Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Franny and Zooey







by J. D. Salinger

Salinger became well known from the first moment he published The Catcher in the Rye in 1951.

 He had imagined the Glasses, a family with 7 precocious children living in Manhattan and wrote some short stories and novellas about them.

Franny, (written at first as a short story), and Zooey, (as a novella) are two siblings in the Glass family, the youngest ones. They, along with the rest of the Glass children, took part in a radio programme for witty children for many years.

Franny  starts on a winter Saturday morning when she, being an undergraduate student at an Art college (its name is not stated), meets her boyfriend (Lane Coutell, a senior student studying Modern European Literature) at a nearby college town, where they are supposed to watch a Yale-Harvard game and spend the weekend together.

While having dinner at a nice restaurant, Franny gets so disappointed with Lane because he speaks incessantly about an essay he had written and the unexpected enthusiastic approval of it by his professor, when he got it back “with this goddam A on it in letters about six feet high”!

 But this was not the beginning to Franny’s exasperation about values.

 It had all started earlier when, as a freshman at college she gets frustrated with the lack of authenticity and the egotism of professors and fellow students around her.

She consequently, can’t stand the complacency and egotism of her boyfriend who is the example of the good, conventional, “clever” student who will constitute the successful, educated citizen of society after finishing his studies.

 An interesting burst on the part of Franny follows which results in her breakdown, in the restaurant.

Zooey, is telling the story after the restaurant scene with Franny and Lane. 

The scene is in the Manhattan family apartment now and the conversation between Franny and Zooey is really compelling.

 It’s about the role of Universities which only fill up students with plain knowledge that does not lead to being a better person but just how to become successful in society which means how to make money or perhaps how to become famous. 

“You never even hear any hints dropped on a campus that wisdom is supposed to be the goal of knowledge”.


Franny however is interested in something more valuable than material or intellectual goods and so she looks for it in something more spiritual, after she finds a small book in the college library “The Way of a pilgrim”.

Her brother Zooey speaks and speaks to her for a more reasonable way of thinking but at the end he admits that he shouldn’t have tried to persuade her against Jesus Christ or any other religious solutions to her existential concerns.

Zooey ends up by saying that to get out of the situation she found herself in trapped, she should start acting again which is something she loves doing not minding who the audience is :“play for the Fat Lady”, as Seymor, the eldest and most beloved sibling in the Glass family who has killed himself,  had once advised. 
Who is the “Fat Lady” though?

 A book that can boost one’s thoughts further!

Additionally, it is excellent, “sweet” literature.

I loved it and really enjoyed it.

I certainly recommend it.






Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

On the Road


 by Jack Kerouac

Τον Ιούλιο του 1947 ξεκινάει το πρώτο ταξίδι, μετά το διαζύγιό του, από τη Νέα Υόρκη προς την άλλη ακτή στη Δύση και το Σαν Φρανσίσκο. Έχει μαζί του 50 δολάρια όλα κι όλα, κάνει ωτοστόπ, αλλάζει λεωφορεία μέχρι που φτάνει στο Ντένβερ όπου συναντάει τους φίλους του, Carlo Marx (ψευδώνυμο του Allen Ginsberg) και Dean Moriarty (o Neal Cassady), πρωταγωνιστές όλοι του κινήματος που ο ίδιος ο Κέρουακ αργότερα θα ονομάσει Beat, δανειζόμενος τον όρο από τους τζαζίστες.

 Κορίτσια, ποτό, ναρκωτικά και φυσικά οι μεγάλοι της τζαζ να αυτοσχεδιάζουν και να τζαμάρουν στα κλαμπ (Charlie Parker, Miles Davies, Dizzie Gillespie). 

Όλα σε ξέφρενους ρυθμούς, λαχανιάζεις και μόνο που τα διαβάζεις ή ίσως αρχίζεις να χοροπηδάς και συ, ανάλογα με την ηλικία σου πάντα. 

Έντονη ανάγκη να ξαναβρεθούν στο δρόμο και να διασχίσουν τη μια πολιτεία μετά την άλλη, από τον ένα ωκεανό στον άλλο.

Είναι ο Sal Paradise (Jack Kerouac) και ο πρωταγωνιστής του βιβλίου του, Dean Moriarty (Neal Cassady) που διασχίζουν τη χώρα πολλές φορές από το 1947 μέχρι το 1950, από τη μια πόλη στην άλλη, για να συναντήσουν έναν φίλο ή «κι εγώ δεν ξέρω γιατί ήρθα στη Νέα Υόρκη, φίλε»!


Στο δεύτερο ταξίδι πάνω κάτω στις Ηνωμένες Πολιτείες, και αφού παρατάει την οικογενειακή Χριστουγεννιάτικη γιορτή, γιατί του μπήκε και πάλι το μικρόβιο που το όνομά του ήταν Dean Moriarty, επισκέπτονται κάπου στη Νέα Ορλεάνη τον άλλο φίλο Old Bull Lee (ψευδώνυμο για τον William S. Burroughs) που είναι εθισμένος στη μορφίνη και συνεχίζουν μέχρι Σαν Φρανσίσκο όπου είναι το τέλος της ξηράς και αναγκαστικά σταματούν.
Όμως σε λίγο θα ξαναβγούν στο δρόμο και θα πάνε νότια, Τέξας, Νέο Μεξικό αλλά και τα σύνορα θα περάσουν για το Μέξικο σίτυ όπου τα ναρκωτικά είναι παντού!


Όταν τελικά εκδόθηκε το βιβλίο, μετά από πολλές αναθεωρήσεις και εκδοτικές περιπέτειες, έγινε αμέσως επιτυχία.

 Μόνο που αρχικά το ενδιαφέρον των δημοσιογράφων απέβλεπε αποκλειστικά στο νέο τρόπο ζωής της παρέας των νεαρών του βιβλίου, παρά στο ίδιο το λογοτεχνικό έργο.

 Ήταν η γενιά των Beat με εκπρόσωπο τώρα πια τον Kerouac και όλοι ενδιαφέρονταν να μάθουν για αυτούς τους «τρελούς», αντισυμβατικούς νεαρούς που πειραματίζονταν με σκληρά ναρκωτικά, benzedrine (αμφεταμίνη), μορφίνη και άλλα και που με παρέα τη μαριχουάνα και το αλκοόλ, διέσχιζαν τη μεταπολεμική Αμερική ψάχνοντας κάτι καινούριο να πιστέψουν σ’ αυτό, γκρεμίζοντας κάθε είδους όρια νομιμότητας (πολλές φορές ο συγγραφέας απέκρυψε νομικές παραβάσεις των χαρακτήρων του για ευνόητους λόγους) αλλά και ηθικά όρια, που έμπαιναν εμπόδιο στην προσωπική τους ελευθερία.

 Απελευθέρωση και στο σεξ, που όμως πριν την τελική έκδοση του βιβλίου αναγκάστηκε να απαλύνει τουλάχιστον όσον αφορά στα θέματα ομοφυλοφιλίας, όπως αυτό ανάμεσα στον Carlo Marx και τον Dean Moriarty αλλά ίσως και τη δική του σχέση με τον άκρως ερωτικό, κολλητό του φίλο Dean.


Θυμάμαι να «τρελαίνομαι» με το On the Road, όταν τη δεκαετία του 70 το διάβασα για πρώτη φορά (λίγα χρόνια αργότερα γύρισα και γω με ωτοστόπ τη δική μας ήπειρο), αλλά τώρα ξαναδιαβάζοντάς το στα πλαίσια του MOOC που παρακολουθώ, χασμουρήθηκα και λίγο (ναι η ηλικία είναι καθοριστικός παράγοντας, με όλα όσα φέρνει μαζί της). Σκέφτομαι όμως ότι ίσως ο γύρος της Ευρώπης με ωτοστόπ τότε να μην είχε γίνει ποτέ και γι αυτό μαζί με τον Bob Dylan θα συμφωνήσω ότι μας καθόρισε όλους το βιβλίο αυτό του Kerouac.


·         Οι Beat λογοτέχνες δεν επιμένουν στη φόρμα του έργου, δηλ στο πώς θα διαμορφώσουν την αφήγηση της ιστορίας, όπως οι συνάδελφοί τους Μοντερνιστές, ούτε θεωρούν ότι το δημιούργημα είναι κάτι αυτόνομο, ξεχωριστό από τη ζωή του αφηγητή ή του αναγνώστη –όπως υποστηρίζει ο Ναμπόκοφ. Όμως αν και οι ίδιοι δεν επικεντρώνουν την προσπάθειά τους στο στυλ και στη δεξιοτεχνία της σύνθεσης της αφήγησης σύμφωνα με τον κανόνα των Μοντερνιστών, επιθυμούν και αυτοί να αναπαραγάγουν και να επικοινωνήσουν την εμπειρία που περιγράφουν και μάλιστα με μια γλώσσα αληθινή, καθημερινή, όχι επιτηδευμένη, σε μια «πρόζα αυθόρμητη», όπως υποστηρίζει ο Kerouac.

      Λίγα χρόνια πριν την τελική έκδοση του On the Road το 1957, ο William S. Burroughs εκδίδει το γνωστό Junky(1953), που είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό και ο Allen Ginsberg την ποιητική συλλογή Howl and other poems(1955) που αποτελούν αντιπροσωπευτικά λογοτεχνικά έργα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς της Αμερικής, η οποία αντιδρώντας στην καταναλωτική κοινωνία της αφθονίας που εδραιώνονταν, έψαχνε τις δικές της αξίες, με το δικό της τρόπο. Ήταν η καλλιτεχνική γενιά Beat που άφησε το αποτύπωμά της στις δεκαετίες του 50 και 60, για να παραδώσει στην επόμενη γενιά, αυτή των Hippies.




  


Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Lolita

by Vladimir Nabokov





Μετά το Black Boy του Richard Wright και το Wise Blood  της Flannery OConnor, το μάθημα της καθηγήτριας Amy Hungerford,

  The American novel since 1945 

 συνεχίζεται με το μυθιστόρημα του Vladimir Nabokov, Lolita.


Η Λολίτα είναι η ιστορία ενός σαραντάχρονου παιδεραστή και του έρωτά του για τη δωδεκάχρονη κόρη της σπιτονοικοκυράς του, την οποία δε διστάζει να παντρευτεί ώστε να βρίσκεται δίπλα στο αντικείμενο του πόθου και του διεστραμμένου έρωτά του.

Από την πρώτη διάσημη πρόταση του μυθιστορήματός του,

«Λολίτα, φως της ζωής μου, φλόγα της ηδονής μου. Αμαρτία μου, ψυχή μου»,

σε μια αμήχανη προσπάθεια από τη μεριά μου μετάφρασης του

  Lolita, light of my life, fire of my loins. My sin, my soul.”

από την πρώτη αυτή πρόταση, ο Ναμπόκοφ προσπαθεί να μας κάνει συνενόχους της παραβατικότητας του ήρωά του, Humbert Humbert.

 Να νιώσουμε και σωματικά, την ηδονή στο στόμα καθώς προφέρει το όνομα του μικρού κοριτσιού:

«Λο-λί-τα: με την άκρη της γλώσσας να κάνει ένα ταξιδάκι τριών βημάτων από τα βάθη του ουρανίσκου και με το τρία, να πλαταγίζει πάνω στα δόντια», 
Lo-lee-ta: the tip of the tongue taking a trip of three steps down the palate to tap, at three, on the teeth. Lo. Lee. Ta.”


Και αυτή είναι μόνο η αρχή της προσπάθειας του συγγραφέα να σαγηνεύσει, να αποπλανήσει τον αναγνώστη, να τον βάλει στη θέση του ήρωά του, να μεταμορφώσει τον παραβάτη παιδεραστή σ’ έναν κατά τα άλλα συμπαθή άνδρα, χρησιμοποιώντας τη δύναμη των λέξεων και του λόγου γενικότερα.
 Και φαίνεται να πετυχαίνει το στόχο του αφού ο διάσημος κριτικός βιβλίων των μέσων του 20ου αι. το χαρακτήρισε ως την ωραιότερη ερωτική ιστορία και το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ. Έφερε δε τόσα κέρδη στον δημιουργό του που του επέτρεψε να αποσυρθεί στην Ελβετία.

Αρχικά βέβαια, υπήρξε μια δύσκολη εκδοτική πορεία για το εν λόγω βιβλίο, καθώς τέσσερεις εκδότες αρνήθηκαν να το εκδώσουν – εδώ έχουμε αργότερα μια απάντηση του Ναμπόκοφ σχετικά με την άρνησή αυτή και προσβλητικά αναφέρει για τους τέσσερεις, ότι όταν είδαν ότι το βιβλίο δεν ήταν πορνογραφικό, έχασαν το ενδιαφέρον τους και φαίνεται πως  δε διάβασαν παρακάτω!

 Τελικά, τυπώθηκε και εκδόθηκε στο Παρίσι (1955) όπως και ο Οδυσσέας του Τζόυς και αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έγινε και best seller.

Σε δύο διαφορετικά ταξίδια διασχίζουν ολόκληρη τη χώρα, οι δύο αταίριαστοι ταξιδιώτες, από μοτέλ σε μοτέλ και όλη η αφήγηση, γεγονότα, συναισθήματα, από την πλευρά του Χάμπερτ Χάμπερτ. Απούσα η φωνή της Λολίτας. Που είναι η Λολίτα στο θάνατο της μητέρας της, στην ουσιαστικά απαγωγή της από τον "πατέρα" της, στο βιασμό της; Γυρίσαμε λέει, προς το τέλος της ιστορίας, ο Χ.Χ. όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν είδαμε τίποτα! Και το απρόσμενο τέλος!


Λίγα βιογραφικά για τον συγγραφέα που σχεδόν πάντα βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση ενός έργου: 

Ο Vladimir Nabokov (1899- 1977) ανήκει στην τελευταία γενιά ρώσων αριστοκρατών, με τεράστιες περιουσίες και πύργους έξω από την Αγία Πετρούπολη πριν φυσικά μετονομαστεί σε Λένινγκραντ. 

Είχε μια προνομιακή παιδική και εφηβική ζωή με δασκάλους αγγλικών, γαλλικών και ρώσικων και η πρώτη γλώσσα που μιλάει και γράφει είναι η αγγλική. Στο σπίτι τους μίλαγαν αγγλικά, γαλλικά και ρώσικα. Είναι τρίγλωσσος. Κοντεύει είκοσι όταν όλη η οικογένεια παίρνει το δρόμο της εξορίας, το 1918. Αρχικά Αγγλία, κατόπιν Παρίσι, όπου δολοφονείται ο πατέρας του, ο οποίος ήταν μεν εναντίον του Τσάρου αλλά όχι με τους μπολσεβίκους, ήταν δημοκρατικός και εξέδιδε εφημερίδα με πολιτικά θέματα.

 Γράφει στην Ευρώπη τα πρώτα του βιβλία στα ρώσικα και μόνο όταν εγκαθίσταται στις Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίζει να γράφει πλέον στην αγγλική, η οποία είναι μητρική γι αυτόν τον ρώσο και έτσι στα βιβλία του δεν υπάρχουν εκείνα τα σκοτεινά-δύσκολα γλωσσικά στοιχεία που υπάρχουν παραδείγματος χάριν στον Joseph Conrad, που ήταν Πολωνός και έμαθε τα αγγλικά, στα οποία έγραψε, πολύ αργότερα, - ανάμεσα στα άλλα και το αριστουργηματικό Heart of Darkness

Χρόνια αργότερα μετέφρασε τη Λολίτα στα ρώσικα, δηλώνοντας ότι είναι μια πρώτης τάξης γλώσσα.

Ναμπόκοφ και Μοντερνισμός

Η Λολίτα διαβάζεται σε πολλά επίπεδα, φανερώνοντας τη δεξιοτεχνία του συγγραφέα, αλλά και τις επιρροές του από το κίνημα του Μοντερνισμού, από το οποίο όμως θέλει να διαχωρίζει τη θέση του αν και έχει πολλά κοινά στοιχεία με τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του, όπως τον Τζέημς Τζόυς τον οποίο δηλώνει ότι θεωρεί τον σπουδαιότερο συγγραφέα του εικοστού αιώνα.


Ανατρεπτικός και ενάντιος σε κάθε συμβατικότητα, κατά της τρέχουσας ηθικής, θεωρεί και αυτός ότι ο μόνος σκοπός της Τέχνης είναι ο εαυτός της, με άλλα λόγια Η Τέχνη για την Τέχνη, δεν υπακούει σε άλλους κανόνες, είναι αυτόνομη.

 Πιο πολύ ενδιαφέρεται και αυτός όπως και οι Μοντερνιστές για τη μαστοριά της φόρμας του μυθιστορήματος, για το στυλ, παρά για κάποιο μήνυμα που θα επιθυμούσε να περάσει στον αναγνώστη. Του αρέσουν τα λογοπαίγνια και παίρνει ιδέες από τον Τζόυς.

Παρόλα τα παραπάνω κοινά σημεία του με τους «εξόριστους», διεθνιστές Μοντερνιστές, θέλει να πιστεύει ότι δεν ανήκει στο κίνημα του Μοντερνισμού διότι για αυτόν η μεγαλύτερη αξία είναι η πρωτοτυπία.


  • Μια ενδιαφέρουσα άποψη της καθηγήτριας Amy Hungerford για προβληματισμό, είναι ότι πίσω από τον παιδεραστή Humbert Humbert κρύβεται ίσως ο ομοφοβικός Nabokov.


  • Η μεταφορά του βιβλίου Λολίτα στην οθόνη, με τον εξαιρετικό Jeremy Irons στο ρόλο του καθηγητή Humbert Humbert, είναι από τις λίγες μεταφορές βιβλίων στον κινηματογράφο που έχω απολαύσει.

Συνιστώ το βιβλίο σε όλους ανεπιφύλακτα.

Για τη συνέχεια η καθηγήτρια έχει επιλέξει το On the Road , του Jack Kerouac.


Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Wise Blood


by Flannery O'Connor



Flannery O’Connor (1925-1964), is another southerner belonging to the writers called “Southern Agrarians”, working in the 1930s and 40s in the American South.

She was born in Savannah and studied creative writing at the Iowa Writers' Workshop.

 She was afflicted by lupus, a serious illness and died at the age of 39.

She was a Catholic and has been considered a religious writer, but she was more than that.

Her book Wise Blood is about Hazel Motes, a soldier who got wounded at the war somewhere in Asia and returns home to nobody actually and with no faith anymore-although he used to wander around with his grandfather, a preacher, before the war and preach love for Christ.

After the experience he has at war, he becomes-or wants to become- a nihilist and wants to create a new church the Church without Christ.

He buys an old car, an old Essex and travels all over the area, trying to preach the new faith, with the new Christ who does not promise any redemption to people.

 His eyes 
“don’t look like they see what he is looking at, but they keep on looking”,
 Sabbath Lily Hawks says about him, whom she tries to seduce.

She is the daughter of a “blind” preacher, a Protestant just like Hazel’s grandfather was. He tries to get rid of his daughter just like another father in the book does for his son, who suffers some mental illness and believes he has wise blood that tells him what is right to do and who also meets Hazel and wants to become the first and only member of his new church, the Church without Christ.


The symbolisms and the violence, of parents on their children, of the police on civilians and Hazel Motes’s on a fake preacher he meets and kills, is all over the story.

O' Connor's grotesqueness is due to her being a Catholic believer. At least that's what she wants us to believe through her letters and essays. But there could be other explanations like for example social reasons. The woman of the South in the middle of the twentieth century, had to be taking care of her beauty both physically and in manners (etiquette). But as O' Connor suffered of lupus, she was distorted with swellings and bloatings. So all this suffering and distortion in her work may be the result of a reaction to this cultural oppression for beauty on the women of her times. So it's the violence of Southern culture which does not only affect the culture of femininity of the South but goes way beyond it. We read about murdered, abused, abandoned children in the book, about police brutality and of course there is overt racism for colored people and poor whites.


Like all the writers after the wave of Modernism in Literature, Flannery follows the letter of the schools of creative writing and produces Wise Blood , which is an interesting, religion-centered but not only, post modern novel.


I would recommend it to those who have a deeper interest in Literature or those who just like to listen to strange stories of the religious, racist, American South of the beginnings of the 20th century.

I really enjoyed reading it and, I am NOT a religious person.


Coming next in the course is

3. Lolita
by Vladimir Nabokov

which will be analyzed by our professor Amy Hungerford, in her familiar by now way of setting questions for us to think on another one of "the most compelling novels written in the last half of the 20th century" that she thought of including in her course.










Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

"Black Boy" by Richard Wright







1. Black Boy
      by Richard Wright

The first reading of the term is Richard Wright’s Black Boy, which was published in 1944, then called American Hunger.

Wright was already a successful writer at that time with his first novel Native Son.

 I didn’t expect R. Wright, once member of the American Communist Party (from 1932 to 1944), to be a writer to study about, at Yale University.

I listened to Professor A. Hungerford’s lecture about the problems the author had in publishing his book and she very proudly –because the letters are kept at Yale- read to us parts of his correspondence with a member of the editorial board of the Book of the Month Club (a mail-order book club, which was “a powerful engine for selling books, just like Oprah’s Book Club is today”) who really pressed Richard Wright to make serious changes to his story, which by the way is titled as autobiography, and at the end there was a compromise between the two sides leaving the second part of the book out!

So Black Boy is an autobiography, whatever that means. He received a lot of criticism from both sides about the autobiographical issues of his book, me finding my preferences on the side of what William Faulkner wrote to him upon reading Black Boy. He said to R. Wright:

“The good, lasting stuff comes out of one’s individual imagination, and sensitivity to, and comprehension of, the sufferings of Everyman-Any Man- not out of the memory of one’s own grief. I hope you will keep on saying it, but I hope you will say it as an artist, as in Native Son.”

Richard Wright was born in 1908, on a plantation in Mississippi, the racist south of the USA.

The social and economic conditions deprived a black boy like him of any hope to get out of the pit.

In the first part of the book his childhood in Mississippi at the beginning of the 20th century, is described. Excellent literature, no matter biographical or not. Although they are not slaves anymore in his family, the economic conditions are so filthy and the racism of the white people so harsh, that little Richard is abused in several ways BUT he finds a way to escape literally and figuratively from the hell of the South to “freedom” in Chicago, in the North.

 “What was it that made me conscious of possibilities? From where had I caught a sense of freedom?”

He wonders, asking himself how he managed to get out of the pit and fly towards freedom.

 And he gives the answer himself “From books”!

Borrowing books from the local library was not a piece of cake for ex-slaves and he had to create a whole secret situation to be able to do it. He had to hide that he wanted to get educated from both the blacks and the whites. The first would make fun of him and the second would think suspiciously "what should a negro need education for?"

 And that’s how he managed to become conscious of his situation, like Camy’s Sisyphos who had the opportunity to think,-if he got the opportunity, no books for him though, on his way down from the top of the hill, to take the rock and start climbing up again.

So that’s the first part of the initial copy that Richard Wright gave to his publishers in 1944.

 The second part with the title The Horror and the Glory was about his life in Chicago, his being a member of the Communist Party of America and his disillusionment.
 Its six chapters weren’t published until 1977!

Richard Wright was the first black writer to enter the Book of the Month Club and he was a great influence to the coming black writers.

He moved to Paris in 1946 and lived there as an American expatriate,  until his death in 1960.

In Paris, he became friends with French writers like Jean-Paul Sartre, Albert Camus and lots of the intellectuals living in Paris at that time. 

That’s a long trajectory for the “black boy” from the American South.

I recommend this book, not only because it’s an interesting story but also because it is narrated in a beautiful literary way that leaves you satisfied when you close the book and you start thinking of it.

To be continued, with the next American novel of the second half of the 20th century, which professor Amy Hungerford has chosen for her course for Yale students and which can also be attended online by anyone interested in the subject. Which novel is also by a southern American writer:

Flannery O' Connor's

 Wise Blood


Yale University [MOOC = Massive Open Online Course]
Professor Amy Hungerford

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Μικρό Χρονικό Τρέλας

του Αύγουστου Κορτώ









Τον αγαπημένο fb-φίλο Αύγουστο τον θαυμάζεις για το θάρρος, την ευφυΐα, το απίστευτο χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό, την καλοσύνη και την ευγένεια της ψυχής του.

Δεν είναι δύσκολο να γοητέψεις με θέματα που χειρίζεται ο συγγραφέας τουλάχιστον στα δύο βιβλία του που έχω διαβάσει εγώ: Το βιβλίο της Κατερίνας και το Μικρό Χρονικό Τρέλας , και πολύ περισσότερο όταν έχουν δηλωθεί ως αυτοβιογραφικά.

 Όμως στο Μικρό Χρονικό Τρέλας έχουμε να κάνουμε με πολύ καλή λογοτεχνία, εκτός των άλλων. 

Είναι ο τρόπος που χειρίζεται τη γλώσσα –που την κατέχει άριστα, όπως άλλωστε και την αγγλική και έχω απολαύσει μεταφράσεις του- η δομή της αφήγησης της ιστορίας του, τα πεταχτά αυτοσαρκαστικά σχόλια εκεί που δεν τα περιμένεις, που αλατοπιπερώνουν το στυλ του, τα μικρά κεφάλαια με τα οποία απευθύνεται άμεσα σε ορισμένα πρόσωπα ή στον αναγνώστη, άλλοτε ζητώντας τους συγνώμη και άλλοτε εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη και την αγάπη του και φυσικά το ίδιο το θέμα, που σου δίνουν την γλυκιά εκείνη αίσθηση όταν διαβάζεις ωραία λογοτεχνία.

Στο βιβλίο όλα αρχίζουν την Κυριακή 28 Δεκέμβρη 2008 μέσα στη μαύρη νύχτα, όταν ο Πέτρος Χατζόπουλος, όπως είναι το αληθινό του όνομα, πετιέται από το κρεβάτι του και βρίσκεται μονομιάς όρθιος με τη σκέψη «Δεν θα τρελαθώ σαν τη μάνα μου». Στις 28 Δεκέμβρη 2002 μέσα στη μαύρη νύχτα είχε πεθάνει η μάνα του από το ίδιο της το χέρι.

Νοιώθει μια απίστευτη ενέργεια να τον κατακλύζει, «..νόμιζα πως η καρδιά μου ήταν το επίκεντρο ενός ψυχικού Μπιγκ Μπανγκ, που κάθε στιγμή γεννούσε κι άλλους γαλαξίες.» 

Και αρχίζει μια περιπλάνηση στην Αθήνα αλλά και στην ψυχή του, ακολουθώντας τις προσευχές εκατομμυρίων ανθρώπων που ανακατεύονταν σ’ ένα μουρμουρητό μέσα στο κεφάλι του, προσπαθώντας να βρει τρόπο να τους πείσει ότι αυτός ο νέος Δαλάι Λάμα, θα εισακούσει τις προσευχές τους και θα τις πραγματοποιήσει. 
Ταυτόχρονα νιώθει ένοχος που δεν προνόησε να αποτρέψει τα δεινά που κατακλύζουν την ανθρωπότητα, όπως αρρώστιες, σεισμούς, πολέμους κλπ.

Η ψύχωση απλώνεται και μεταμφιέζεται ανάλογα και με τα τεκταινόμενα στον πραγματικό κόσμο της Αθήνας, του Δεκέμβρη του 2008. Ο Δαλάι μεταμορφώνεται σε διάβολο και οι περαστικοί παίρνουν κι αυτοί ρόλους στη φαντασίωση που δημιουργεί το οξύ ψυχωσικό επεισόδιο. Μπαίνει και ο Γρηγορόπουλος και τα καμένα Εξάρχεια εκείνου του μήνα, εκείνης της χρονιάς.

Όπως και στον fb-τοίχο του, ο Αύγουστος προσπαθεί να βοηθήσει με το λόγο του - όχι σαν ιεροκήρυκας - όλους όσοι λόγω των προσωπικών τους επιλογών, (είτε είναι θέματα σεξουαλικής ταυτότητας, είτε ψυχικής υγείας ακόμη και κοινωνικοπολιτικά θέματα όπως η στάση κόντρα στο φασισμό), υποφέρουν ή απειλούνται από κοινωνική περιθωριοποίηση.

Αυτό το βιβλίο του Α. Κορτώ θεωρώ ότι θα μείνει  και θα αποτελέσει εγχειρίδιο-βοήθημα στην Ιατρική σχολή όπου φοίτησε και ο ίδιος ο συγγραφέας.
 Αλλά θα μείνει και στις καρδιές όλων όσοι είτε νοσούν οι ίδιοι είτε κάποιον δικό τους είδαν να υποφέρει από την ψυχική αυτή νόσο.
 Ακόμα και τους υπόλοιπους τυχερούς που δεν νόσησαν και ούτε θα νοσήσουν, θα βοηθήσει, στη διαμόρφωση μια πιο υγειούς, επιστημονικής αντίληψης σχετικά με τους ψυχικά πάσχοντες, διότι όπως ο ίδιος ο συγγραφέας γράφει:

«Η λέξη τρελός, παρόλη την αχανή εξάπλωσή της και συχνή της χρήση, είναι μια λέξη προβληματική.
Αν δεν χρησιμοποιείται μεταφορικά, ως εμφατικός τύπος του αρέσκομαι (π.χ., τρελαίνομαι για κοτομπέικον) ή ως περιγραφή ενός ανθρώπου ανεξάρτητου, με άναρχο, ζωηρό πνεύμα ……., είναι ένας όρος αντιεπιστημονικός και προσβλητικός, κι ορθώς αποτελεί ανάθεμα για την ιατρική κοινότητα.» 

Συνεχίζει εξηγώντας τότε γιατί χρησιμοποιεί την λέξη αυτή και μάλιστα στον τίτλο του βιβλίου του.


Υπάρχει μια διαμάχη ανάμεσα σε θεωρητικούς της λογοτεχνίας αλλά και συγγραφείς (π.χ. Φώκνερ - Ρίτσαρντ Ράιτ, για το βιβλίο του δεύτερου The Black Boy) σχετικά με τα αυτοβιογραφικά βιβλία, αν πρέπει ή δεν πρέπει να περιλαμβάνουν μυθοπλαστικά στοιχεία. 
Δεν γνωρίζω τι ακριβώς έχει κάνει ο Κορτώ στο Μικρό Χρονικό του, αλλά ούτε και έχει σημασία. Το σημαντικό είναι, ότι είναι ένα πολύ καλό λογοτεχνικό βιβλίο, που αξίζει να διαβαστεί.

«… δεν μπορώ παρά να θαυμάσω τη δαιμόνια φύση του ανθρώπινου υποσυνείδητου και τα όσα μπορεί να εξυφάνει –από τα όνειρα που βλέπουμε στον ύπνο μας μέχρι ένα παραλήρημα σαν αυτό που υπέστην- εν αγνοία μας ή και παρά τη θέλησή μας. Στα μάτια μου φαντάζει σαν ένας τελείως αυτόνομος εαυτός με δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες από αυτές του συνειδητού μας νου: μια γιγάντια, παγερή οντότητα…. με δική της μυστηριώδη βούληση.
Γι’ αυτό κι εξακολουθώ να βρίσκω τόσο εύστοχο το μεταφορικό σχήμα του παγόβουνου που χρησιμοποίησε ο Φρόυντ για να μιλήσει για τη δομή της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Κανείς πραγματικά δεν ξέρει για τι είναι ικανός.»

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Η άλλη πλευρά



Στης μοναξιάς τα μονοπάτια συνάντησα τις δυνατότερες φωνές.
 Φωτιές του σύμπαντος να υπόσχονται ελπίδες εκεί που δεν υπάρχουν.
Χάδια ανύπαρκτων χεριών να επουλώνουν πληγές.
Ματιές, μπηγμένα μαχαίρια στο στήθος
και η καρδιά να χάνει το ρυθμό της, να μπερδεύεται.
 Γνώσεις ενοράσεις που άλλοτε ηρεμούν κι άλλοτε συνταράζουν την ύπαρξη.
Στης μοναξιάς τα μονοπάτια, έζησα.
Τα πιο δυνατά όνειρα εκεί τα είδα. Τις πιο απίθανες μουσικές, εκεί. Τα ωραιότερα αρώματα.
Και σένα εκεί σε βρήκα.
Η δική σου η μεριά πιο σκοτεινή, πιο μπερδεμένη.
Μαζί προχωρήσαμε και μαζί ανθίσαμε.


Το παραμύθι μας κράτησε καιρό και ξαφνικά…
βρέθηκα απέναντι, στη "μεριά χωρίς τον Έρωτα" –όπως στο χαλί που ύφανα παλιά, τότε που δεν ήξερα.

Πρώτα είδα το μαύρο δέντρο, το καμένο,
μετά, πολύ μετά, μερικά λουλούδια ξανά,
όμως εγώ δεν άνθιζα,
η φύση τα έβγαζε, η φύση τα βγάζει.
Και κει τελειώνει το χαλί, κι ο δρόμος εκεί τελειώνει.
Την πιο όμορφη ζωγραφιά που φαντάστηκα, μαζί την κάναμε.
 Σ’ αυτό το μονοπάτι.
Και μου φτάνει.

Ευχαριστώ.


Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Μια τυχαία μέρα

Μια τυχαία μέρα
4 Απριλίου, 2017


Μπήκα μέσα κρατώντας το γράμμα.

-Θα πάει ο πατέρας μου σε μια κηδεία, στην Αθήνα.
-Ποιος πέθανε;
-Ένας θείος. Ο άντρας της αδερφής του.
-Ποιάς, αυτής που πηγαίνει και τρώει;
- Όχι, της άλλης που ζει στην Αθήνα.
-Τι να πω! Ήταν τουλάχιστον μεγάλης ηλικίας;
- Ε, ναι.
-Πόσο μεγάλος;
-Καμιά εξήντα.
-Ε, δεν ήταν και πολύ μεγάλος.
-(Σκέφτεται ότι κι αυτή είναι στα εξήντα) Ναι, όχι πολύ μεγάλος.
-Από τι πέθανε;
-Από καρκίνο. όπως κι η μαμά. (φευγαλέο σκοτεινό βλέμμα). Δεν το είχαν καταλάβει, όταν το έμαθαν ήταν αργά. Σε δύο βδομάδες πέθανε.
-Καλύτερα έτσι. Από το να ζεις με τη γνώση αυτή (λες και δεν γνωρίζουμε τη θνητότητά μας, σκέφτεται) και να ταλαιπωρείσαι (λες και δεν είναι σημαντικός έστω και ο ελάχιστος χρόνος που σου ανακοινώνεται) με τις χημειοθεραπείες, νοσοκομεία….

Είναι στην αρχή της ζωής τους, γιατί θα πρέπει να τους δηλητηριάζεις τις σκέψεις με τα αναπόφευκτα και τα αυτονόητα, όταν δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό.
 Υπάρχουν τόσες χαρές ακόμα που δεν ήρθαν στη ζωή τους!

Κοίτα, κι αυτό το γράμμα σήμερα!
 Επιστροφή, από Βιέννη. 
Σιγά μην έκαναν το ίδιο και τα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Και μάλιστα μέσα στην κρίση. Έβαλαν και γραμματόσημα. Ελληνικά; Ποιοι τα έβαλαν, μήπως τα Ελληνικά Ταχυδρομεία; 10 λεπτά, πέντε και πέντε, και πάνω είναι ένας Ναπολέων Σουκατζίδης. Θα το ψάξω στο Ίντερνετ μετά. 
Το αστείο είναι στο ροζ αυτοκόλλητο: ZURUCK από κάτω RETURN και μετά Hellas. Ακόμα κι αυτό, όχι Greece, Hellas. Ένα x στο τετραγωνάκι Unbekannt, από κάτω Unknown

Και μετά το αστείο. Πάντα γελάω με αυτό το αστείο. 

Ένα ν μικρό ελληνικό, ένα τικ, μια μολυβιά στο κουτάκι: Verstorben, δεν το ξέρω αυτό και από κάτω Deceased. Αυτό το ξέρω καλά. 

Γελάω.

Θα το ψάξω στο λεξικό, μπορεί να σημαίνει και κάτι άλλο. Το ξέρω ότι δεν σημαίνει παρά αυτό που ξέρω, αλλά κοιτάω, ψάχνω. Γελάω.

Αγαπητέ Hannes Sonnberger,

που ταξιδεύεις σε άλλες θάλασσες, ποιος ξέρει πόσο καιρό τώρα. Αγαπητέ Hannes, που δεν σε σκέφτηκα από τότε, παραπάνω από κάνα δυο φορές στη ζωή μου. Θέλω να σου πω, στο διαδίκτυο, σ’ αυτό το χαώδες σύμπαν, τα εξής πριν έρθω και γω στα μέρη σας:
Μπορώ να θυμηθώ, τα καθαρά σου μάτια που σήκωνα τα δικά μου για να τα δω. Μπορώ να θυμηθώ τα highly educated αγγλικά σου, αν και Αυστριακός.
Τις σημειώσεις, που κουβαλούσες στο American Bar του ξενοδοχείου για να πιεις τον καφέ που σου σέρβιρα και να διαβάσεις για το διδακτορικό σου, που ποτέ δεν ξαναδιάβασες μετά την πρώτη φορά, αλλά που πάντα κουβαλούσες μαζί σου. 
Τις συζητήσεις μας που διέκοπταν τα σερβιρίσματά μου σε άλλους πελάτες.
Και μετά που έφυγες, τα γράμματά σου. Επί δύο χρόνια! Στο τέλος δεν είχαν κανένα συναισθηματικό βάρος για μένα, παρά μόνο πριν τρεις βδομάδες που συμμαζεύοντας τη βιβλιοθήκη μου, βρήκα ένα κουτί με γράμματα από τα νιάτα μου, με τα δικά σου να πιάνουν αρκετό χώρο.
 Άρχισα να διαβάζω και να θυμάμαι. Στο δεύτερο βρήκα και τη φωτογραφία που είχες βάλει μέσα, με τα καθαρά μάτια. 
Το αποφάσισα εκείνη τη στιγμή. Θα σου γράψω. 

Και σου έγραψα. Δεν θα ανοίξω το επιστρεφόμενο γράμμα να σου πω τι σου έγραψα. Έτσι κλειστό θα το βάλω στο ίδιο εκείνο κουτί και θα μείνει εκεί, μέχρι κάποιος να το πετάξει, κάποιος που ίσως δεν θα γνωρίζει κανέναν από τους δυο μας.

Εκεί το έκλεισα, μαζί με όλα τ’ άλλα.

Νύχτωσε φίλε, Hannes. Σε χαιρετώ,

Christina Foka.


ΥΓ Σ’ ένα από τα τελευταία σου γράμματα έγραφες: « Σου εύχομαι να περάσεις καλά στην αγαπημένη σου Κρήτη». Ευχαριστώ για την ευχή σου. Πραγματοποιήθηκε. Check!

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

"The Spinoza Problem"




Το Πρόβλημα Σπινόζα
του Irvin DYalom


Ένας φιλόσοφος του 17ου αιώνα, ο Μπέντο Σπινόζα (Benedictus Spinoza, 1632-1677)  και ό θεωρητικός «φιλόσοφος» του Ναζισμού, Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (Alfred Rosenberg), μαζί (!) στο μυθιστόρημα που ύφανε με τον ευφυέστερο τρόπο ο σύγχρονός μας ψυχίατρος, Ίρβιν Γιάλομ - γνωστός στο ευρύ κοινό της χώρας μας αλλά και παγκοσμίως, για την εξαιρετική του ικανότητα να επινοεί ιστορίες που επεξηγούν με τον απλούστερο δυνατό τρόπο και τις πιο περίπλοκες φιλοσοφικές θεωρίες, όπως εδώ του Σπινόζα.

Τα κεφάλαια αναφέρονται εναλλάξ στον φιλόσοφο Σπινόζα και τον θεωρητικό  του Ναζισμού, υποτιθέμενο φιλόσοφο, Ρόζενμπεργκ, που είχε εμμονή με την καθαρότητα της Αρίας φυλής. Το πρόβλημα για τον Γιάλομ ήταν ότι υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία από τη ζωή του Σπινόζα – ακόμα και η προσωπογραφία του που κυκλοφορεί δεν βασίζεται στην πραγματικότητα αλλά στην εντύπωση που δημιούργησε στον ζωγράφο, μια περιγραφή ελάχιστων αράδων, του φιλοσόφου  - για να μπορέσει να αναπτύξει την πλοκή του μυθιστορήματός του.

Κατάφερε όμως να πλέξει μια άκρως ενδιαφέρουσα ιστορία και να εστιάσει σε σημεία της φιλοσοφίας του, τα οποία βρήκε τρόπο να επεξηγεί με τη δημιουργία ενός φανταστικού φίλου του Σπινόζα, με τον οποίο ο φιλόσοφος έχει μακρές φιλοσοφικές συζητήσεις.

 Στο τέλος του βιβλίου, ο συγγραφέας του, παραθέτει κεφάλαιο όπου διευκρινίζει ποια πρόσωπα και γεγονότα είναι υπαρκτά και ποια όχι.

"Επιχείρησα να γράψω ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να έχει συμβεί. Παραμένοντας όσο πιο κοντά γινόταν στα ιστορικά γεγονότα, άντλησα στοιχεία από την επιστημονική μου ιδιότητα του ψυχιάτρου για να φανταστώ τον ψυχικό κόσμο των ηρώων μου, του Μπέντο Σπινόζα και του Άλφρεντ  Ρόζενμπεργκ. Επίσης, επινόησα δύο χαρακτήρες..για να χρησιμεύσουν ως πύλες εισόδου στην ψυχή των πρωταγωνιστών μου."

Αναλύοντας τις φιλοσοφικές θέσεις του Σπινόζα σχετικά με το θεό, ο Γιάλομ αναφέρεται στον αφορισμό του από την εβραϊκή κοινότητα του Άμστερνταμ όπου ζούσε μαζί με άλλους σεφαραδίτες πατριώτες του, που είναι και το στοιχείο για το οποίο έχουμε τις περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά στη ζωή του.

Ο Μπαρούχ (στα εβραϊκά) ή Benedictus (στα Λατινικά, στα οποία και έγραφε), Μπέντο (στα Πορτογαλικά, τη γλώσσα της καταγωγής του) , ήταν ο υπέρτατος ορθολογιστής φιλόσοφος, που οδήγησε την Ευρώπη στην Αναγέννηση.


Πώς ήταν δυνατόν να γίνουν κατανοητές οι ιδέες του σχετικά με την ανυπαρξία του θεού όπως τον όριζαν και οι τρεις μεγάλες θρησκείες – Ιουδαϊκή, Χριστιανική και Ισλαμική – σε μια εποχή που αυτό που κυριαρχούσε ήταν οι δεισιδαιμονίες κάθε είδους και ο φόβος της Ιεράς εξέτασης όχι μόνο για τους Καθολικούς αλλά και για τους Εβραίους που αν και αναγκάστηκαν να ασπαστούν τον Χριστιανισμό με αντάλλαγμα τη ζωή τη δική τους και των οικογενειών τους ακόμα κινδύνευαν;

Πώς ήταν δυνατόν να γίνουν αποδεκτές οι απόψεις του περί του δικτύου αιτιών που διέπει το κάθε φυσικό φαινόμενο, άπόψεις που οδήγησαν στη θεμελίωση των φυσικών επιστημών στην συνέχεια της ανθρώπινης ιστορίας;

Ή οι απόψεις του σχετικά με τον δημοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης των κρατών, στα μέσα του 17ου αιώνα ;

Το σπουδαίο είναι ότι με τις αναφορές στο έργο και τις ιδέες του Σπινόζα, ο Γιάλομ πυροδοτεί την περιέργεια του αναγνώστη να μελετήσει μόνος του το έργο του Σπινόζα και να εμβαθύνει στα διανοήματα αυτού του ασκητικού φιλοσόφου που ενέπνευσε τόσους σπουδαίους ανθρώπους του πνεύματος όλων των μετέπειτα εποχών, αλλά και που καθοδήγησε την ευρωπαϊκή σκέψη και πράξη προς την κατεύθυνση που επιτάσσει η Λογική και οι κανόνες της, βγάζοντάς τες από τα σκοτάδια του Μεσσαίωνα.

Ο Γιάλομ διάλεξε τον γερμανό Γκαίτε να θαυμάζει τον Σπινόζα και να κάνει τον Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ να παραλογίζεται μη μπορώντας να εξηγήσει πώς ένας καθαρός γερμανός διανοούμενος του διαμετρήματος του Γκαίτε μπορούσε «να κουβαλάει μαζί του την "Ηθική" του Σπινόζα επί έναν ολόκληρο χρόνο!» Και γιατί να θαυμάζει τον Σπινόζα, έναν Εβραίο!


Ο Γιάλομ συνδέει τον Ρόζενμπεργκ με τον Σπινόζα, με βάση ένα πραγματικό έγγραφο του γραφείου του Ρόζενμπεργκ -  που δουλειά του ήταν να αρπάζει βιβλία και σπουδαία έργα τέχνης από τις κατακτημένες χώρες και να τα μεταφέρει στην Γερμανία – στο οποίο αναφέρεται η κατάσχεση της βιβλιοθήκης του Σπινόζα, που θα βοηθούσε τους Ναζιστές να διερευνήσουν «το πρόβλημα Σπινόζα». 

Αυτό το ιστορικό γεγονός μόνο βρήκε ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου για να πλάσει την ιστορία του και δηλώνει ότι θα μπορούσαν να είναι έτσι και τα γεγονότα, επικαλούμενος και τον Αντρέ Ζιντ,  ο οποίος είπε « Η Ιστορία είναι μυθοπλασία που συνέβη. Η μυθοπλασία είναι Ιστορία που θα μπορούσε να έχει συμβεί»


The Spinoza Problem
First published in English in 2012


Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Nighthawks


                                                                                                          Nighthawks by Edward Hopper





Μόλις είχα ξυπνήσει. Μεσημέρι θα ήταν, υποθέτω.
 Σχεδόν μύρισα τα βήματά σου, στο διάδρομο.
 Έκλεισα τα μάτια και όταν τα άνοιξα είδα την πλάτη σου, μόνο. Γυμνή.
Στο μισό μέτρο πάνω στο μονό ντιβάνι όπου βρισκόμουν βυθισμένη στην αναμονή σου, μέσα στον ύπνο μου.
Σε περίμενα μέρες τώρα. Στη θέα της πλάτης αυτής των είκοσι χρόνων σου, μια ορμή απόκοσμη με σήκωσε. Σ’ αγκάλιασα σε όλο το μήκος του πάνω μέρους της ύπαρξής μου.
 Γυμνής.

 Από τότε έγιναν πολλά μεταξύ μας, πάντα παράνομα. Δεν ήμασταν και παντρεμένοι. Το αίμα να καίει και μόνο στο πλησίασμα. Το βλέμμα να τρέμει, φλας. Η φωνή λιπόθυμη και η αμφιβολία βρεγμένη κουβέρτα.

Μετά φύγατε όλοι από τη Θεσσαλονίκη και γω έμεινα ν’ ακούω Παπάζογλου, «Εδώ κανείς δεν τραγουδά, κανένας δεν χορεύει, ακούνε μόνο την πενιά κι ο νους τους ταξιδεύει».


Ζήσαμε τη ζωή μας, ο καθένας στη γωνιά του. Κάναμε τις επιλογές μας, τις οικογένειές μας. Πέρασαν τα χρόνια και βρεθήκαμε εξ αιτίας ενός θανάτου. Όχι από κοντά, στο τηλέφωνο. Εκπλαγήκαμε για τον θάνατο αυτού που μας είχε κάνει παράνομους. Έλεγα να σου πω για την ημέρα με την πλάτη και μου είπες ότι μια ελιά εκεί είχε σαν αποτέλεσμα να είσαι στις χημειοθεραπείες.
Σιωπή και παγωνιά. 

 Κάναμε ένα χρόνο να ξαναμιλήσουμε.
Δεν ήθελα να σκέφτομαι καθόλου για σένα. 
Ο θάνατος δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου.


Σήμερα μιλήσαμε πολλή ώρα. Εσύ αγόρευες όπως τότε στ’ αμφιθέατρα! Όλα καλά.
 Εγώ να ψάχνω λίγο φως από το παρελθόν, τότε που τρέχαμε χωρίς να λαχανιάζουμε.
 Τότε που οι καταστάσεις μ’ έστελναν στο δωμάτιό σου και φωτίζονταν όλη η πόλη. 
Τότε που λέγαμε στίχους από Βάρναλη και Μαγιακόφσκι  στις συζητήσεις μας.
Τώρα κάτι μου είπες από Βρεττάκο και γω σκεφτόμουν πως δεν υπάρχει παρηγοριά.
 Δικαιολογία καμία.
 Το δαγκώσαμε το δόλωμα.


Μένει να βρεθούμε. Από κοντά. Στα μάτια θα δούμε τη συνέχεια.
 Στο μυαλό.
 Εξάλλου εμείς από κει ξεκινήσαμε. 
Απ’ το μυαλό.

Ο φόβος ατομικός αλλά και κοινωνικός είναι αρχηγός, τώρα πια.
Η ελπίδα όμως ενδέχεται να αλλάξει τα πράγματα.


Χάρηκα που μιλήσαμε και διαφωνήσαμε.
Χαίρομαι που υπάρχουμε ακόμα και ας μην τον αλλάξαμε τον κόσμο.


Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Αγαπώ



Αγαπώ τα γνήσια βλέμματα
Αγαπώ τη νύχτα
Αγαπώ τις σιωπές
Αγαπώ αυτούς που έχουν πάνω τους έρωτα
Αγαπώ αυτούς που ξεγυμνώνουν την ψυχή τους χωρίς φόβο
Αγαπώ τα παραμύθια
Αγαπώ να ψάχνω λύσεις
Αγαπώ να παραδέχομαι ότι η αλήθεια μου ήταν ένα ψέμα
Αγαπώ να ξέρω ότι υπάρχει το αδύνατο και να το γυρεύω
Αγαπώ να κλαίω και να λυπάμαι για το ανέφικτο
Αγαπώ να ξέρω ότι υπάρχεις κάπου στην ανυπαρξία
Αγαπώ την απογείωση
Αγαπώ την έμπνευση
Αγαπώ το κάτι που με ταξιδεύει
Αγαπώ τους άντρες που κλαίνε από αγάπη
Αγαπώ αυτούς που παθιάζονται
Αγαπώ τον έρωτα για την ψυχή
Αγαπώ την ομορφιά της κάθε ηλικίας
Αγαπώ τα δύσκολα
Αγαπώ το φως μες το σκοτάδι
Αγαπώ τις παυσίπονες αγκαλιές
Αγαπώ τις αναμνήσεις μου
Αγαπώ όλους μου τους έρωτες
Αγαπώ να ακούω ψέματα για ν’ αντέχω
Αγαπώ να μαθαίνω
Αγαπώ να σκέφτομαι
Αγαπώ τη θάλασσα
Αγαπώ τον ουρανό
Αγαπώ να σ’ ακολουθώ
Αγαπώ να τρελαίνομαι από την ελευθερία μου
Αγαπώ να σε κοιτώ και ας λείπεις
Αγαπώ τη μοναξιά μου
Αγαπώ τη δύναμη
Αγαπώ την ευαισθησία
Αγαπώ την αλήθεια
Αγαπώ να ζω ελεύθερη
Αγαπώ να μη φοβάμαι
Αγαπώ να ελπίζω
Αγαπώ τις αλλαγές
Αγαπώ την καθημερινότητα
Αγαπώ τις ψευδαισθήσεις
Αγαπώ αυτούς που σαστίζουν στις κρίσιμες στιγμές
Αγαπώ τους ήχους της βροντής
Αγαπώ το βρεγμένο χώμα
Αγαπώ τα βρεγμένα πεζοδρόμια στις μεγαλουπόλεις
Αγαπώ το άρωμα της βροχής
Αγαπώ αυτούς που περπατούν στη βροχή
Αγαπώ αυτούς που βγάζουν μουσική όταν σε κοιτούν
Αγαπώ την ομορφιά του κόσμου
Αγαπώ το παρελθόν του κόσμου
Αγαπώ αυτούς που αγωνίζονται
Αγαπώ αυτούς που προσφέρουν ανιδιοτελώς
Αγαπώ την αλληλεγγύη
Αγαπώ το άπλωμα του χεριού στην απελπισία του άλλου
Αγαπώ να ψιθυρίζω και να ουρλιάζω μέσα μου
Αγαπώ να τρέχω
Αγαπώ να ταξιδεύω σε δρόμους ξένους, μακρινούς
Αγαπώ να επιστρέφω
Αγαπώ να ιδρώνω από αγωνία
Αγαπώ να ουρλιάζω ένα τραγούδι οδηγώντας σε μέρη άγνωστα
Αγαπώ το νερό
Αγαπώ και τον αέρα για το χατίρι σου
Αγαπώ τις καμπάνες του χωριού
Αγαπώ το άρωμα της φωτιάς και της θάλασσας
Αγαπώ τη λύπη στα μάτια σου
Αγαπώ την παρηγοριά που δίνει το χάδι
Αγαπώ τις γεμάτες συναισθήματα κουβέντες
Αγαπώ τη χαρά που έχουν μέσα τους οι άνθρωποι
Αγαπώ το αληθινό γέλιο ΄
Αγαπώ ………..


Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Κεφάλαιο 2



Μετά το θάνατο του μπαμπά, δεν ξέρω τι έκανα.
Η επόμενη εικόνα είναι τρία χρόνια αργότερα, τότε που τέλειωνα τη  δευτέρα, στο 61ο Δημοτικό σχολείο, Θεσσαλονίκης.

Καθόμουν στην καρέκλα, την ψηλή, του περιπτέρου και καμάρωνα δίπλα στη μαμά. Είχα ξεχάσει εντελώς ότι εκεί, σ’ εκείνο το περίπτερο, σε κείνη την καρέκλα, είχε πεθάνει ο μπαμπάς.

 Μια μέρα η μαμά μου είπε πως έπρεπε να πάει δίπλα στο ξενοδοχείο, για μια δουλειά. Όσο έλειπε και για πρώτη φορά μόνη μου στο περίπτερο, έπρεπε να εξυπηρετήσω έναν πελάτη. Γείτονας ήταν. Μεγάλος άνθρωπος. Παίρνει λοιπόν μία τσίχλα, ωραία σκέφτομαι, «μισή δραχμή, κύριε» λέω με ύφος ενήλικα. Χαμογελάει και μου δίνει πεντακοσάρικο! Του έδωσα τα ρέστα σωστά. Μ’ αυτόν τον τρόπο πέρασα το τεστ, και η ζωή μου άλλαξε.

 Κάθε μέρα μετά το σχολείο θα πήγαινα στο περίπτερο για να μπορέσει να πάει σπίτι η μαμά, να φάει και να ξεκουραστεί. Τέλεια! Ένοιωθα πολύ σπουδαία που μπορούσα να το κάνω αυτό. Το μόνο πρόβλημα – τα προβλήματα τότε δεν λύνονταν εύκολα, για κάποιους λόγους, προσωπικούς ή κοινωνικούς – ότι τα χέρια μου μαύριζαν από τις εφημερίδες της μιάμισης δραχμής, που πουλούσα, με αποτέλεσμα τα τετράδια του σχολείου μου να μουτζουρώνονται και να μένουν μουτζουρωμένα και να με τρώει ένα άδικο συναίσθημα, όταν η κυρία – όταν είχαμε - έλεγε ότι τα τετράδιά μας έπρεπε να είναι καθαρά και τακτοποιημένα σαν της Ελισάβετ! Που ήταν ξανθιά και αμίλητη και απόμακρη. Ολοκάθαρη.

Έτσι λοιπόν με τα βιβλία στην αγκαλιά -  δεν ξέρω γιατί δεν τα ‘βαζα  στην τσάντα μου - κάθε μεσημέρι, έπαιρνα τον ίδιο δρόμο και έφτανα στην Εγνατία, στην Κολόμβου, όπου με περίμενε μια μάνα στα μαύρα, αλλά με μια αγκαλιά, λιμάνι της Μεσογείου και ένα χαμόγελο, βάλσαμο. Όταν έμενα μόνη στο περίπτερο,  άρχιζα να διαβάζω κάποιες εφημερίδες, στην αρχή από περιέργεια, γιατί ερχόταν κάποιος και μου έλεγε να βγω έξω, να μαζέψω κάποιες εφημερίδες και να τις πάρω μέσα και αν ήθελα να ξέρω, ο πατέρας μου δεν τις κρεμούσε ποτέ έξω αυτές τις «παλιοφυλλάδες». Δεν καταλάβαινα, αλλά τις μάζευα και μετά προσπαθούσα να διαβάσω να δω τι έλεγαν, αλλά πάλι δεν καταλάβαινα.


Μια φορά που καθόμουν ήσυχα και διάβαζα τα μαθήματά μου άκουσα από μακριά φωνές και φασαρίες. Πέρα από το Βαρδάρη. Και πιο πέρα ακόμη, που δεν είχα πάει ποτέ. Από το άγνωστο! Ήταν η πρώτη φορά και τρόμαξα πολύ. Μετά είδα τους αστυνομικούς από το Έκτο αστυνομικό τμήμα, που ήταν δίπλα και ηρέμησα κάπως. Όταν όμως είδα την «πομπή» των τρακτέρ να πλησιάζει, τα ‘χασα. Ήθελα να ήταν εκεί η μαμά. Ήταν μια σειρά από τεράστια – στα μάτια μου – τρακτέρ και πολλοί άνθρωποι, αγριεμένοι.  Οι αστυνομικοί με παράτησαν και πήγαιναν προς τα πάνω τους. Τους έβαζαν φωτιά νόμιζα! Γιατί έβλεπα να βγαίνουν καπνοί και κάποιοι να πέφτουν, άλλοι να πετάνε πέτρες και ο θόρυβος όλο και να μεγαλώνει. Ορυμαγδός, χαλασμός κόσμου. Ήθελα να φύγω, να κρυφτώ στο 21 – Εγνατία 21. Δεν μπορούσα όμως να κουνηθώ και περίμενα τα τρακτέρ να περάσουν από πάνω από το περίπτερό μας! Έτσι νόμιζα ότι θα γίνει. Αλλά δεν έγινε. Μόνο κάποιοι από τους άγριους που φώναζαν, βγάλανε τις εφημερίδες εκείνες και τις πήρανε. Μου πέταξαν ένα τάλιρο κι ένα χαμόγελο! Δεν καταλάβαινα τίποτα. Τίποτα, μόνο τον τρόμο από την οχλαγωγία ένοιωθα.



Ήταν οι αρχές της δεκαετίας του 60. Τότε που οι κυβερνήσεις ανέβαιναν κι έπεφταν σαν πυρετός! Λίγο πριν τη χούντα του 67. Τότε που δεν καταλάβαινα πολλά, αλλά δεν το ήξερα. Όταν ο κόσμος μου ήταν το περίπτερο και το σχολείο μου, το οποίο προσπαθούσα τόσο πολύ να αγαπήσω, αλλά αυτό με έδιωχνε. Ό Διευθυντής που μας έβριζε κάθε πρωί γιατί δεν κάναμε ησυχία, ο αστυνομικός που αντί για δάσκαλος  καθόταν στην έδρα και μας αγριοκοίταζε! Εγώ που ήθελα τόσο πολύ να μάθω για τον φασίολο αλλά δεν είχαμε δάσκαλο και κάποιος μας έπαιζε κιθάρα.

Μετά έμαθα ότι αυτό που έγινε το λέγανε διαδήλωση και αυτοί οι κακοί με τα τρακτέρ ήταν οι «παλιοαγρότες» που δεν καθόντουσαν στα χωριά τους αλλά έρχονταν στην Σαλονίκη μας και χαλούσαν τους δρόμους και τον κόσμο με τα τρακτέρ τους «οι πούστηδες» - καινούρια άγνωστη λέξη που ούτε η μαμά την ήξερε! Έτσι έμαθα την άλλη μέρα. Πληροφοριοδότης μου και «δάσκαλος», ο πληροφοριοδότης και του Έκτου δίπλα, που με συμβούλευε να μην κρεμάω έξω τις παλιοφυλλάδες.


Τα τρακτέρ ήρθαν και ξαναήρθαν αλλά τώρα ήξερα και ο φόβος μου δεν ήταν και τόσο μεγάλος όσο την πρώτη φορά. Έβλεπα τα τεράστια λάστιχα από τις ρόδες τους και λάσπες να πετιούνται, δακρυγόνα έβγαζαν καπνούς, τα μάτια έτσουζαν και αυτοί που περνούσαν μπροστά και πίσω από το περίπτερο, ήταν αγριεμένοι και φώναζαν και δεν μπορούσα να καταλάβω  γιατί. Η μαμά μου έλεγε πως είμαι μικρή ακόμα και να μην ανακατεύομαι σ’ αυτά. Εγώ όμως άκουσα την Καλυψώ μου να λέει « Οι αγωνιστές αγρότες» και « ως πότε θα μας δέρνουνε, ως πότε» και  "κατάλαβα" ότι είχαν δίκιο που φώναζαν. Οι αγρότες αγωνιστές. Δεν καταλάβαινα  γιατί αγωνιστές,  αλλά εμείς ήμασταν μ’ αυτούς και ο τύπος από το Έκτο, ήταν βλάκας που έλεγε αυτά τα πράγματα γι αυτούς. Ένας βλάκας.


(Συνεχίζεται)





Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Κεφάλαιο 1

 Εκείνη η μέρα



Εκείνη την ημέρα ψάχνω να βρω. Μέρα, μαύρο σκοτάδι.
 Τη χάνω. 


Η νύχτα της όμως, έχει κάποιες εικόνες φωτεινές: Πίσω από μια τεράστια πλάτη βλέπω μικρές φλόγες. Δεν καταλαβαίνω. Κεριά δεν υπήρχαν στο σαλόνι, τώρα γιατί; Αναρωτιέμαι μήπως έχουμε γάμο. Η πλάτη με κουβαλάει και τραντάζεται. Κλαίει; Δεν καταλαβαίνω. Τι ήταν αυτά τα μαύρα κεφάλια που πέρασαν ανάποδα μπροστά μου;
Τέλος.
 Και η εικόνα και η νύχτα.


Τίποτα δε φωτίστηκε. Πάντα αυτές οι σκιές στο φως των κεριών, η πλάτη, η μυρωδιά αλκοόλ, το λιβάνι και το τράνταγμα  (κλάμα;).


Πρέπει να ήταν Σεπτέμβρης. Ήταν Σεπτέμβρης, γιατί οι μεγάλοι έλεγαν ότι ο μπαμπάς ήθελε να μας πάει στη Έκθεση την επόμενη μέρα, τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Εκείνα τα χρόνια ήταν η μεγαλύτερη χαρά μας η Έκθεση. Βέβαια το αποκορύφωμα της χαράς ήταν τα πυροτεχνήματα τα βράδια. Κάθε βράδυ δεκαπέντε ημερών, όλα τα παιδιά του πάρκου με τα περιστέρια, ανεβαίναμε «δικαιωματικά» στην ταράτσα της πιο ψηλής πολυκατοικίας της γειτονιάς, αυτή της Σούλας της χοντρής, της τσουκαλίνας. Ήταν πενταόροφη και καμάρωνε ανάμεσα στα χαμόσπιτα και τις παράγκες που μέναμε οι υπόλοιποι, όπως εξ άλλου και η ίδια η Σούλα, που εκτός από χοντρή ήταν και ψηλή. Νιώθαμε περηφάνια που υπήρχε στη γειτονιά μας μια τέτοια πολυκατοικία και απέραντη χαρά όταν η μαμά της Σούλας, μια αναλόγων διαστάσεων κυρία, μας επέτρεπε να ανέβουμε στον τελευταίο όροφο, όπου έμεναν. Τότε καθόμασταν στο χαλί, που εμείς ποτέ δεν είχαμε δει ωραιότερο -μόνο κουρελούδες ξέραμε- και παίζαμε με παιχνίδια, που τα πιάναμε με δέος μήπως και τα χαλάσουμε. Παίζαμε σιωπηλά. Μουρμουρίζοντας. Κάτω από το αυστηρό και παγερό βλέμμα μιας τεράστιας κούκλας που καθόταν στην πολυθρόνα με απλωμένο το γυαλιστερό της φόρεμα. Καμία σχέση με τις πάνινες που έφτιαχνε η γιαγιά και μας τις πέταγε να τις παίξουμε. Χαιρόμασταν, γιατί τις προτιμούσαμε από τα ποντικάκια που έφτιαχνε με το ίδιο μαντήλι. Πάντως τα παίζαμε και τα δύο. Στο κεφαλάκι της κούκλας έβαζε μάτια και στόμα και μείς της μιλούσαμε  και την αγαπούσαμε και αυτή μας χαμογελούσε με το μολυβένιο στόμα της.


Εκείνες τις Σεπτεμβριάτικες νύχτες μέναμε έξω μέχρι αργά και λαχταρούσαμε να ανέβουμε στην ταράτσα. Παιδιά κυρίως αλλά και μερικοί μεγάλοι. Όταν επιτέλους άρχιζαν τα πυροτεχνήματα μακριά προς τη θάλασσα, ήταν τόσος ο θαυμασμός μας που αμέσως μετά τη λάμψη και τον ήχο, γεμίζαμε τη νύχτα με ένα μεγάλο «αααααααααααααααα» το οποίο είχε ένα συγκεκριμένο ρυθμό, μουσικό τόνο, που συντονίζονταν με τα άλλα «ααα» από άλλες πολυκατοικίες, πέρα μακριά και μας ένωνε μαγικά.


Την επόμενη μέρα η σκηνή ήταν το πάρκο. Το πάρκο με τα περιστέρια. Δεν γνωρίζω αν ακόμα έχει το ίδιο όνομα, αλλά εμείς έτσι το λέγαμε πριν πενήντα χρόνια. Στο απέναντι κόκκινο παγκάκι καθόταν η Καίτη, η μεγάλη μας ξαδέρφη. Κάπου εκεί και η μεγαλύτερή μου αδερφή. Έκλαιγαν. Τις κοίταζα και δεν καταλάβαινα τίποτα. Χρονών έξι. Σα να λέμε σήμερα, δύο! Ήθελα να κάτσω δίπλα στην Καίτη αλλά μόλις πήγαινα δίπλα της έφευγε σε άλλο παγκάκι και έπαιρνε πάλι την ίδια ακατανόητη στάση: ακουμπούσε το κεφάλι της στα σταυρωμένα πάνω στην πλάτη του παγκακιού χέρια της και έκρυβε το πρόσωπό της. Έκλαιγε. Δεν ξέρω πότε κατάλαβα γιατί έκλαιγε. Εγώ δεν έκλαψα εκείνη τη μέρα. Φοβήθηκα μόνο. Φοβήθηκα πολύ. Δεν έπρεπε όμως να τον δείχνω τον φόβο μου. Η μεγάλη δεν πήγε μέσα να τον φιλήσει. Εγώ, ήθελα να δω. Μπήκα μέσα σιγά - σιγά. Από την εικόνα μόνο το σιγά - σιγά θυμάμαι και μετά το χαμόγελό του. Χαμογελούσε! Αλήθεια! Δεν υπάρχει πια κανείς να το επιβεβαιώσει αλλά εγώ το ξέρω καλά: ξαπλωμένος εκεί μες το κουτί, χαμογελούσε. Μετά το ευχάριστο, λόγω του χαμόγελου, ξάφνιασμα, ξαναγύρισε ο φόβος. «Φίλησέ τον», είπε κάποιος. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. «Το Νινί δε φοβάται» άκουσα. Μετά σιωπή. Η σιωπή των πολλών. Όλη αυτή η σιωπή ενώθηκε μέσα μου με τον φόβο. Δεν ήξερα τι γινόταν, όμως τον φίλησα. 

Στο μέτωπο.

 Παγωμένος. 

Την πήρα μέσα μου εκείνη την παγωνιά. 

Την κουβάλησα χρόνια στο στήθος μου. 

Με αγκαλιές προσπάθησα να τη ζεστάνω.

Ρέθυμνο, 30/10/2016

(Συνεχίζεται)

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Η Θεσσαλονίκη μου, 1











Ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος ο Β, ονόμασε την κόρη του Θεσσαλονίκη, διότι συνέπεσε η γέννησή της με τη νίκη του επί των Θεσσαλών, το 353 π.Χ.


Ένας από τους στρατηγούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Κάσσανδρος, μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, επιδόθηκε στην ίδρυση πόλεων με την ελπίδα να διαδεχτεί τον Στρατηλάτη στον θρόνο της τεράστιας αυτοκρατορίας του. Έτσι αφού σκότωσε την μητέρα του Μ. Αλεξάνδρου και παντρεύτηκε την ετεροθαλή αδερφή του, Θεσσαλονίκη, ίδρυσε την πόλη Κασσάνδρα από το όνομά του και τη Θεσσαλονίκη από το όνομα της γυναίκας του. Ήταν το 315 π.Χ.


Από τότε η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα μια μεγάλη πόλη. Ευρισκόμενη σε μια εύφορη περιοχή και καλά προφυλαγμένη από όλες τις πλευρές, εξελίχτηκε σε μια πλούσια πόλη με αυξανόμενο πληθυσμό. 


Τον 3ο μ. Χ. αιώνα, ένας Ρωμαίος αξιωματικός ο Δημήτριος ο οποίος είχε ασπασθεί τον Χριστιανισμό, μαρτύρησε και οι πιστοί του έφτιαξαν ένα μικρό λατρευτικό τόπο κοντά στην αρχαία αγορά ( σήμερα ανασκαμμένη στην Αριστοτέλους, πάνω από την οδό Εγνατία). Γύρω από την αγορά υπήρχαν πολλά τέτοια παρεκκλήσια, όπου ήταν θαμμένα τα οστά μαρτύρων. Κάποιος ρωμαίος Έπαρχος, ο οποίος γιατρεύτηκε χάρη στη θαυματουργή δύναμη του Δημητρίου, έχτισε έναν μεγαλοπρεπή ναό στην ίδια περιοχή όπου μαρτύρησε ο Δημήτριος. Αυτός ο ναός με τα περίφημα  ψηφιδωτά κάηκε στη μεγάλη πυρκαγιά της πόλης, το 1917 μαζί με ένα μεγάλο μέρος της πόλης. Σήμερα μπορεί κανείς να θαυμάσει μέρος του ψηφιδωτού που παριστάνει τον Άγιο Δημήτριο, λαμπρό στρατηγό που «οι μαρτυρίες» τον θέλουν  να σώζει την πόλη από διάφορους εχθρούς ανά τους αιώνες!


Από την Θράκη μέχρι την Αδριατική, η Θεσσαλονίκη ήταν για αιώνες η κατά πολύ μεγαλύτερη και πλουσιότερη πολυπολιτισμική πόλη όλης της περιοχής. Προστατευμένη από τα ισχυρά τείχη αλλά και τον κλειστό κόλπο της, δεν ήταν εύκολος στόχος κανενός κατακτητή.




Σύμφωνα με μια παράδοση των Οθωμανών, ο σουλτάνος Μουράτ ο 2ος  μια νύχτα του 1430, είδε στον ύπνο του ότι ο θεός του έδωσε ένα όμορφο, μοσχομυρωδάτο τριαντάφυλλο να το μυρίσει. Όταν ο Μουράτ τον ρώτησε αν μπορούσε να το κρατήσει, ο Θεός του είπε ότι το τριαντάφυλλο ήταν η Θεσσαλονίκη  και ότι ήταν δική του. Στην πραγματικότητα ο Μουράτ ήθελε από την αρχή την Θεσσαλονίκη δική του, όχι μόνο επειδή ήταν σημαντικό λιμάνι στη Μεσόγειο αλλά και επειδή στην ουσία, είχε παραδοθεί στους Οθωμανούς από καιρό. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν στη δύση της και δεν μπορούσε να βοηθήσει τη Θεσσαλονίκη. Τα ¾ του πληθυσμού της εγκατέλειψαν την πόλη εξ αιτίας της πολιορκίας του Μουράτ του Β το 1422 και μόνο 10.000 έμειναν να την υπερασπιστούν. Όλο και πιο πολλοί από αυτούς εξέφραζαν την επιθυμία να παραδοθούν, διότι η τακτική των Οθωμανών ήταν γνωστή: Μια πόλη ή παραδίδονταν με τη θέλησή της και δεν θα υφίστατο  καμιά τιμωρία ή θα αντιστέκονταν και μετά την κατάκτησή της θα λεηλατούνταν μέχρι τελικής καταστροφής και της πόλης και των κατοίκων της, οι οποίοι θα πωλούνταν σκλάβοι στην καλύτερη των περιπτώσεων ή θα σφαγιάζονταν επί τόπου.


Η πολιορκία της πόλης άρχισε το 1422. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήθελαν να παραδοθούν φοβούμενοι τα αντίποινα των Οθωμανών. Ο Πατριάρχης Συμεών, δεν ήθελε να ακούσει κάτι τέτοιο και μετά τον θάνατό του το 1429, ο Μουράτ ετοίμασε τα όπλα του γύρω από την πόλη για να την εκπορθήσει. Ρώτησε για τελευταία φορά αν ήθελαν να παραδοθούν και οι λιγοστοί κάτοικοι βλέποντας ένα Ενετικό καράβι στο λιμάνι και ελπίζοντας στη βοήθειά τους, αρνήθηκαν και πάλι.

 Το πρωί της 29ης Μαρτίου 1430 ο Μουράτ με όλες του τις δυνάμεις μπήκε στην πόλη και την κατέστρεψε εντελώς. Υπάρχει η μαρτυρία ενός επιζώντα του Ιωάννη Αναγνώστη, ο οποίος ανάμεσα στα άλλα συνταρακτικά γράφει: « Κάθε στρατιώτης- Τούρκος- με το πλήθος των αιχμαλώτων που είχε πιάσει βιάζονταν να βγει από την πόλη για να μην έρθει κάποιος πιο δυνατός και του τους κλέψει. Αν δε, έβλεπε και κάποιος ήταν γέρος ή άρρωστος, του έκοβε το κεφάλι και συνέχιζε την πορεία του έξω από την πόλη, για να πουλήσει τους αιχμαλώτους του…και η πόλη είχε γεμίσει από θρήνους και απελπισία». 


Έτσι 23 χρόνια πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, έπεσε η Θεσσαλονίκη στα χέρια των Τούρκων. Εκεί θα ζούσαν μαζί Έλληνες και Τούρκοι αλλά και Εβραίοι που θα έρχονταν αργότερα στην πόλη, επί σχεδόν 5 αιώνες, μέχρι το 1912 που μπήκε στην πόλη ο ελληνικός στρατός!

(Συνεχίζεται)