούρουπο. Με το ένα του χέρι πάντα να τρέμει μέσα στην τσέπη του και γω να του χαμογελώ. «Κρυώνει κι αυτός», σκεφτόμουν. Ο καημένος. Όταν έφευγε δεν έτρεμε το χέρι του  πια.
Είχε ζεσταθεί. 
Στην είσοδο του ’21.
Στο Βαρδάρη. 
Τη δεκαετία του '60.

Μια φορά που η γιαγιά η Έφο ήρθε από το χωριό να μας δει, είπε στη μαμά ότι θα μου φτιάξει ένα κουβαδάκι με κάρβουνα να το παίρνω στο περίπτερο για  να μην κρυώνω.
Το κουβαδάκι το βρήκα εγώ.
Σ’ ένα μαγαζί κάποιοι μοίραζαν κουβαδάκια με «βούτυρο».

 Κάποιοι που τους έλεγαν «οι Αμερικάνοι». 

Τους αγαπούσα πολύ αν και μάλλον δεν έμεναν εκεί κοντά, καταλάβαινα. 

Η  γιαγιά μ’ έστελνε να παίρνω ό,τι δίνανε πότε-πότε γιατί η ίδια δεν πήγαινε «σ’ αυτούς».

 Όταν τέλειωνε το περιεχόμενό τους, η γιαγιά φύτευε στα κουτιά βασιλικό που έφερνε από το χωριό.

 Εκείνη τη φορά το έπλυνε, όπως στο χωριό τις κατσαρόλες: Έβαζε μέσα λίγο νερό και λίγο χώμα, τις έτριβε καλά-καλά με τα χέρια της και μετά τις ξέπλενε.

Μετά με ένα καρφί – που μ’ έβαλε να το ψάχνω σε όλη τη γειτονιά, ώσπου τελικά βρήκα, η τυχερή, ένα στραβό και σκουριασμένο κοντά στην παράγκα της κυρά-Δέσποινας - άνοιξε δυο τρύπες και πέρασε ένα σκουριασμένο σύρμα που είχε φυλαγμένο. Και εγένετο χερούλι.

Έτοιμο το κουβαδάκι.

Ήταν τέλειο.

Είχαμε μεγάλη χαρά και οι δύο.
 Εγώ είχα και περιέργεια να δω τι ήθελε τελικά η γιαγιά να κάνει.
 Έβαλε μέσα στάχτη και από πάνω κάρβουνα από τη σόμπα. Το σκέπασε με μια πέτρα πλακουτσωτή και μου λέει «Παρ' το και πήγαινε. Τώρα δεν θα κρυώνεις».

 Πράγματι, δεν κρύωνα πια τόσο πολύ.

Μια χαρά.

 Μόνο που κάθε φορά που σκάλιζε τη σόμπα η γιαγιά έλεγε, «Τι ωραία κάρβουνα! Αχ να τα είχε τώρα η Ελένη στο περίπτερο!». 

Η μαμά. 

Πενήντα χρόνια αργότερα, η ιστορία με το κουβαδάκι και τον παιδεραστή δεν μοιάζει καθόλου λυπητερή, συγκριτικά με όσα συμβαίνουν στον κόσμο σήμερα.


Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Παυσανίας


Εξώφυλλο: Κεφαλή Αδριανού, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών


Ο περιηγητής Παυσανίας είναι ένας από τους συγγραφείς της ύστερης αρχαιότητας που κέρδισε τη θέση που του ανήκει πολύ αργότερα απ’ ότι του άξιζε.

Υπάρχει μία μόνο πηγή από τη βυζαντινή εποχή που του αποδίδει το έργο «Ελλάδος περιήγησις» και όπου αναφέρεται το όνομά του. Περαιτέρω πληροφορίες για τη ζωή του δεν έχουμε παρά μόνο από το ίδιο του το έργο και αυτές ελάχιστες:

 Κατάγονταν  μάλλον από την περιοχή κοντά στο όρος Σίπυλος της δυτικής Μικράς Ασίας. Πολύ πιθανόν από πλούσια οικογένεια, γεγονός που του έδωσε τη δυνατότητα να ταξιδεύει σε όλη την περιοχή γύρω από το Αιγαίο και όχι μόνο, επί 20 χρόνια και πλέον.

Όταν οι αυθεντίες - φιλόλογοι του 19ου αιώνα του απέδωσαν τον χαρακτηρισμό του αναξιόπιστου, από δικό τους λάθος, η ζημιά είχε γίνει.

 Μόνο μετά την ανακάλυψη των βασιλικών τάφων στις Μυκήνες από τον Ερρίκο Σλήμαν, αλλά και την επιτυχή ανασκαφή στην Τροία από τον ίδιο, που ακολούθησε το κείμενο του Παυσανία, αποκαταστάθηκε η φήμη του και έγινε ο αγαπημένος των αρχαιολόγων.


                                                   Μεσσήνη

Ο Παυσανίας περιγράφει τα μέρη που επισκέφτηκε με πολύ οργανωτικό τρόπο. Δεν ξέρουμε πού ήθελε να απευθυνθεί, σε τί κοινό, ταξιδιώτες ή απλούς πολίτες που επιθυμούσαν να διαβάσουν ένα λογοτεχνικό βιβλίο, αλλά μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι οργάνωσε τις επισκέψεις του σε γνωστά και άγνωστα μέρη της ευρύτερης περιοχής όπου κατοικούσαν Έλληνες, με εξαιρετικά αξιόλογο τρόπο, ακολουθώντας πορείες και διαδρομές δύσκολες και χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα μεταφοράς της εποχής του. Αυτή προσδιορίζεται, με βάση τις πληροφορίες από τα γεγονότα που περιγράφει, γύρω στον δεύτερο μεταχριστιανικό αιώνα.

Πολύ συχνά κάνει παρεκβάσεις στις περιγραφές των τόπων, για να διηγηθεί ιστορίες και να δώσει σχετικές πληροφορίες τις οποίες γνωρίζει από τα βιβλία που έχει διαβάσει αλλά και από ιστορίες, που έχει ακούσει από απλούς ανθρώπους.

Έχει ιδιαίτερη προτίμηση στην επίσκεψη και περιγραφή ναών και ιερών αλλά και στη δημιουργία καταλόγων με τα μνημεία, τα αγάλματα ή τα αναθήματα σε κάποιο ιερό. 

                                                   Μεσσήνη

Το πολύτιμο υλικό που έχει διασωθεί με το έργο του Παυσανία περιλαμβάνει αναθήματα στο Μαντείο των Δελφών αλλά και στην Ολυμπία, περιγραφές αναλυτικές πινάκων ζωγραφικής, αγαλμάτων και ολόκληρων πόλεων και περιοχών, όπως τα είδε ο ίδιος, τον 2ο αιώνα μ.Χ.

Ο Παυσανίας είναι έλληνας και αναδεικνύει τόπους και μνημεία που έχουν σχέση με την Ελλάδα, την ελεύθερη, κυρίως του 5ου αιώνα π.Χ. , δηλαδή 7 αιώνες πριν την εποχή του. 

Στα χρόνια του, όλες οι ελληνικές πόλεις που επισκέπτεται από τη Μ. Ασία και Β. Αφρική μέχρι την Ιταλία, είναι τμήματα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

 Και ο ίδιος, Ρωμαίος πολίτης!

Ο Παυσανίας είναι άριστος ως ξεναγός και αυτό αποδείχτηκε από τα ευρήματα των ανασκαφών.

Ιστορικός δεν είναι, ούτε επιδιώκει να είναι.

 Όμως έχει διαβάσει την ελληνική ιστορία ευρέως.

 Γνωρίζει και τον Ηρόδοτο –τον οποίο θαυμάζει και μιμείται- και τον Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, τον Πολύβιο κ.α., αλλά χρησιμοποιεί τις ιστορικές του γνώσεις απλά για να ζωντανέψει τις περιγραφές των τόπων και των μνημείων μόνο.

 Γράφει για τα ιστορικά θέματα από μνήμης και εδώ οφείλονται τα περισσότερα σφάλματά του.

Ο Παυσανίας ενδιαφέρεται μόνο για την ιστορία της ελεύθερης Ελλάδας. 

Περιγράφει διάφορα γεγονότα από την ύστερη Αρχαϊκή περίοδο τότε που η ιστορία και η μυθολογία είναι ακόμα μπερδεμένες - για τους Έλληνες αυτό ίσχυε για πολλούς αιώνες - έως τον 2ο μεταχριστιανικό αιώνα, την εποχή τη δική του, για την οποία αναφέρει ελάχιστα - για τους δικούς του λόγους - και αυτά αφορούν στη διοίκηση της Ελλάδας από τους ρωμαίους αυτοκράτορες.

 Το ενδιαφέρον του για την ιστορία της Ελλάδας φαίνεται να σταματά το 146 πΧ με την καταστροφή της Κορίνθου από τους Ρωμαίους, με εξαίρεση την άλωση των Αθηνών το  86πΧ . 

Δηλαδή εδώ και 3 αιώνες η ελεύθερη Ελλάδα που επιθυμεί και περιγράφει ο Παυσανίας δεν υπάρχει παρά σαν ρωμαϊκή επαρχία.

Η αξία του έργου του σήμερα πολλαπλή και πολύτιμη.

Την αξιοπιστία του έργου του Παυσανία επιβεβαιώνουν εκατοντάδες ανασκαφές:

στην Αγορά των Αθηνών,

στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς,

στο ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο,

στο ιερό του Δία στην Ολυμπία,

στα ιερά στην Αρκαδία, την Κόρινθο, την Μεσσήνη κ.α. πόλεις.

Ακόμη περιγράφει ένα προς ένα τα 200 περίπου αγάλματα Ολυμπιονικών, με το όνομα του αθλητή, το πατρώνυμο, την πόλη του, το αγώνισμα, το όνομα του γλύπτη που κατασκεύασε το άγαλμα, συχνά τη χρονολογία της νίκης του αθλητή και διάφορες άλλες ενδιαφέρουσες πληροφορίες.

Επιγραφές, ενεπίγραφες βάσεις αγαλμάτων, περιγραφές αγαλμάτων θεών τα οποία χάθηκαν, τοποθεσιών, σημαντικών και ασήμαντων χώρων που όλα κάτι έχουν να πουν για την εποχή τους, συμπληρώνουν σημαντικά, μέσα από το έργο του Παυσανία, το παζλ του αρχαίου ελληνικού κόσμου. 

Το έργο του Παυσανία αποτελεί πράγματι ένα θησαυροφυλάκιο πολύτιμων πληροφοριών.

Μπορεί να μην είναι ένας αξιόλογος λογοτέχνης ή ένα πρωτότυπο δημιουργικό μυαλό, ο Παυσανίας, αλλά υπερέχει πολλών γιατί:

·         διάλεξε ένα αξιόλογο θέμα,
·         ασχολήθηκε εντατικά και σοβαρά μ’ αυτό επί είκοσι χρόνια,
·         και ήταν πάντα έντιμος και σχεδόν πάντοτε ακριβής.

Ίσως να επηρεάστηκε από τον ταξιδιώτη αυτοκράτορα Αδριανό και το κλίμα φιλελληνισμού του 2ου αιώνα μ. Χ. 

Αυτό που επεδίωκε και κατόρθωσε, ήταν να διασώσει για τους επόμενους όσα περισσότερα μπορούσε από την πολύτιμη ελληνική κληρονομιά του παρελθόντος.

 Μας παρέδωσε έτσι έναν όγκο πληροφοριών, χωρίς τον οποίο, « τα μνημεία της Ελλάδας θα ήταν ένας λαβύρινθος, δίχως νήμα», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο ερευνητής Frazer, ο οποίος βοήθησε πολύ στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας και της φήμης του Παυσανία.

«Μπορεί να τονιστεί με ασφάλεια», δηλώνει ένας άλλος ερευνητής του, ο Ernst Meyer, «ότι κανένα άλλο βιβλίο από την αρχαιότητα δεν μας φανερώνει τόσα πολλά από την πραγματικότητα για την αρχαία Ελλάδα.»

Παρακάτω παρατίθενται επιλεγμένα αποσπάσματα από το τέταρτο βιβλίο του Παυσανία με τίτλο, Μεσσηνιακά, για την απόδειξη των παραπάνω λόγων των σύγχρονων ερευνητών της ελληνικής αρχαιότητας.

[Η Μεσσήνη είναι πόλη του 4ου αιώνα π.Χ. χτισμένη στους πρόποδες του όρους Ιθώμη, στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο. Αιώνες σκλαβωμένη στους Σπαρτιάτες, η Μεσσήνη ανακτά την ελευθερία της μόνο μετά τη νίκη του Θηβαίου Επαμεινώντα έναντι των Σπαρτιατών, στη μάχη των Λεύκτρων. Έμεινε ελεύθερη επί 2 αιώνες έως το 146 π.Χ. οπότε ηττήθηκε από τους ρωμαίους και βρέθηκε πάλι σκλαβωμένη. Ο Παυσανίας επισκέφτηκε την Μεσσήνη 3 αιώνες μετά από αυτή την υποδούλωση. Παρόλα αυτά η Μεσσήνη παρέμενε ένα σημαντικό πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο με πολλά αξιόλογα κατάλοιπα από το ένδοξο παρελθόν της.]

Ας ακούσουμε όμως τον περιηγητή, Παυσανία.




Η Μεσσήνη περιτριγυρίζεται από τείχος, ολόκληρη η περιφέρεια του οποίου είναι κτισμένη από λίθο και έχει πύργους και επάλξεις…. Στην αγορά υπάρχει άγαλμα του Δία Σωτήρα και κρήνη που καλείται Αρσινόη..σε αυτή ρέει υπόγεια νερό από μία πηγή που ονομάζεται Κλεψύδρα. Υπάρχει ιερό του Ποσειδώνα και ένα άλλο της Αφροδίτης. Πιο αξιοσημείωτο απ’ όλα είναι το άγαλμά της μητέρας των θεών, από μάρμαρο της Πάρου, έργο του Δαμοφώντα, ο οποίος επίσης έπλασε και τη Λαφρία..Στη Μεσσήνη υπάρχει επίσης ναός για την Ειλείθυια -θεά που βοηθούσε στον τοκετό- με μαρμάρινο άγαλμα. Κοντά σε αυτό υπάρχει το μέγαρο των Κουρήτων. Υπάρχει και άγιο ιερό της Δήμητρας στη Μεσσήνη και αγάλματα των Διοσκούρων…Τα αγάλματα όμως στο ιερό του Ασκληπιού είναι τα πιο πολυάριθμα και τα πιο αξιοθέατα. Γιατί εκτός από τα αγάλματα του θεού και των γιων του και αυτά του Απόλλωνα, των Μουσών και του Ηρακλή, το ιερό περιέχει άγαλμα της πόλης των Θηβών, και του Επαμεινώνδα.. Τα μαρμάρινα αγάλματα είναι έργα του Δαμοφώντα, του μόνου αξιόλογου Μεσσήνιου γλύπτη που εγώ γνωρίζω. Ο ανδριάντας του Επαμεινώνδα είναι από σίδερο και είναι έργο κάποιου άλλου καλλιτέχνη. 


Μεσσήνη, άποψη του Ασκληπιείου

Υπάρχει επίσης και ναός της Μεσσήνης και άγαλμα από χρυσό και παριανό μάρμαρο. Στο πίσω μέρος του ναού υπάρχουν ζωγραφικές παραστάσεις των βασιλέων της Μεσσήνης. Επίσης υπάρχει ζωγραφική παράσταση του Ασκληπιού. Οι πίνακες αυτοί είναι έργα του Ομφαλίωνα, μαθητή του Νικία, γιου του Νικομήδη..Αυτό που οι Μεσσήνιοι ονομάζουν Ιεροθύσιον περιέχει αγάλματα όλων των θεών στους οποίους πιστεύουν οι Έλληνες. Εκεί υπάρχει επίσης χάλκινος ανδριάντας του Επαμεινώνδα και αρχαίοι τρίποδες…Τα αγάλματα στο γυμνάσιο είναι φτιαγμένα από Αιγύπτιους τεχνίτες και απεικονίζουν τον Ερμή, τον Ηρακλή και τον Θησέα…Υπάρχει εδώ και τάφος του Αριστομένη. Κοντά στο θέατρο υπάρχει ιερό του Σάραπι και της Ίσιδας..Στον δρόμο προς την κορυφή της Ιθώμης, όπου βρίσκεται η ακρόπολη της Μεσσήνης, υπάρχει πηγή που ονομάζεται Κλεψύδρα..κάθε μέρα κουβαλούν νερό από την πηγή στο ιερό του Ιθωμάτα Δία. Το άγαλμα του Δία είναι έργο του Αγελάδα..κάθε χρόνο τελούν τη γιορτή Ιθωμαία. Στην πύλη της οδού προς τη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας, βλέπει κανείς έναν Ερμή αττικής τεχνοτροπίας, γιατί το σχήμα των τετράγωνων Ερμών είναι επινόηση των Αθηναίων, και από αυτούς το έμαθαν οι υπόλοιποι.




Αυτή η επιλεκτική παρουσίαση αποσπασμάτων του Παυσανία είναι πολύ πιο λιτή από την πραγματική, γράφει ο Christian Habicht που τη δημιούργησε, η οποία πραγματική περιγραφή περιλαμβάνει,

 «πολυάριθμες εξηγήσεις και παρεκβάσεις που δεν αφήνουν τον αναγνώστη να πλήξει, και αποδεικνύει ότι η περιγραφή του Παυσανία είναι λεπτομερής και ουσιαστική. Ο Παυσανίας είναι μεθοδικός: 
προχωράει από το τείχος προς την αγορά, από την αγορά προς το ιερό του Ασκληπιού, από το ιερό στο Ιεροθύσιον, από το Ιεροθύσιον στο γυμνάσιο, από το γυμνάσιο στο στάδιο, από το στάδιο στο θέατρο, από το θέατρο στη ακρόπολη. Έπειτα αφήνει πίσω του την πόλη βγαίνοντας από την Αρκαδική πύλη, η οποία οδηγεί τον ταξιδιώτη στον δρόμο προς την Μεγαλόπολη. Καταγράφει ό, τι βλέπει..»


Μέχρι τη δεκαετία του 1950 μόνο τα τείχη της πόλης της Μεσσήνης ήταν ορατά, τα οποία ο Παυσανίας γράφει ότι ήταν τα πιο εντυπωσιακά σε ολόκληρη την Ελλάδα, ισχυρότερα ακόμη και από τα τείχη της Ρόδου και του Βυζαντίου. 

Με βάση την παραπάνω περιγραφή οι ανασκαφές μας έδωσαν έναν αξιόλογο αρχαιολογικό χώρο όπως φαίνεται στις φωτογραφίες και το σχεδιάγραμμα, παρόλο που ένα μέρος της αρχαίας πόλης βρίσκεται κάτω από το σύγχρονο χωριό, Μαυρομάτι.

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του αρχαιολόγου καθηγητή Πέτρου Θέμελη για τη Μεσσήνη και τη σχέση του με τον τόπο:

http://www.tovima.gr/vimagazino/interviews/article/?aid=774881 



Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Ethica Nicomachea 2.

by Aristotle



In his book, Ethica Nicomachea or Nicomachean Ethics , Aristotle analyses and tries to define the concept of virtue which leads to ευδαιμονία (eudemonia, we use the Greek word because it means lots more than happiness or welfare). 

Eudemonia is the highest, also the most beautiful and pleasant Good, in the life of people.

We have a –beautiful like sweet literature- text of practical philosophy.

It will answer questions like:
·         what is the human life?
·         how can a person become happy?

But let us follow the thought of Aristotle, as briefly as possible, from the beginning.

He starts analyzing the human activities and tries to find out if they have any value, because then and only then can we say that there is value in the human life, as well.

I won’t analyse here the different kinds of activities he is referring to.

He concludes that all our activities finally aim at ευδαιμονία (eudemonia) happiness, because we choose it for what it is and never for the sake of some other “good”.

So, even though, for example, we choose honour, pleasure, noetic (intellectual) activity and generally every other virtue, for what they are of course, we also choose them for the sake of ευδαιμονία (happiness), because we believe that through them, we become happy.

So “ευδαιμονία is the supreme good for man, it is energy of the soul consistent with virtue, and if there are more virtues, it is consistent with the best and most perfect of them” with one more addition, “in a perfect life”.

«Η ευδαιμονία έστι ψυχής ενέργειά τις κατ’ αρετήν τελείαν».

Therefore the central part of Aristotle’s ethical theory is:

 Virtue is the means to succeed the highest good for man, which is happiness.


But the definition of the word virtue, was of permanent concern for Aristotle and every time he had a chance he posed the question about virtue and tried to find a satisfactory answer to it.

The main book, however, where he discusses and analyses this issue of the definition of virtue that leads to happiness, is of course Ethica Nicomachea.

He divides the virtues into intellectual and ethical ones.

The intellectual virtues are acquired through teaching;

 therefore their acquisition is a matter of “experience and time”. 

They constitute the principal role of a teacher.

In contrast to them, the ethical virtues are the outcome of habit.

So it is clear that the acquisition of ethical virtues depends on the person who wants to have them. So none of the ethical virtues is found in ourselves inherently (since what is inherent, as for example the physical characteristics, cannot change due to habit).
 [Well, here maybe Darwin some centuries later, would smile questioningly.]

But although the ethical virtues are not innate in humans, people are endowed with the ability to accept them.

 They only have to practice them.

So, Aristotle says, that if man wants to successfully acquire the perfect virtue which will lead them to happiness, they have to practice it by habit.

Thus, to acquire a virtue is almost similar to the learning of a craft: 

someone  becomes a craftsman only if he persistently practices his craft. 

In the same way one becomes just or reasonable, (prudent) with practice.

The daily, continuous and incessant contact with people is what makes us just, as our incessant practice to stay courageous facing danger, makes us brave.

But we have to be careful, because this is also the way we become unjust or cowards.

 Exactly as we become bad builders if we practice bad building.

This shows the great importance of the will, the choice of the individual.

Consequently the virtue and the badness (evil) are a matter of choice.

Let’s see now how he tries to define Virtue.

Things that happen in the psyche (soul), according to Aristotle, are three in number.

passions, dynameis (forces) and habits.

Aristotle calls passion the desire, rage, fright, courage, envy, joy, friendship, hatred, lust, jealousy, mercy, generally “all of them that are followed by pleasure or sorrow”.

What Aristotle calls a “force” is the capability of man to take part in the passions.

However, nobody is called good or bad due to passions or forces.

We call someone good or bad, Aristotle says, according to the right or wrong attitude towards the passions.
This means:

If for example we speak about rage, it is wrong,
 1) when we rage about something very strongly, but also when
2) we simply get angry.

What we are aiming at is getting angry in a moderate way, neither raging strongly nor just getting a little angry. Something in the middle.

So rage is not wrong from the beginning. 

In the right measure it is a virtue. 

What is bad is the extreme rage as well as the insufficient rage.

The question now is “how do we define or recognize the middle of the things” (μέσον). 

Which of course is neither one nor the same for everybody.

So the connoisseur avoids the exaggeration and is looking for “the middle way”.

With this subjectivity of “the middle of things” which is different for each human, Aristotle has turned the virtue into a personal matter of each person.

Every human is looking for their own “middle way” and specifies the way to succeed it.

The habit, a permanent and consistent behavior, does not only presuppose will, that means the free choice between good and bad, but also the acceptance of the fact that to acquire virtue is a very difficult task, an acceptance that eventually provides the individual with the disposition for a patient persistence on practice.

It’s a difficult thing to be a carrier of virtue.

“There is one way to be good, thousand ways to be bad”.

So if you want to think deeply and the right way, you should avoid the most difficult for you, out of the two. Because out of the two bad things, -which are the (hyperbole) exaggeration and the (ellipse) “less”-, the one is a bigger enemy, you know which one.

Since it is so difficult to fight both enemies, fight first the less strong one, as you have more hope to get rid of it easier and faster.

The second way to reach the “middle” is to find out which is your inclination.

Don’t mind that at times you go towards the exaggeration and some other times you lean towards “the less”, which means don’t worry when and if you fail in your attempts to find “the middle way”.

So what leads to the virtue is “the middle way” and not the exaggeration or “the less”.

But here comes the next question: less or more than what?

From “δέον» which means: less or more than “what is as it has to be”.

To get angry, Aristotle goes on, to desire, to show your fright or courage, to get happy or sad in general,
the right time you have to,
in connection with the things you have to ,
in connection with the right people,
for the right reason,
in the way you have to,
this is the “middle way” and the Supreme Good (άριστον).

Aristotle, a practical man inherently but also a man of theory, didn’t want to just convey theoretical knowledge to people (like Plato, his teacher), but he also wanted to provide them with a practical guide for their activities.

For the Greeks of the 5th century BC, the same for Aristotle himself, the authority that determines what is right and appropriate in every case and what is not, is the city (πόλις-κράτος).

The city represents the “spirit of the community”, the city is the unwritten, traditional rules of cohabitation (symbiosis).

So, it is the city that determines the things that must be followed to lead to “actions as they have to be” and consequently lead to (eudemonia) happiness.

A second way to do the right things "the way you have to", is to follow the virtue which characterized the important men of the ancestors, who made the city what it was, with their actions and behavior.

Consequently the ethical virtue is a political virtue.

Each citizen tried to reach the individual virtues, so as to be a good citizen, to be worth of the city, and this was the aim of the Greek citizen.

The virtue as it is conceived by an ancient Greek, can be seen very clearly in an hymn that Aristotle wrote for a friend, which I don’t dare to even try to translate, but I will just try to give the general meaning, which is:

You virtue , even if one dies for you, this is a sweet, envious death in Greece.

«Αρετή, πολυβάσανη αγάπη του ανθρώπου,
συ καμάρι ακριβό της ζωής,
και να σβήσει για χάρη σου, κόρη, κανείς
είναι μοίρα γλυκειά, ζηλευτή στην Ελλάδα». (μτφ. Σίμου Μενάρδου)


or in the beautiful language it was written 


«Αρετά, πολύμοχθε γένει βροτείω,
θήραμα κάλλιστον βίω
σας πέρι, παρθένε, μορφάς
και θανείν ζηλωτός εν Ελλάδι πότμος.»


Rethymno, December 2017.

Notes
1. Having read some translations of Ethica Nicomachea in English, I have seen the different English words that have been used for some ancient Greek words like ευδαιμονία, αγαθό, αρετή and so on. Here, which is just a simple, non professional translation for my English speaking friends, I have used the most recognizable English words.
2. I have also used here, as in the Greek version of my text, some excerpts from the Introduction, by professor D. Lypourlis, in his book on Ηθικά Νικομάχεια.


Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Ethica Nichomachea

Introduction





Aristotle,
“Ethica Nicomachea”

 Before I start presenting some important for me excerpts from this book by Aristotle, I would like to answer to some general questions, someone non-expert like me, might want to pose right away.

  •          “..this book by Aristotle..”, how did this “book” by Aristotle reach us from the fourth century B.C, an era when people were not even  aware of paper? (Not even the Chinese themselves- who are said to have invented it - were aware of it before 105 AD).


In the 4th century BC “books” were written on papyrus sheets stuck one after the other forming this way a roll (cylinder), sometimes some metres long.
 One could find and buy these rolls at the market place.

A brief story of the adventure of Aristotle’s books follows:

After the death of the philosopher, his books had been inherited by Theophrastus, his most loyal student.

 Theophrastus passed them on to Nileas from Asia Minor.

 Nileas’ heirs were not interested in the precious corpus of the great teacher but at least managed to save it, burying it in an underground hatch. 

This is the way it was saved by the voracity of the rulers of Pergamos, whose ambition was to create a big library like the Ptolemaios kings of Egypt.

At the beginning of the 1st century BC, Apellicon, an Athenean book lover,  found them out –who knows how- and brought them back to Athens.

When Syllas, conquered Athens, in 86 BC, he sent Aristotle’s books to Rome, among other rich loot.

More adventures awaited them in Rome, until Andronicus from Rhodes published them during the second half of the 1st century BC.

 It’s strange that the books that were saved were the philosopher’s personal notes, in one single copy, and not the other books which belonged to people outside the school and could be found in lots of copies in the city.

 Not even one of them was saved!

  •          Another question: Why is the book called Nicomachea?


Aristotle was the son of Nicomachos, the doctor of the king of Macedonia. He had a son, also called Nicomachos.

There is no answer however, about the choice of the title.

 We don’t even know if the philosopher himself or someone else (an editor maybe?) gave these titles to the Ethics corpus of Aristotle.

  • Why should I read a philosophical text with the word Ethics in its title?


A word that brings to mind Christian ways of behavior, not at all attractive. This has nothing to do with the real content of the book.

As professor P. Kontos says, all of us today are imbued firstly with the Aristotelean Ethics and secondly with the Kantean Ethics. So, here is one good reason to read it.

Ethics started being organized on a scientific basis since the 2nd half of the 5th century BC.

 What this new science tried to discover, to teach was:

Behaviour for a better life.

Protagoras, in the famous dialogue by Plato, first gives an answer to the following ethical question: 

what is the most important thing that a young person should be taught in order to have a better life? 

And the answer he gives is ευβουλία.

A word by which he wants to say: a young person should be taught to think wisely and with virtue about his home matters but the city matters as well.

Democritos, in the north, at the same era says that the actions are not the most important thing in a man’s life but to feel calm and serene with no big fears nor with big ambitions either.

Aristotle used the word ευδαιμονία which we are going to analyse in the second post which will be based on the book, Ethica Nichomachea, by Aristotle, the great philosopher.