Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Η Παρηγορία της Φιλοσοφίας

του Αλαίν ντε Μποττόν


Τυχαία το βρήκα και είπα να του ρίξω μια ματιά. 
Κατέληξα να το διαβάσω μονορούφι.
 Με συνεπήρε ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται τα θέματά του.

Με πολύ έξυπνο τρόπο, ο ντε Μποττόν διαλέγει τον κατάλληλο φιλόσοφο που μπορεί να βοηθήσει σε διάφορα προβλήματα τον σύγχρονο αναγνώστη. 

Χρησιμοποιεί τον λόγο του ίδιου του φιλοσόφου αλλά και δικούς του λογικούς συλλογισμούς βασισμένους στο έργο και στη ζωή του κάθε στοχαστή. 

Επιπλέον χρησιμοποιεί χιούμορ και εικόνες για να κάνει το βιβλίο πιο φιλικό ειδικά προς το νεανικό αναγνωστικό κοινό, χωρίς να καταφεύγει σε απλουστεύεις και λαϊκισμούς.




Έτσι έχει επιλέξει τον Σωκράτη- ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει μια έντονη αντιδημοτικότητα που τον οδήγησε στο θάνατο- για να πει λόγια παρηγοριάς στον άνθρωπο που βιώνει παρόμοια εχθρική αντιμετώπιση στη σημερινή κοινωνία. Τα επιχειρήματα που αντλεί ο ντε Μποττόν από την Απολογία του Σωκράτη, αποτελούν άριστη επιλογή για παρηγορία στον αντιδημοφιλή.


Στο δεύτερο κεφάλαιο ο Επίκουρος παρηγορεί με τον καλύτερο τρόπο αυτόν που «υποφέρει» από έλλειψη χρημάτων.


Με τον Σενέκα δίνει κουράγιο σε αυτούς που απογοητεύονται εύκολα.


Την κάθε είδους ανικανότητα- πνευματική, σεξουαλική, πολιτιστική- παρηγορεί ο Μονταίν.


Ζητάει βοήθεια για την ερωτική απογοήτευση από τον Σοπενάουερ και για τις δυσκολίες της ζωής γενικά, όσο και αν ακούγεται περίεργο από τον Νίτσε.

Καταπληκτικό για διάβασμα, είτε υπάρχει λόγος, είτε απλώς για ευχαρίστηση.





Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Housekeeping

by Marilynne Robinson



My name is Phillip ...” αυτή η αρχή από το Great Expectations μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας τις πρώτες λέξεις του βιβλίου -και δεν νομίζω πως ήταν συμπτωματικό:

“My name is Ruth. I grew up with my younger sister, Lucille, under the care of my grandmother, Mrs. Sylvia Foster, and when she died, of her sisters-in-law, Misses Lilly and Nona Foster, and when they fled, of her daughter, Mrs. Sylvia Fisher.”

«Με λένε Ρουθ. Μεγάλωσα με την μικρότερη αδερφή μου, Λουσίλ, υπό την κηδεμονία της γιαγιάς μου, κυρίας Σύλβια Φόστερ, και όταν αυτή πέθανε, των κουνιάδων της, δεσποινίδων Λίλυ και Νόνα Φόστερ, και όταν αυτές την κοπάνησαν, της κόρης της, κυρίας Σύλβια Φίσερ.»


Η νεαρή Ρουθ διηγείται την ιστορία τη δική της και της αδερφής της, Lucille, αρχίζοντας από τη στιγμή που η μητέρα τους Hellen, τις έβαλε στο αμάξι της φίλης της μια μέρα και τις εγκατέλειψε στη βεράντα του σπιτιού της μητέρας της, ενώ αυτή έλειπε. Η Hellen δεν είχε καλές σχέσεις με τη μητέρα της από τότε που κλέφτηκε με κάποιον νεαρό και έφυγε από την πόλη τους.

Το όνομα της μυθιστορηματικής αυτής πόλης στα ΒΔ των ΗΠΑ, Fingerbone (!).

Αυτό το μέρος που περιγράφεται με χρώματα ζοφερά, σκοτάδια χωρίς φεγγάρι, η λίμνη, το δάσος, όπου η πρωινή κραυγή των πουλιών είναι ένας μεταλλικός ήχος φόβου, το διαπεραστικό κρύο, που η Ρουθ σκέφτηκε ότι μπορούσε να το νικήσει αγνοώντας το, η υγρασία, το νερό, και ο άνεμος εκείνος «που σκορπάει την παγωμένη ανάσα της λίμνης παντού», είναι το σκηνικό του βιβλίου.

 Ούτε ένα λουλούδι, λίγο φως, ένα κελάιδισμα, ένα γέλιο, μια αγκαλιά, τίποτα.

 Είναι και αυτά τα βουνά που ρίχνουν τη σκιά τους, οι μηλιές στον κήπο που «πέθαναν», το γρασίδι που φτάνει μέχρι τη μέση και οι άστεγοι κάτω από τη γέφυρα που όταν μαγειρεύουν μυρίζει λίγο ψάρι και λίγο λάστιχο, και όσοι περαστικοί από την πόλη που μοιάζουν με φαντάσματα.

 Αλλά ούτε και ο χρόνος της ιστορίας αναφέρεται, παρά μόνο ο τίτλος ενός βιβλίου που βρίσκεται στο σπίτι Not as a stranger, ένα μελόδραμα του Morton Thomson που κυκλοφόρησε το 1954, σηματοδοτεί κάποια χρονικά όρια. Το βιβλίο της Marilynne Robinson Housekeeping κυκλοφόρησε το 1981.



                       President Obama and Marilynne Robinson at the Iowa State Library, Des Moines, September 2015
   

Με καταπληκτική δεξιοτεχνία, η Ρόμπινσον διηγείται την ιστορία της γιαγιάς Σύλβιας και του παππού που δούλευε στους σιδηροδρόμους και σκοτώθηκε απρόσμενα, όταν το τρένο στο οποίο επέβαινε και ενώ αυτό πλησίαζε στο Fingerbone, καθώς διέσχιζε τη γέφυρα της τεράστιας λίμνης δίπλα στο σπίτι του, για κάποιο λόγο εκτροχιάστηκε και έπεσε μέσα στη λίμνη.

 Σώθηκαν μόνο δύο επιβάτες οι οποίοι δεν είδαν σε ποιο σημείο της λίμνης έπεσε το τρένο, λόγω του απόλυτου σκοταδιού της νύχτας εκείνης και έτσι το τρένο δεν βρέθηκε ποτέ, ούτε και οι πνιγμένοι επιβάτες που έμειναν εκεί να στοιχειώνουν τις σκέψεις της Ρουθ και κάθε που έπινε νερό να σκέφτεται τον παππού που βρίσκονταν κάπου στο βυθό της λίμνης, αλλά και τη μητέρα της, η οποία την ημέρα που τις εγκατέλειψε στη βεράντα του πατρικού της και αφού τις έδωσε κρακεράκια να τρώνε μέχρι να γυρίσει η γιαγιά, μπήκε στο αυτοκίνητο της φίλης της και έφυγε αλλά χωρίς κανένας να ξέρει πώς και γιατί, έπεσε με το αυτοκίνητο στη λίμνη και πνίγηκε. Ούτε αυτή βρέθηκε ποτέ.

Η Λουσίλ, πίστευε ότι ήταν ατύχημα, όχι όμως και η Ρουθ.

Είναι και η θεία Συλβί που όταν επιστρέφει στο Fingerbone να αναλάβει την κηδεμονία των εφήβων πια κοριτσιών, κάθεται ακίνητη  στο σκοτάδι του δωματίου ή χάνεται με τις ώρες στη λίμνη και δεν ξέρουν τι κάνει και πού πηγαίνει ή κάθεται αμίλητη κοιτώντας το απόλυτο σκοτάδι. 

Κοιμάται με τα ρούχα και δεν μιλάει ποτέ για τον άντρα που παντρεύτηκε αν και είναι από το Fingerbone.

 Της αρέσει να πηγαίνει στον σταθμό του τρένου και τα κορίτσια φοβούνται ότι θα γυρίσουν μια μέρα από το σχολείο και η θεία θα έχει φύγει για να ταξιδεύει χωρίς να πηγαίνει κάπου συγκεκριμένα, όπως έκανε και πριν γυρίσει στο πατρικό της και αναλάβει το Housekeeping.

Ο λόγος της Ρόμπινσον βαθύς και στοχαστικός, σε βάζει σε σκέψεις.

“The force behind the movement of time is a mourning that will not be comforted”

«Η δύναμη που σπρώχνει το χρόνο, είναι η θλίψη της ψυχής που δεν έχει παρηγοριά»

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις της συγγραφέως και το ενδιαφέρον της για τις ιδέες του Τζων Κάλβιν είναι εμφανείς στις λίγες τελευταίες σελίδες του βιβλίου για να προσδώσουν παρηγοριά στην ανθρώπινη μοίρα, χωρίς όμως τάσεις προσηλυτισμού και διδακτικό ύφος. Παρόλα αυτά θα προτιμούσα το βιβλίο χωρίς αυτές.

Συγκινητικό βιβλίο στο σύνολό του αλλά και στον επίλογό του, ένα τραγούδι στη μοναξιά του ανθρώπου και όπως γράφει στο εξώφυλλο 

Once alone, it is impossible to believe that one could ever have been otherwise. Loneliness is an absolute discovery.”

«Αν έχεις υπάρξει μια φορά μόνος, αδύνατον να πιστέψεις ότι θα μπορούσες να ήσουν κι αλλιώς.  Η μοναξιά είναι μια απόλυτη ανακάλυψη.»

Το επόμενο βιβλίο στη σειρά είναι το Blood Meridian του Cormac McCarthy.






Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

The Woman Warrior

by Maxine Hong Kingston



Η Kingston, Αμερικάνα κινεζικής καταγωγής (δεύτερης γενιάς) διηγείται, σε ξεχωριστά κεφάλαια που δεν φαίνονται να έχουν μια συνέχεια αλλά μοιράζονται κοινούς αφηγητές, τη ζωή τη δική της, στη δυτική ακτή των ΗΠΑ σε μια Chinatown, και των δικών της, ανακατεύοντας στη διήγησή της παλιούς κινέζικους μύθους, όπως αυτόν της Φα Μου Λαν και παραλληλίζοντας συμπεριφορές.


Πρώτος ήρθε στην Αμερική ο πατέρας της, πριν γίνει η Κίνα Λαϊκή Δημοκρατία (1949), για να δουλέψει και να μαζέψει χρήματα για το εισιτήριο της γυναίκας του και των δύο παιδιών τους, που έμειναν στο χωριό τους στην Κίνα. 

Η γυναίκα του και μητέρα της Κίνγκστον, η Brave Orchid (Γενναία Ορχιδαία), είναι μια δυναμική γυναίκα που όταν μένει μόνη στην Κίνα επί 10 χρόνια περιμένοντας και αφού χάσει τα δύο παιδιά της, σπουδάζει «ιατρική» και γίνεται ένα είδος σαμάνου. Αποκτάει μεγάλο σεβασμό από τους κατοίκους της περιοχής.


Όταν συναντάει τον άντρα της κάπου στην Καλιφόρνια μετά από 10 χρόνια το 1940, ξαναδημιουργούν μια οικογένεια με 6 παιδιά, με την Κίνγκστον να είναι το πρώτο.




Σε κάθε ένα κεφάλαιο διηγείται μια ιστορία από αυτές που άκουγε από την μητέρα της και της στοίχειωναν την παιδική ηλικία και όχι μόνο. Το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο No-name Woman , αναφέρεται σε μια θεία που δεν γνώρισε ποτέ, αδερφή του πατέρα της και το βιβλίο αρχίζει έτσι:


“ ‘You must not tell anyone’, my mother said, ‘what I am about to tell you. In China your father had a sister who killed herself. She jumped into the family well’.”


«Δεν πρέπει να το πεις σε κανένα», είπε η μητέρα μου, «αυτό που θα σου πω. Στην Κίνα ο πατέρας σου είχε μια αδερφή που αυτοκτόνησε. Βούτηξε στο πηγάδι της οικογένειας».


Και αναπτύσσει έναν φεμινιστικό λόγο, περιγράφοντας τη ζωή αυτής της θείας και πώς ξεγράφτηκε από την οικογένειά της για πράγματα που της συνέβησαν χωρίς να τα έχει επιλέξει.

Στα επόμενα κεφάλαια διηγείται άλλες ιστορίες που επίσης άκουσε από την μητέρα της. Για την ίδια την μητέρα της, για μια άλλη θεία που έρχεται να ζήσει μαζί τους μετά την Κομμουνιστική Επανάσταση, για να πει μια δική της καταπληκτική ιστορία στο τελευταίο κεφάλαιο για μια γυναίκα ποιήτρια που την κλέβει ένας βάρβαρος και την παίρνει μακρυά από την Κίνα όπου όμως αυτή ξαναγυρίζει με όμορφα τραγούδια από την ξένη χώρα. Έτσι κλείνει με το συνταίριασμα των δύο διαφορετικών πολιτισμών, όπως αυτή το εισέπραξε στη ζωή της.


Η Κίνγκστον κατηγορήθηκε όμως από την Κινεζο-Αμερικανική κοινότητα ότι αμαύρωσε τους παραδοσιακούς κινέζικους μύθους χρησιμοποιώντας τους στη λογοτεχνία της με τρόπο ώστε να γίνει αρεστή στους Αμερικανούς και ότι υπερέβαλλε όσον αφορά στο μισογυνισμό των Κινέζων αλλά και των Αμερικανο-Κινέζων.

 Ούτως ή άλλως είναι μια αγωνίστρια των δικαιωμάτων της γυναίκας από τις πιο μαχητικές – το βιβλίο γράφτηκε το 1976 – και όχι μόνο. Το 2003 σε μια διαδήλωση διαμαρτυρίας κατά του πολέμου συνελήφθη και κλείστηκε στη φυλακή μαζί με άλλους συγγραφείς.


Στο εν λόγω βιβλίο κάνει κριτική και στην ρατσιστική συμπεριφορά των Αμερικανών απέναντι στους μετανάστες και επίσης αναφέρεται και στην κομμουνιστική Κίνα όπου επίσης κάνει διπλή κριτική, αναφερόμενη θετικά στην προσπάθεια του Μάο να εξισώσει τη γυναίκα με τον άντρα και να απαλείψει την μεταφυσική αντίληψη των πραγμάτων από τον λαό. 

Φυσικά είναι κατά του κομμουνισμού χωρίς να επεκτείνεται στα πολιτικά θέματα, παρά μόνο με αναφορές.


Λέγεται ότι είναι το πιο πολυδιδαγμένο βιβλίο λογοτεχνίας στα κολέγια στις ΗΠΑ.

 Είναι το 9ο βιβλίο της σειράς μαθημάτων The American Novel since 1945 που μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ 

http://oyc.yale.edu/english/engl-291#sessions

Το επόμενο βιβλίο είναι της Marilynne Robinson, Housekeeping.





Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

The Bluest Eye

by Toni Morrison




Δεν είναι το πιο γνωστό (“Beloved”) αλλά είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Μόρισον. 

Πολύ διαβασμένο και πολύ διδαγμένο αν και αμφιλεγόμενο. Άρχισε να γράφεται στις αρχές της δεκαετίας του 60 και δημοσιεύτηκε το 1970.

Δηλώνει σε συνέντευξή της, ότι συνειδητά επέλεξε ως ακραία την κεντρική ιστορία, για να δείξει πόσο μπορεί να επηρεάσει τη διαμόρφωση του χαρακτήρα ο σκληρός ρατσισμός και πόσο καταστροφικές συνέπειες μπορεί να έχει. 

Επεδίωξε να προβληματίσει τον αναγνώστη, να πυροδοτήσει παραδοχή ευθυνών του απλού αμέτοχου πολίτη και όχι να προκαλέσει οίκτο για τα δεινά μιας φυλής, της οποίας το μόνο λάθος είναι, η πιο σκούρα επιδερμίδα. Αλλά ισχυρίζεται ότι δεν τα κατάφερε.


Η κεντρική ηρωίδα, η Πέκολα, αποτελεί το πιο αδύναμο στοιχείο μέσα σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από τον «ανώτερο», καταπιεστικό πολιτισμό των λευκών, όπως ήταν αυτός μιας πόλης του Οχάιο, όπου διαδραματίζεται η ιστορία αλλά και όπου γεννήθηκε η ίδια η Μόρισον.

Η μικρή Πέκολα έχει πολύ σκούρο δέρμα, έχει πειστεί ότι είναι άσκημη, κατώτερη και δεν πρέπει να αντιδρά σε προσβολές των λευκών αλλά και των ομόφυλών της. 

Είναι σε όλο το μυθιστόρημα εμφανώς λιγομίλητη και παθητική, σε αντίθεση με την Κλώντια  -αφηγήτρια στο βιβλίο- μια μικρή επίσης μαύρη γειτόνισσα, μαχητική και φίλη της Πέκολα, υπό την έννοια ότι την υποστηρίζει όποτε αυτή βρίσκεται αντιμέτωπη με «λευκή αλλά και μαύρη» καταπίεση.


 «..η Πέκολα ήταν έγκυος στο παιδί του πατέρα της..» διαβάζουμε στην αρχή της αφήγησης και είναι μόλις 11 χρονών. 

Όμως η Μόρισον θα παλέψει πολύ με την πένα και τις ιδέες της για να μας δείξει τις ανθρώπινες διαστάσεις αυτού του πατέρα, τον οποίο θέλει να δούμε όχι σαν ανθρώπινο τέρας αλλά να τον καταλάβουμε και ίσως σε κάποιες στιγμές και να τον συμπονέσουμε. 

Προσπαθεί να μας παρασύρει, να μας αποπλανήσει -όπως είχε κάνει και ο Ναμπόκοφ με τον Χάμπερτ-Χάμπερτ του- με όπλο της τη γλώσσα και την δεξιοτεχνία της στη χρήση των λέξεων, γιατί ο στόχος της δεν είναι η πρόκληση συναισθημάτων απέχθειας ή οίκτου όπως προαναφέραμε.


Η μεγαλύτερη επιθυμία της Πέκολα είναι να αποκτήσει γαλάζια μάτια.


Έτσι πιστεύει ότι δεν θα είναι άσκημη και κάποιος θα την αγαπήσει.

Η Κλώντια με την αδερφή της έχουν την τύχη να μεγαλώνουν σ’ ένα σπίτι κάπως καλύτερο από αυτό της Πέκολα, όχι ιδανικό, αλλά έχουν καταλάβει τι κάνει επάνω τους ο ρατσισμός και αντιδρούν, αγωνίζονται σε αντίθεση με τη φίλη τους και τον πατέρα της, ο οποίος κουβαλάει πολλά και οδυνηρά βιώματα από μωρό. 

 Η μητέρα του τον εγκατέλειψε νεογέννητο στον δρόμο, τον βρήκε και τον ανέλαβε μια μεγάλη θεία, η οποία πέθανε στην πρώτη εφηβεία του. 

Την ημέρα της κηδείας έφυγε βόλτα με μια κοπέλα για να μην παραβρίσκεται. 

Την ώρα που βρέθηκαν ξαπλωμένοι στο χωράφι, τους ανακάλυψαν δύο λευκοί άντρες οι οποίοι τον εξανάγκασαν να συνεχίσει αυτό που έκανε, ενώ οι ίδιοι στέκονταν από πάνω τους γελώντας κοροϊδευτικά που δεν τα κατάφερνε  και δεν τους άφηναν να σηκωθούν και να ντυθούν. 

Μετά από αυτό ο πατέρας της Πέκολα - έφηβος, μίσησε το κορίτσι γιατί δεν τολμούσε να σκεφτεί να μισήσει τους λευκούς άντρες!

Η Πέκολα στο τέλος της ιστορίας απέκτησε τα πιο όμορφα γαλάζια μάτια αλλά……

Συναρπαστικό μυθιστόρημα.

Το συνιστώ ανεπιφύλακτα.


Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Lost in the Fun-house

by John Barth


Η ιστορία είναι φαινομενικά απλή, πολύ απλή: 

Ένας έφηβος με την οικογένειά του και την επίσης έφηβη οικογενειακή φίλη που τους συνοδεύει, πηγαίνουν διακοπές και επισκέπτονται ένα Λούνα παρκ και πιο συγκεκριμένα το Funhouse ( τμήμα του Λούνα παρκ με παιχνίδια που εκπλήσσουν και «τρομάζουν» όπως κινούμενο πάτωμα, φυγοκεντρικές κινήσεις των επισκεπτών, παραμορφωτικοί καθρέπτες και άλλα παρόμοια, με τους επισκέπτες να περνούν από το ένα στο άλλο και να ξαναπερνούν αν το επιθυμούν). 


Μπορούμε να φανταστούμε τον ήρωα-αφηγητή, τον ίδιο τον συγγραφέα στην αρχή της εφηβείας του, να επιθυμεί να χαθεί σ’ έναν τέτοιο χώρο, απογοητευμένο από την προτίμηση της φίλης στον επίσης έφηβο αλλά μεγαλύτερο αδερφό του.

Δεν μπορούμε όμως εύκολα να φανταστούμε την διακοπή της αφήγησης από τον συγγραφέα και τη συνομιλία του με τον αναγνώστη σχετικά με την ιστορία αλλά και με τον τρόπο αφήγησής της!

Ίσως, βέβαια σήμερα, πενήντα σχεδόν χρόνια μετά από την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Lost in the Funhouse του John Barth (1968), ο ενήμερος αναγνώστης να έχει συνηθίσει σε αυτού του είδους τις παραξενιές της Μεταμοντέρνας (όπως ονομάστηκε στη συνέχεια) Λογοτεχνίας, αλλά και σε άλλα ακόμη πιο αιρετικά είδη αφήγησης που ακολούθησαν.


Με τον Μπαρθ όμως βρισκόμαστε στην αρχή της λίστας και μάλιστα εκδίδει και δοκίμιο σχετικά με την ανάγκη αλλαγής στη δομή μιας ιστορίας, με τίτλο The Literature of Exhaustion  http://people.duke.edu/~dainotto/Texts/barth.pdf


 Στην πρώτη, παραδείγματος χάρη παράγραφο του διηγήματος λέει:


«....έχει έρθει στην παραλία με την οικογένειά του για διακοπές, λόγω της Ημέρας της Ανεξαρτησίας, της πιο σημαντικής μη θρησκευτικής γιορτής των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Μία και μόνη ευθεία υπογράμμιση στο χειρόγραφο είναι το αντίστοιχο της πλάγιας γραφής στο δακτυλογραφημένο κείμενο, η οποία με τη σειρά της είναι το έντυπο ισοδύναμο της έμφασης του προφορικού λόγου καθώς επίσης και η συνηθισμένη πληκτρολόγηση των τίτλων ολοκληρωμένων έργων…..»


Ποιος νοιάζεται όμως για τη γενική χρήση των italics όταν διαβάζει ένα διήγημα; Αρχίζεις να αναρωτιέσαι γιατί το κάνει αυτό, τι θέλει να πει;

Ο παραδοσιακός ρεαλιστικός αλλά και ο Μοντέρνος τρόπος αφήγησης (στις αρχές του 20ου αιώνα) "έχουν εξαντληθεί και τελειώσει" και ο καθηγητής προτείνει αυτό που ονομάστηκε Μetamodern narration and literature.

Η συγγραφή της λογοτεχνίας «είναι τέχνη και ως τέχνη μαθαίνεται».

Στο ομότιτλο διήγημα του βιβλίου, έχουμε να πάρουμε απόλαυση, από την έξυπνη χρήση της γλώσσας, τα λογοπαίγνιά του, τα κρυμμένα νοήματα, το ξάφνιασμα όταν ο αφηγητής απευθύνεται σε σένα και συζητάει μαζί σου θέματα σχετικά με τη λογοτεχνία και την θεωρία της, από τα νοηματοδοτημένα ονόματα των ηρώων αλλά και από αναφορές και "κόντρες" με παραδοσιακούς συγγραφείς.

 Δείχνει τη δεξιοτεχνία του με τη δημοσίευση στο ίδιο βιβλίο, του διηγήματος με τίτλο Ambrose his Mark -ας μην το βάλουμε σε πλάγια γραφή μιας και είναι ο τίτλος μιας εκ των ιστοριών του βιβλίου και όχι του «ολοκληρωμένου έργου»(sic). Είναι ένα άψογο διήγημα και μ’ αυτό μας δείχνει τις ικανότητές του στην παραδοσιακή τεχνική αφήγησης μιας ιστορίας.

Ακόμη υπάρχει στη συλλογή, το διήγημα Night-Sea Journey, όπου ο αφηγητής είναι ένα σπέρμα –μη ξεχνάμε ότι αυτά γράφονται  στη δεκαετία του ’60, είναι στην αρχή μιας σειράς παρόμοιων τεχνασμάτων από τους επόμενους δημιουργούς.

 Το διήγημα είναι μια παρωδία όλων των ιδεών σχετικά με το νόημα της ζωής που προσέφερε η φιλοσοφία στην ανθρώπινη ιστορία. Ακόμη βρίσκουμε λογοτεχνικές αναφορές σε προηγούμενα επιτυχημένα έργα διαφόρων δημιουργών, με σατυρικό τρόπο, για να δείξει ότι όλα έχουν ειπωθεί, ας ψάξουμε καινούργιους τρόπους έκφρασης: 

“I have seen the best swimmers of my generation go under” 

Πραγματικά, πολύ αστείο να το ακούς αυτό από ένα σπέρμα, όταν ο Allen Ginsberg δέκα χρόνια πριν, το 1955 “howled”: 

“I saw the best minds of my generation destroyed by madness…”

 Φυσικά, ο John Barth που δίδαξε Λογοτεχνία τριάντα πέντε χρόνια σ’ ένα από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Αμερικής- Johns Hopkins University- είχε πράγματα να πει με τις καινούργιες τεχνικές του  και με τους άλλους νεωτερισμούς που χρησιμοποίησε στα έργα του και φυσικά επαινέθηκε πολύ από υποστηρικτές της ανανέωσης της παραδοσιακής αφήγησης αλλά και κατηγορήθηκε παράλληλα από άλλους.

Χάνεσαι λίγο στην αφήγηση αλλά αν δεν σου αρέσουν οι καινούργιες γεύσεις, μπορείς να ξαναγυρίσεις στο παραδοσιακό «παστίτσιο», ή ανάλογα με τη διάθεση να επιλέξεις κάτι πιο gourmet.




Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

The Crying of Lot 49

by Thomas Pynchon




Δε θα το διάβαζα, αν δεν έπρεπε να το διαβάσω για το διαδικτυακό μάθημα που παρακολουθώ: “The American Novel since 1945”.
Κάποια άλλη στιγμή ίσως να το έβλεπα αλλιώς, βέβαια.

 Πάντα όμως, όπως όλοι όσοι διαβάζουμε γνωρίζουμε, η συγκεκριμένη χρονική στιγμή που διαβάζεται ένα βιβλίο επηρεάζει τη γεύση που αφήνει, και αυτό είναι κάτι που απλώς συμβαίνει. Ακούσια.


Όλοι οι μεταμοντέρνοι λογοτέχνες, όπως ονομάστηκαν αυτοί που έγραψαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουν βασικό προβληματισμό με τη χρήση της γλώσσας. Είναι αυτή που με την υπερβατική της δύναμη κάνει κουμάντο στο τι θα γράψει ο συγγραφέας.
  Ο συγγραφέας πέθανε, είναι ένα σύνθημα. Άρα η γλώσσα κάνει ότι θέλει, λέει την ιστορία όπως θέλει.
 Έτσι εντάσσουν ημιτελείς φράσεις, κενά στους συλλογισμούς, ιδέες που υποτίθεται ότι εννοούνται και αινιγματικές μεταφορές που μπορεί και να μην σημαίνουν κάτι, τα εντάσσουν στο έργο τους. Σ’ αυτό το πλαίσιο κινείται και το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα.

Η κεντρική ηρωίδα, με το διασκεδαστικά συμβολικό όνομα Oedipa Maas, ανοίγει τη νουβέλα του Pynchon, λαμβάνοντας μια επιστολή που την ενημερώνει ότι μετά το θάνατο του πρώην πάμπλουτου εραστή της έχει οριστεί από  αυτόν εκτελέστρια της διαθήκης του.

Δέχεται και στην πορεία αυτής της διαδικασίας που δεν ξέρει καλά-καλά τι σημαίνει, βρίσκεται μπροστά σε κάποιο μυστήριο που έχει σχέση με μια μυστική ταχυδρομική υπηρεσία που δρα υπογείως στις ΗΠΑ, αλλά η ιστορία της ξεκινάει αιώνες πριν στην κεντρική Ευρώπη.

«Φτιαγμένη» είτε με ποτό είτε με ναρκωτικά ούτε η ίδια η Oedipa – που είναι η αφηγήτρια- αλλά ούτε και ο αναγνώστης μπορεί να βγάλει κάποιο σίγουρο συμπέρασμα σχετικά με το μυστήριο που προσπαθεί να διαλευκάνει επισκεπτόμενη διάφορους ανθρώπους από μέλη ακροδεξιών οργανώσεων και ηθοποιούς μέχρι καθηγητές Πανεπιστημίου.

Ας μην ξεχνάμε ότι το έργο γράφτηκε τη δεκαετία του ΄60, ό,τι κι αν αυτό μας λέει για την Αμερική, τους αγώνες για δικαιώματα στους μαύρους και στις γυναίκες και αυτούς εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, τις δολοφονίες του προέδρου Τζων Κένεντι και του αγωνιστή Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τους πειραματισμούς με τα ναρκωτικά, και το γενικότερο κοινωνικοπολιτικό χάος.

Όσο προχωράει η ιστορία και το μπέρδεμα στο βιβλίο και στο κεφάλι μας, δεν καταλαβαίνουμε αν αυτό που διαβάζουμε είναι λόγω κάποιων μυστηριωδών συνομωσιολογικών καταστάσεων που μας διαφεύγουν ή η Oedipa έχει απλώς μαστουρώσει με LSD ή μήπως έχει ξεπεράσει τα όρια της λογικής και ταξιδεύει για αλλού!

Πάντως αν κάνουμε υπομονή και την ακολουθήσουμε μέχρι το τέλος θα διαβάσουμε έκπληκτοι ότι η εξήγηση που έψαχνε να βρει και που την πήγαινε από το ένα στο άλλο και όλο πιο βαθειά, της έγινε αδιάφορη και δεν ξεκαθαρίστηκε ούτε η υποψία της μήπως όλα αυτά ήταν ένα παιχνίδι που της φόρτωσε ο πρώην της, ή μήπως ήταν όλα ψευδαισθήσεις που τις γεννούσε το άρρωστο μυαλό της – αφού και ο ψυχαναλυτής που την παρακολουθούσε τρελάθηκε και αυτός και πυροβολούσε όποιον έβρισκε γιατί πίστευε ότι οι Εβραίοι τον κυνηγούσαν να τον σκοτώσουν, επειδή στον πόλεμο συνεργάστηκε με τους Ναζί κάνοντας πειράματα σε αθώους.

 Ή μήπως δεν υπήρχε κανένα μυστήριο, καμία παγκόσμια συνομωσία και όλα τα «σημάδια» ήταν απλώς τυχαία και δεν είχαν καμιά σημασία;

Λογοπαίγνια με τα ονόματα των ηρώων αλλά και με λέξεις, όπως το lot του τίτλου που αφού το αναφέρει με όλες του τις έννοιες -και κυρίως ως parking lot, στο οποίο εργάζονταν ο άντρας της Οιδίπας (!!)- σε όλη την ιστορία, μόλις στις δυο τρεις τελευταίες σελίδες αναφέρεται με την έννοια με την οποία το χρησιμοποιεί στον τίτλο: αντικείμενο που εκτίθεται σε δημοπρασία. Με το νούμερο 49. Και που αντιπροσωπεύει τη συλλογή γραμματοσήμων του  Pierce Inverarity(!!)- μπορείς να κάνεις διάφορα παιχνίδια και με το όνομά του πρώην εραστή. (Γεμάτη η γλώσσα του Pynchon με αστεία, λογοπαίγνια και σάτιρα). 
Αλλά και το crying του τίτλου που απλά σημαίνει -αλλά δεν το διανοείται ούτε καν ο αγγλόφωνος αναγνώστης- την αναφώνηση ενός αντικειμένου κατά τη δημοπράτηση, για να αρχίσουν οι προσφορές.

Έτσι λοιπόν και αφού στο τέλος του βιβλίου πια καταλαβαίνουμε τον τίτλο του, τελειώνει η ιστορία, με την Oedipa να κάθεται στην αίθουσα δημοπρασίας και να περιμένει να λύσει το μυστήριο –αν υπήρχε τελικά- όταν εμφανιζόταν επιτέλους αυτός που επιθυμούσε διακαώς να διεκδικήσει τη συλλογή γραμματοσήμων, που είχε να κάνει με το παράνομο σύστημα διακίνησης αλληλογραφίας. 

Αυτός που θα την οδηγούσε σε λύση.

Μέχρι εδώ. 

Δεν πρόλαβε να εμφανιστεί, γιατί εδώ τελειώνει το βιβλίο!


 Οι δύο τελευταίες προτάσεις της νουβέλας είναι:

“The auctioneer cleared his throat. Oedipa settled back, to await the crying of lot 49”.


Μπορώ να φανταστώ τα γέλια του Pynchon όταν έγραφε το τέλος του βιβλίου του.

 Εξάλλου σε όλη την εξέλιξη μπορείς να διακρίνεις το χαμόγελό του, την ειρωνεία απέναντι στους λογοτέχνες και στις τεχνικές τους, όπως πχ να χρησιμοποιήσουν ονόματα ηρώων που να τους χαρακτηρίζουν κατά κάποιον τρόπο ή να σημαίνουν κάτι, όπως πάρα πολλοί σημαντικοί λογοτέχνες είχαν κάνει μέχρι τότε.

Το βιβλίο έγινε μεγάλη επιτυχία όταν κυκλοφόρησε στη δεκαετία του '60 και ακόμα θεωρείται από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης Αμερικάνικης λογοτεχνίας.


Ο Τόμας Πίντσον, είναι σήμερα 80 χρόνων και αποστρέφεται όπως πάντα τη δημοσιότητα. 

Ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε γι αυτόν και υπάρχουν μόνο δύο φωτογραφίες του.



Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Franny and Zooey







by J. D. Salinger

Salinger became well known from the first moment he published The Catcher in the Rye in 1951.

 He had imagined the Glasses, a family with 7 precocious children living in Manhattan and wrote some short stories and novellas about them.

Franny, (written at first as a short story), and Zooey, (as a novella) are two siblings in the Glass family, the youngest ones. They, along with the rest of the Glass children, took part in a radio programme for witty children for many years.

Franny  starts on a winter Saturday morning when she, being an undergraduate student at an Art college (its name is not stated), meets her boyfriend (Lane Coutell, a senior student studying Modern European Literature) at a nearby college town, where they are supposed to watch a Yale-Harvard game and spend the weekend together.

While having dinner at a nice restaurant, Franny gets so disappointed with Lane because he speaks incessantly about an essay he had written and the unexpected enthusiastic approval of it by his professor, when he got it back “with this goddam A on it in letters about six feet high”!

 But this was not the beginning to Franny’s exasperation about values.

 It had all started earlier when, as a freshman at college she gets frustrated with the lack of authenticity and the egotism of professors and fellow students around her.

She consequently, can’t stand the complacency and egotism of her boyfriend who is the example of the good, conventional, “clever” student who will constitute the successful, educated citizen of society after finishing his studies.

 An interesting burst on the part of Franny follows which results in her breakdown, in the restaurant.

Zooey, is telling the story after the restaurant scene with Franny and Lane. 

The scene is in the Manhattan family apartment now and the conversation between Franny and Zooey is really compelling.

 It’s about the role of Universities which only fill up students with plain knowledge that does not lead to being a better person but just how to become successful in society which means how to make money or perhaps how to become famous. 

“You never even hear any hints dropped on a campus that wisdom is supposed to be the goal of knowledge”.


Franny however is interested in something more valuable than material or intellectual goods and so she looks for it in something more spiritual, after she finds a small book in the college library “The Way of a pilgrim”.

Her brother Zooey speaks and speaks to her for a more reasonable way of thinking but at the end he admits that he shouldn’t have tried to persuade her against Jesus Christ or any other religious solutions to her existential concerns.

Zooey ends up by saying that to get out of the situation she found herself in trapped, she should start acting again which is something she loves doing not minding who the audience is :“play for the Fat Lady”, as Seymor, the eldest and most beloved sibling in the Glass family who has killed himself,  had once advised. 
Who is the “Fat Lady” though?

 A book that can boost one’s thoughts further!

Additionally, it is excellent, “sweet” literature.

I loved it and really enjoyed it.

I certainly recommend it.






Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

On the Road


 by Jack Kerouac

Τον Ιούλιο του 1947 ξεκινάει το πρώτο ταξίδι, μετά το διαζύγιό του, από τη Νέα Υόρκη προς την άλλη ακτή στη Δύση και το Σαν Φρανσίσκο. Έχει μαζί του 50 δολάρια όλα κι όλα, κάνει ωτοστόπ, αλλάζει λεωφορεία μέχρι που φτάνει στο Ντένβερ όπου συναντάει τους φίλους του, Carlo Marx (ψευδώνυμο του Allen Ginsberg) και Dean Moriarty (o Neal Cassady), πρωταγωνιστές όλοι του κινήματος που ο ίδιος ο Κέρουακ αργότερα θα ονομάσει Beat, δανειζόμενος τον όρο από τους τζαζίστες.

 Κορίτσια, ποτό, ναρκωτικά και φυσικά οι μεγάλοι της τζαζ να αυτοσχεδιάζουν και να τζαμάρουν στα κλαμπ (Charlie Parker, Miles Davies, Dizzie Gillespie). 

Όλα σε ξέφρενους ρυθμούς, λαχανιάζεις και μόνο που τα διαβάζεις ή ίσως αρχίζεις να χοροπηδάς και συ, ανάλογα με την ηλικία σου πάντα. 

Έντονη ανάγκη να ξαναβρεθούν στο δρόμο και να διασχίσουν τη μια πολιτεία μετά την άλλη, από τον ένα ωκεανό στον άλλο.

Είναι ο Sal Paradise (Jack Kerouac) και ο πρωταγωνιστής του βιβλίου του, Dean Moriarty (Neal Cassady) που διασχίζουν τη χώρα πολλές φορές από το 1947 μέχρι το 1950, από τη μια πόλη στην άλλη, για να συναντήσουν έναν φίλο ή «κι εγώ δεν ξέρω γιατί ήρθα στη Νέα Υόρκη, φίλε»!


Στο δεύτερο ταξίδι πάνω κάτω στις Ηνωμένες Πολιτείες, και αφού παρατάει την οικογενειακή Χριστουγεννιάτικη γιορτή, γιατί του μπήκε και πάλι το μικρόβιο που το όνομά του ήταν Dean Moriarty, επισκέπτονται κάπου στη Νέα Ορλεάνη τον άλλο φίλο Old Bull Lee (ψευδώνυμο για τον William S. Burroughs) που είναι εθισμένος στη μορφίνη και συνεχίζουν μέχρι Σαν Φρανσίσκο όπου είναι το τέλος της ξηράς και αναγκαστικά σταματούν.
Όμως σε λίγο θα ξαναβγούν στο δρόμο και θα πάνε νότια, Τέξας, Νέο Μεξικό αλλά και τα σύνορα θα περάσουν για το Μέξικο σίτυ όπου τα ναρκωτικά είναι παντού!


Όταν τελικά εκδόθηκε το βιβλίο, μετά από πολλές αναθεωρήσεις και εκδοτικές περιπέτειες, έγινε αμέσως επιτυχία.

 Μόνο που αρχικά το ενδιαφέρον των δημοσιογράφων απέβλεπε αποκλειστικά στο νέο τρόπο ζωής της παρέας των νεαρών του βιβλίου, παρά στο ίδιο το λογοτεχνικό έργο.

 Ήταν η γενιά των Beat με εκπρόσωπο τώρα πια τον Kerouac και όλοι ενδιαφέρονταν να μάθουν για αυτούς τους «τρελούς», αντισυμβατικούς νεαρούς που πειραματίζονταν με σκληρά ναρκωτικά, benzedrine (αμφεταμίνη), μορφίνη και άλλα και που με παρέα τη μαριχουάνα και το αλκοόλ, διέσχιζαν τη μεταπολεμική Αμερική ψάχνοντας κάτι καινούριο να πιστέψουν σ’ αυτό, γκρεμίζοντας κάθε είδους όρια νομιμότητας (πολλές φορές ο συγγραφέας απέκρυψε νομικές παραβάσεις των χαρακτήρων του για ευνόητους λόγους) αλλά και ηθικά όρια, που έμπαιναν εμπόδιο στην προσωπική τους ελευθερία.

 Απελευθέρωση και στο σεξ, που όμως πριν την τελική έκδοση του βιβλίου αναγκάστηκε να απαλύνει τουλάχιστον όσον αφορά στα θέματα ομοφυλοφιλίας, όπως αυτό ανάμεσα στον Carlo Marx και τον Dean Moriarty αλλά ίσως και τη δική του σχέση με τον άκρως ερωτικό, κολλητό του φίλο Dean.


Θυμάμαι να «τρελαίνομαι» με το On the Road, όταν τη δεκαετία του 70 το διάβασα για πρώτη φορά (λίγα χρόνια αργότερα γύρισα και γω με ωτοστόπ τη δική μας ήπειρο), αλλά τώρα ξαναδιαβάζοντάς το στα πλαίσια του MOOC που παρακολουθώ, χασμουρήθηκα και λίγο (ναι η ηλικία είναι καθοριστικός παράγοντας, με όλα όσα φέρνει μαζί της). Σκέφτομαι όμως ότι ίσως ο γύρος της Ευρώπης με ωτοστόπ τότε να μην είχε γίνει ποτέ και γι αυτό μαζί με τον Bob Dylan θα συμφωνήσω ότι μας καθόρισε όλους το βιβλίο αυτό του Kerouac.


·         Οι Beat λογοτέχνες δεν επιμένουν στη φόρμα του έργου, δηλ στο πώς θα διαμορφώσουν την αφήγηση της ιστορίας, όπως οι συνάδελφοί τους Μοντερνιστές, ούτε θεωρούν ότι το δημιούργημα είναι κάτι αυτόνομο, ξεχωριστό από τη ζωή του αφηγητή ή του αναγνώστη –όπως υποστηρίζει ο Ναμπόκοφ. Όμως αν και οι ίδιοι δεν επικεντρώνουν την προσπάθειά τους στο στυλ και στη δεξιοτεχνία της σύνθεσης της αφήγησης σύμφωνα με τον κανόνα των Μοντερνιστών, επιθυμούν και αυτοί να αναπαραγάγουν και να επικοινωνήσουν την εμπειρία που περιγράφουν και μάλιστα με μια γλώσσα αληθινή, καθημερινή, όχι επιτηδευμένη, σε μια «πρόζα αυθόρμητη», όπως υποστηρίζει ο Kerouac.

      Λίγα χρόνια πριν την τελική έκδοση του On the Road το 1957, ο William S. Burroughs εκδίδει το γνωστό Junky(1953), που είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό και ο Allen Ginsberg την ποιητική συλλογή Howl and other poems(1955) που αποτελούν αντιπροσωπευτικά λογοτεχνικά έργα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς της Αμερικής, η οποία αντιδρώντας στην καταναλωτική κοινωνία της αφθονίας που εδραιώνονταν, έψαχνε τις δικές της αξίες, με το δικό της τρόπο. Ήταν η καλλιτεχνική γενιά Beat που άφησε το αποτύπωμά της στις δεκαετίες του 50 και 60, για να παραδώσει στην επόμενη γενιά, αυτή των Hippies.




  


Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Lolita

by Vladimir Nabokov





Μετά το Black Boy του Richard Wright και το Wise Blood  της Flannery OConnor, το μάθημα της καθηγήτριας Amy Hungerford,

  The American novel since 1945 

 συνεχίζεται με το μυθιστόρημα του Vladimir Nabokov, Lolita.


Η Λολίτα είναι η ιστορία ενός σαραντάχρονου παιδεραστή και του έρωτά του για τη δωδεκάχρονη κόρη της σπιτονοικοκυράς του, την οποία δε διστάζει να παντρευτεί ώστε να βρίσκεται δίπλα στο αντικείμενο του πόθου και του διεστραμμένου έρωτά του.

Από την πρώτη διάσημη πρόταση του μυθιστορήματός του,

«Λολίτα, φως της ζωής μου, φλόγα της ηδονής μου. Αμαρτία μου, ψυχή μου»,

σε μια αμήχανη προσπάθεια από τη μεριά μου μετάφρασης του

  Lolita, light of my life, fire of my loins. My sin, my soul.”

από την πρώτη αυτή πρόταση, ο Ναμπόκοφ προσπαθεί να μας κάνει συνενόχους της παραβατικότητας του ήρωά του, Humbert Humbert.

 Να νιώσουμε και σωματικά, την ηδονή στο στόμα καθώς προφέρει το όνομα του μικρού κοριτσιού:

«Λο-λί-τα: με την άκρη της γλώσσας να κάνει ένα ταξιδάκι τριών βημάτων από τα βάθη του ουρανίσκου και με το τρία, να πλαταγίζει πάνω στα δόντια», 
Lo-lee-ta: the tip of the tongue taking a trip of three steps down the palate to tap, at three, on the teeth. Lo. Lee. Ta.”


Και αυτή είναι μόνο η αρχή της προσπάθειας του συγγραφέα να σαγηνεύσει, να αποπλανήσει τον αναγνώστη, να τον βάλει στη θέση του ήρωά του, να μεταμορφώσει τον παραβάτη παιδεραστή σ’ έναν κατά τα άλλα συμπαθή άνδρα, χρησιμοποιώντας τη δύναμη των λέξεων και του λόγου γενικότερα.
 Και φαίνεται να πετυχαίνει το στόχο του αφού ο διάσημος κριτικός βιβλίων των μέσων του 20ου αι. το χαρακτήρισε ως την ωραιότερη ερωτική ιστορία και το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ. Έφερε δε τόσα κέρδη στον δημιουργό του που του επέτρεψε να αποσυρθεί στην Ελβετία.

Αρχικά βέβαια, υπήρξε μια δύσκολη εκδοτική πορεία για το εν λόγω βιβλίο, καθώς τέσσερεις εκδότες αρνήθηκαν να το εκδώσουν – εδώ έχουμε αργότερα μια απάντηση του Ναμπόκοφ σχετικά με την άρνησή αυτή και προσβλητικά αναφέρει για τους τέσσερεις, ότι όταν είδαν ότι το βιβλίο δεν ήταν πορνογραφικό, έχασαν το ενδιαφέρον τους και φαίνεται πως  δε διάβασαν παρακάτω!

 Τελικά, τυπώθηκε και εκδόθηκε στο Παρίσι (1955) όπως και ο Οδυσσέας του Τζόυς και αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έγινε και best seller.

Σε δύο διαφορετικά ταξίδια διασχίζουν ολόκληρη τη χώρα, οι δύο αταίριαστοι ταξιδιώτες, από μοτέλ σε μοτέλ και όλη η αφήγηση, γεγονότα, συναισθήματα, από την πλευρά του Χάμπερτ Χάμπερτ. Απούσα η φωνή της Λολίτας. Που είναι η Λολίτα στο θάνατο της μητέρας της, στην ουσιαστικά απαγωγή της από τον "πατέρα" της, στο βιασμό της; Γυρίσαμε λέει, προς το τέλος της ιστορίας, ο Χ.Χ. όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν είδαμε τίποτα! Και το απρόσμενο τέλος!


Λίγα βιογραφικά για τον συγγραφέα που σχεδόν πάντα βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση ενός έργου: 

Ο Vladimir Nabokov (1899- 1977) ανήκει στην τελευταία γενιά ρώσων αριστοκρατών, με τεράστιες περιουσίες και πύργους έξω από την Αγία Πετρούπολη πριν φυσικά μετονομαστεί σε Λένινγκραντ. 

Είχε μια προνομιακή παιδική και εφηβική ζωή με δασκάλους αγγλικών, γαλλικών και ρώσικων και η πρώτη γλώσσα που μιλάει και γράφει είναι η αγγλική. Στο σπίτι τους μίλαγαν αγγλικά, γαλλικά και ρώσικα. Είναι τρίγλωσσος. Κοντεύει είκοσι όταν όλη η οικογένεια παίρνει το δρόμο της εξορίας, το 1918. Αρχικά Αγγλία, κατόπιν Παρίσι, όπου δολοφονείται ο πατέρας του, ο οποίος ήταν μεν εναντίον του Τσάρου αλλά όχι με τους μπολσεβίκους, ήταν δημοκρατικός και εξέδιδε εφημερίδα με πολιτικά θέματα.

 Γράφει στην Ευρώπη τα πρώτα του βιβλία στα ρώσικα και μόνο όταν εγκαθίσταται στις Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίζει να γράφει πλέον στην αγγλική, η οποία είναι μητρική γι αυτόν τον ρώσο και έτσι στα βιβλία του δεν υπάρχουν εκείνα τα σκοτεινά-δύσκολα γλωσσικά στοιχεία που υπάρχουν παραδείγματος χάριν στον Joseph Conrad, που ήταν Πολωνός και έμαθε τα αγγλικά, στα οποία έγραψε, πολύ αργότερα, - ανάμεσα στα άλλα και το αριστουργηματικό Heart of Darkness

Χρόνια αργότερα μετέφρασε τη Λολίτα στα ρώσικα, δηλώνοντας ότι είναι μια πρώτης τάξης γλώσσα.

Ναμπόκοφ και Μοντερνισμός

Η Λολίτα διαβάζεται σε πολλά επίπεδα, φανερώνοντας τη δεξιοτεχνία του συγγραφέα, αλλά και τις επιρροές του από το κίνημα του Μοντερνισμού, από το οποίο όμως θέλει να διαχωρίζει τη θέση του αν και έχει πολλά κοινά στοιχεία με τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του, όπως τον Τζέημς Τζόυς τον οποίο δηλώνει ότι θεωρεί τον σπουδαιότερο συγγραφέα του εικοστού αιώνα.


Ανατρεπτικός και ενάντιος σε κάθε συμβατικότητα, κατά της τρέχουσας ηθικής, θεωρεί και αυτός ότι ο μόνος σκοπός της Τέχνης είναι ο εαυτός της, με άλλα λόγια Η Τέχνη για την Τέχνη, δεν υπακούει σε άλλους κανόνες, είναι αυτόνομη.

 Πιο πολύ ενδιαφέρεται και αυτός όπως και οι Μοντερνιστές για τη μαστοριά της φόρμας του μυθιστορήματος, για το στυλ, παρά για κάποιο μήνυμα που θα επιθυμούσε να περάσει στον αναγνώστη. Του αρέσουν τα λογοπαίγνια και παίρνει ιδέες από τον Τζόυς.

Παρόλα τα παραπάνω κοινά σημεία του με τους «εξόριστους», διεθνιστές Μοντερνιστές, θέλει να πιστεύει ότι δεν ανήκει στο κίνημα του Μοντερνισμού διότι για αυτόν η μεγαλύτερη αξία είναι η πρωτοτυπία.


  • Μια ενδιαφέρουσα άποψη της καθηγήτριας Amy Hungerford για προβληματισμό, είναι ότι πίσω από τον παιδεραστή Humbert Humbert κρύβεται ίσως ο ομοφοβικός Nabokov.


  • Η μεταφορά του βιβλίου Λολίτα στην οθόνη, με τον εξαιρετικό Jeremy Irons στο ρόλο του καθηγητή Humbert Humbert, είναι από τις λίγες μεταφορές βιβλίων στον κινηματογράφο που έχω απολαύσει.

Συνιστώ το βιβλίο σε όλους ανεπιφύλακτα.

Για τη συνέχεια η καθηγήτρια έχει επιλέξει το On the Road , του Jack Kerouac.


Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Wise Blood


by Flannery O'Connor



Flannery O’Connor (1925-1964), is another southerner belonging to the writers called “Southern Agrarians”, working in the 1930s and 40s in the American South.

She was born in Savannah and studied creative writing at the Iowa Writers' Workshop.

 She was afflicted by lupus, a serious illness and died at the age of 39.

She was a Catholic and has been considered a religious writer, but she was more than that.

Her book Wise Blood is about Hazel Motes, a soldier who got wounded at the war somewhere in Asia and returns home to nobody actually and with no faith anymore-although he used to wander around with his grandfather, a preacher, before the war and preach love for Christ.

After the experience he has at war, he becomes-or wants to become- a nihilist and wants to create a new church the Church without Christ.

He buys an old car, an old Essex and travels all over the area, trying to preach the new faith, with the new Christ who does not promise any redemption to people.

 His eyes 
“don’t look like they see what he is looking at, but they keep on looking”,
 Sabbath Lily Hawks says about him, whom she tries to seduce.

She is the daughter of a “blind” preacher, a Protestant just like Hazel’s grandfather was. He tries to get rid of his daughter just like another father in the book does for his son, who suffers some mental illness and believes he has wise blood that tells him what is right to do and who also meets Hazel and wants to become the first and only member of his new church, the Church without Christ.


The symbolisms and the violence, of parents on their children, of the police on civilians and Hazel Motes’s on a fake preacher he meets and kills, is all over the story.

O' Connor's grotesqueness is due to her being a Catholic believer. At least that's what she wants us to believe through her letters and essays. But there could be other explanations like for example social reasons. The woman of the South in the middle of the twentieth century, had to be taking care of her beauty both physically and in manners (etiquette). But as O' Connor suffered of lupus, she was distorted with swellings and bloatings. So all this suffering and distortion in her work may be the result of a reaction to this cultural oppression for beauty on the women of her times. So it's the violence of Southern culture which does not only affect the culture of femininity of the South but goes way beyond it. We read about murdered, abused, abandoned children in the book, about police brutality and of course there is overt racism for colored people and poor whites.


Like all the writers after the wave of Modernism in Literature, Flannery follows the letter of the schools of creative writing and produces Wise Blood , which is an interesting, religion-centered but not only, post modern novel.


I would recommend it to those who have a deeper interest in Literature or those who just like to listen to strange stories of the religious, racist, American South of the beginnings of the 20th century.

I really enjoyed reading it and, I am NOT a religious person.


Coming next in the course is

3. Lolita
by Vladimir Nabokov

which will be analyzed by our professor Amy Hungerford, in her familiar by now way of setting questions for us to think on another one of "the most compelling novels written in the last half of the 20th century" that she thought of including in her course.










Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

"Black Boy" by Richard Wright







1. Black Boy
      by Richard Wright

The first reading of the term is Richard Wright’s Black Boy, which was published in 1944, then called American Hunger.

Wright was already a successful writer at that time with his first novel Native Son.

 I didn’t expect R. Wright, once member of the American Communist Party (from 1932 to 1944), to be a writer to study about, at Yale University.

I listened to Professor A. Hungerford’s lecture about the problems the author had in publishing his book and she very proudly –because the letters are kept at Yale- read to us parts of his correspondence with a member of the editorial board of the Book of the Month Club (a mail-order book club, which was “a powerful engine for selling books, just like Oprah’s Book Club is today”) who really pressed Richard Wright to make serious changes to his story, which by the way is titled as autobiography, and at the end there was a compromise between the two sides leaving the second part of the book out!

So Black Boy is an autobiography, whatever that means. He received a lot of criticism from both sides about the autobiographical issues of his book, me finding my preferences on the side of what William Faulkner wrote to him upon reading Black Boy. He said to R. Wright:

“The good, lasting stuff comes out of one’s individual imagination, and sensitivity to, and comprehension of, the sufferings of Everyman-Any Man- not out of the memory of one’s own grief. I hope you will keep on saying it, but I hope you will say it as an artist, as in Native Son.”

Richard Wright was born in 1908, on a plantation in Mississippi, the racist south of the USA.

The social and economic conditions deprived a black boy like him of any hope to get out of the pit.

In the first part of the book his childhood in Mississippi at the beginning of the 20th century, is described. Excellent literature, no matter biographical or not. Although they are not slaves anymore in his family, the economic conditions are so filthy and the racism of the white people so harsh, that little Richard is abused in several ways BUT he finds a way to escape literally and figuratively from the hell of the South to “freedom” in Chicago, in the North.

 “What was it that made me conscious of possibilities? From where had I caught a sense of freedom?”

He wonders, asking himself how he managed to get out of the pit and fly towards freedom.

 And he gives the answer himself “From books”!

Borrowing books from the local library was not a piece of cake for ex-slaves and he had to create a whole secret situation to be able to do it. He had to hide that he wanted to get educated from both the blacks and the whites. The first would make fun of him and the second would think suspiciously "what should a negro need education for?"

 And that’s how he managed to become conscious of his situation, like Camy’s Sisyphos who had the opportunity to think,-if he got the opportunity, no books for him though, on his way down from the top of the hill, to take the rock and start climbing up again.

So that’s the first part of the initial copy that Richard Wright gave to his publishers in 1944.

 The second part with the title The Horror and the Glory was about his life in Chicago, his being a member of the Communist Party of America and his disillusionment.
 Its six chapters weren’t published until 1977!

Richard Wright was the first black writer to enter the Book of the Month Club and he was a great influence to the coming black writers.

He moved to Paris in 1946 and lived there as an American expatriate,  until his death in 1960.

In Paris, he became friends with French writers like Jean-Paul Sartre, Albert Camus and lots of the intellectuals living in Paris at that time. 

That’s a long trajectory for the “black boy” from the American South.

I recommend this book, not only because it’s an interesting story but also because it is narrated in a beautiful literary way that leaves you satisfied when you close the book and you start thinking of it.

To be continued, with the next American novel of the second half of the 20th century, which professor Amy Hungerford has chosen for her course for Yale students and which can also be attended online by anyone interested in the subject. Which novel is also by a southern American writer:

Flannery O' Connor's

 Wise Blood


Yale University [MOOC = Massive Open Online Course]
Professor Amy Hungerford