Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

The Bluest Eye

by Toni Morrison




Δεν είναι το πιο γνωστό (“Beloved”) αλλά είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Μόρισον. 

Πολύ διαβασμένο και πολύ διδαγμένο αν και αμφιλεγόμενο. Άρχισε να γράφεται στις αρχές της δεκαετίας του 60 και δημοσιεύτηκε το 1970.

Δηλώνει σε συνέντευξή της, ότι συνειδητά επέλεξε ως ακραία την κεντρική ιστορία, για να δείξει πόσο μπορεί να επηρεάσει τη διαμόρφωση του χαρακτήρα ο σκληρός ρατσισμός και πόσο καταστροφικές συνέπειες μπορεί να έχει. 

Επεδίωξε να προβληματίσει τον αναγνώστη, να πυροδοτήσει παραδοχή ευθυνών του απλού αμέτοχου πολίτη και όχι να προκαλέσει οίκτο για τα δεινά μιας φυλής, της οποίας το μόνο λάθος είναι, η πιο σκούρα επιδερμίδα. Αλλά ισχυρίζεται ότι δεν τα κατάφερε.


Η κεντρική ηρωίδα, η Πέκολα, αποτελεί το πιο αδύναμο στοιχείο μέσα σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από τον «ανώτερο», καταπιεστικό πολιτισμό των λευκών, όπως ήταν αυτός μιας πόλης του Οχάιο, όπου διαδραματίζεται η ιστορία αλλά και όπου γεννήθηκε η ίδια η Μόρισον.

Η μικρή Πέκολα έχει πολύ σκούρο δέρμα, έχει πειστεί ότι είναι άσκημη, κατώτερη και δεν πρέπει να αντιδρά σε προσβολές των λευκών αλλά και των ομόφυλών της. 

Είναι σε όλο το μυθιστόρημα εμφανώς λιγομίλητη και παθητική, σε αντίθεση με την Κλώντια  -αφηγήτρια στο βιβλίο- μια μικρή επίσης μαύρη γειτόνισσα, μαχητική και φίλη της Πέκολα, υπό την έννοια ότι την υποστηρίζει όποτε αυτή βρίσκεται αντιμέτωπη με «λευκή αλλά και μαύρη» καταπίεση.


 «..η Πέκολα ήταν έγκυος στο παιδί του πατέρα της..» διαβάζουμε στην αρχή της αφήγησης και είναι μόλις 11 χρονών. 

Όμως η Μόρισον θα παλέψει πολύ με την πένα και τις ιδέες της για να μας δείξει τις ανθρώπινες διαστάσεις αυτού του πατέρα, τον οποίο θέλει να δούμε όχι σαν ανθρώπινο τέρας αλλά να τον καταλάβουμε και ίσως σε κάποιες στιγμές και να τον συμπονέσουμε. 

Προσπαθεί να μας παρασύρει, να μας αποπλανήσει -όπως είχε κάνει και ο Ναμπόκοφ με τον Χάμπερτ-Χάμπερτ του- με όπλο της τη γλώσσα και την δεξιοτεχνία της στη χρήση των λέξεων, γιατί ο στόχος της δεν είναι η πρόκληση συναισθημάτων απέχθειας ή οίκτου όπως προαναφέραμε.


Η μεγαλύτερη επιθυμία της Πέκολα είναι να αποκτήσει γαλάζια μάτια.


Έτσι πιστεύει ότι δεν θα είναι άσκημη και κάποιος θα την αγαπήσει.

Η Κλώντια με την αδερφή της έχουν την τύχη να μεγαλώνουν σ’ ένα σπίτι κάπως καλύτερο από αυτό της Πέκολα, όχι ιδανικό, αλλά έχουν καταλάβει τι κάνει επάνω τους ο ρατσισμός και αντιδρούν, αγωνίζονται σε αντίθεση με τη φίλη τους και τον πατέρα της, ο οποίος κουβαλάει πολλά και οδυνηρά βιώματα από μωρό. 

 Η μητέρα του τον εγκατέλειψε νεογέννητο στον δρόμο, τον βρήκε και τον ανέλαβε μια μεγάλη θεία, η οποία πέθανε στην πρώτη εφηβεία του. 

Την ημέρα της κηδείας έφυγε βόλτα με μια κοπέλα για να μην παραβρίσκεται. 

Την ώρα που βρέθηκαν ξαπλωμένοι στο χωράφι, τους ανακάλυψαν δύο λευκοί άντρες οι οποίοι τον εξανάγκασαν να συνεχίσει αυτό που έκανε, ενώ οι ίδιοι στέκονταν από πάνω τους γελώντας κοροϊδευτικά που δεν τα κατάφερνε  και δεν τους άφηναν να σηκωθούν και να ντυθούν. 

Μετά από αυτό ο πατέρας της Πέκολα - έφηβος, μίσησε το κορίτσι γιατί δεν τολμούσε να σκεφτεί να μισήσει τους λευκούς άντρες!

Η Πέκολα στο τέλος της ιστορίας απέκτησε τα πιο όμορφα γαλάζια μάτια αλλά……

Συναρπαστικό μυθιστόρημα.

Το συνιστώ ανεπιφύλακτα.


Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Lost in the Fun-house

by John Barth


Η ιστορία είναι φαινομενικά απλή, πολύ απλή: 

Ένας έφηβος με την οικογένειά του και την επίσης έφηβη οικογενειακή φίλη που τους συνοδεύει, πηγαίνουν διακοπές και επισκέπτονται ένα Λούνα παρκ και πιο συγκεκριμένα το Funhouse ( τμήμα του Λούνα παρκ με παιχνίδια που εκπλήσσουν και «τρομάζουν» όπως κινούμενο πάτωμα, φυγοκεντρικές κινήσεις των επισκεπτών, παραμορφωτικοί καθρέπτες και άλλα παρόμοια, με τους επισκέπτες να περνούν από το ένα στο άλλο και να ξαναπερνούν αν το επιθυμούν). 


Μπορούμε να φανταστούμε τον ήρωα-αφηγητή, τον ίδιο τον συγγραφέα στην αρχή της εφηβείας του, να επιθυμεί να χαθεί σ’ έναν τέτοιο χώρο, απογοητευμένο από την προτίμηση της φίλης στον επίσης έφηβο αλλά μεγαλύτερο αδερφό του.

Δεν μπορούμε όμως εύκολα να φανταστούμε την διακοπή της αφήγησης από τον συγγραφέα και τη συνομιλία του με τον αναγνώστη σχετικά με την ιστορία αλλά και με τον τρόπο αφήγησής της!

Ίσως, βέβαια σήμερα, πενήντα σχεδόν χρόνια μετά από την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Lost in the Funhouse του John Barth (1968), ο ενήμερος αναγνώστης να έχει συνηθίσει σε αυτού του είδους τις παραξενιές της Μεταμοντέρνας (όπως ονομάστηκε στη συνέχεια) Λογοτεχνίας, αλλά και σε άλλα ακόμη πιο αιρετικά είδη αφήγησης που ακολούθησαν.


Με τον Μπαρθ όμως βρισκόμαστε στην αρχή της λίστας και μάλιστα εκδίδει και δοκίμιο σχετικά με την ανάγκη αλλαγής στη δομή μιας ιστορίας, με τίτλο The Literature of Exhaustion  http://people.duke.edu/~dainotto/Texts/barth.pdf


 Στην πρώτη, παραδείγματος χάρη παράγραφο του διηγήματος λέει:


«....έχει έρθει στην παραλία με την οικογένειά του για διακοπές, λόγω της Ημέρας της Ανεξαρτησίας, της πιο σημαντικής μη θρησκευτικής γιορτής των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Μία και μόνη ευθεία υπογράμμιση στο χειρόγραφο είναι το αντίστοιχο της πλάγιας γραφής στο δακτυλογραφημένο κείμενο, η οποία με τη σειρά της είναι το έντυπο ισοδύναμο της έμφασης του προφορικού λόγου καθώς επίσης και η συνηθισμένη πληκτρολόγηση των τίτλων ολοκληρωμένων έργων…..»


Ποιος νοιάζεται όμως για τη γενική χρήση των italics όταν διαβάζει ένα διήγημα; Αρχίζεις να αναρωτιέσαι γιατί το κάνει αυτό, τι θέλει να πει;

Ο παραδοσιακός ρεαλιστικός αλλά και ο Μοντέρνος τρόπος αφήγησης (στις αρχές του 20ου αιώνα) "έχουν εξαντληθεί και τελειώσει" και ο καθηγητής προτείνει αυτό που ονομάστηκε Μetamodern narration and literature.

Η συγγραφή της λογοτεχνίας «είναι τέχνη και ως τέχνη μαθαίνεται».

Στο ομότιτλο διήγημα του βιβλίου, έχουμε να πάρουμε απόλαυση, από την έξυπνη χρήση της γλώσσας, τα λογοπαίγνιά του, τα κρυμμένα νοήματα, το ξάφνιασμα όταν ο αφηγητής απευθύνεται σε σένα και συζητάει μαζί σου θέματα σχετικά με τη λογοτεχνία και την θεωρία της, από τα νοηματοδοτημένα ονόματα των ηρώων αλλά και από αναφορές και "κόντρες" με παραδοσιακούς συγγραφείς.

 Δείχνει τη δεξιοτεχνία του με τη δημοσίευση στο ίδιο βιβλίο, του διηγήματος με τίτλο Ambrose his Mark -ας μην το βάλουμε σε πλάγια γραφή μιας και είναι ο τίτλος μιας εκ των ιστοριών του βιβλίου και όχι του «ολοκληρωμένου έργου»(sic). Είναι ένα άψογο διήγημα και μ’ αυτό μας δείχνει τις ικανότητές του στην παραδοσιακή τεχνική αφήγησης μιας ιστορίας.

Ακόμη υπάρχει στη συλλογή, το διήγημα Night-Sea Journey, όπου ο αφηγητής είναι ένα σπέρμα –μη ξεχνάμε ότι αυτά γράφονται  στη δεκαετία του ’60, είναι στην αρχή μιας σειράς παρόμοιων τεχνασμάτων από τους επόμενους δημιουργούς.

 Το διήγημα είναι μια παρωδία όλων των ιδεών σχετικά με το νόημα της ζωής που προσέφερε η φιλοσοφία στην ανθρώπινη ιστορία. Ακόμη βρίσκουμε λογοτεχνικές αναφορές σε προηγούμενα επιτυχημένα έργα διαφόρων δημιουργών, με σατυρικό τρόπο, για να δείξει ότι όλα έχουν ειπωθεί, ας ψάξουμε καινούργιους τρόπους έκφρασης: 

“I have seen the best swimmers of my generation go under” 

Πραγματικά, πολύ αστείο να το ακούς αυτό από ένα σπέρμα, όταν ο Allen Ginsberg δέκα χρόνια πριν, το 1955 “howled”: 

“I saw the best minds of my generation destroyed by madness…”

 Φυσικά, ο John Barth που δίδαξε Λογοτεχνία τριάντα πέντε χρόνια σ’ ένα από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Αμερικής- Johns Hopkins University- είχε πράγματα να πει με τις καινούργιες τεχνικές του  και με τους άλλους νεωτερισμούς που χρησιμοποίησε στα έργα του και φυσικά επαινέθηκε πολύ από υποστηρικτές της ανανέωσης της παραδοσιακής αφήγησης αλλά και κατηγορήθηκε παράλληλα από άλλους.

Χάνεσαι λίγο στην αφήγηση αλλά αν δεν σου αρέσουν οι καινούργιες γεύσεις, μπορείς να ξαναγυρίσεις στο παραδοσιακό «παστίτσιο», ή ανάλογα με τη διάθεση να επιλέξεις κάτι πιο gourmet.




Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

The Crying of Lot 49

by Thomas Pynchon




Δε θα το διάβαζα, αν δεν έπρεπε να το διαβάσω για το διαδικτυακό μάθημα που παρακολουθώ: “The American Novel since 1945”.
Κάποια άλλη στιγμή ίσως να το έβλεπα αλλιώς, βέβαια.

 Πάντα όμως, όπως όλοι όσοι διαβάζουμε γνωρίζουμε, η συγκεκριμένη χρονική στιγμή που διαβάζεται ένα βιβλίο επηρεάζει τη γεύση που αφήνει, και αυτό είναι κάτι που απλώς συμβαίνει. Ακούσια.


Όλοι οι μεταμοντέρνοι λογοτέχνες, όπως ονομάστηκαν αυτοί που έγραψαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουν βασικό προβληματισμό με τη χρήση της γλώσσας. Είναι αυτή που με την υπερβατική της δύναμη κάνει κουμάντο στο τι θα γράψει ο συγγραφέας.
  Ο συγγραφέας πέθανε, είναι ένα σύνθημα. Άρα η γλώσσα κάνει ότι θέλει, λέει την ιστορία όπως θέλει.
 Έτσι εντάσσουν ημιτελείς φράσεις, κενά στους συλλογισμούς, ιδέες που υποτίθεται ότι εννοούνται και αινιγματικές μεταφορές που μπορεί και να μην σημαίνουν κάτι, τα εντάσσουν στο έργο τους. Σ’ αυτό το πλαίσιο κινείται και το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα.

Η κεντρική ηρωίδα, με το διασκεδαστικά συμβολικό όνομα Oedipa Maas, ανοίγει τη νουβέλα του Pynchon, λαμβάνοντας μια επιστολή που την ενημερώνει ότι μετά το θάνατο του πρώην πάμπλουτου εραστή της έχει οριστεί από  αυτόν εκτελέστρια της διαθήκης του.

Δέχεται και στην πορεία αυτής της διαδικασίας που δεν ξέρει καλά-καλά τι σημαίνει, βρίσκεται μπροστά σε κάποιο μυστήριο που έχει σχέση με μια μυστική ταχυδρομική υπηρεσία που δρα υπογείως στις ΗΠΑ, αλλά η ιστορία της ξεκινάει αιώνες πριν στην κεντρική Ευρώπη.

«Φτιαγμένη» είτε με ποτό είτε με ναρκωτικά ούτε η ίδια η Oedipa – που είναι η αφηγήτρια- αλλά ούτε και ο αναγνώστης μπορεί να βγάλει κάποιο σίγουρο συμπέρασμα σχετικά με το μυστήριο που προσπαθεί να διαλευκάνει επισκεπτόμενη διάφορους ανθρώπους από μέλη ακροδεξιών οργανώσεων και ηθοποιούς μέχρι καθηγητές Πανεπιστημίου.

Ας μην ξεχνάμε ότι το έργο γράφτηκε τη δεκαετία του ΄60, ό,τι κι αν αυτό μας λέει για την Αμερική, τους αγώνες για δικαιώματα στους μαύρους και στις γυναίκες και αυτούς εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, τις δολοφονίες του προέδρου Τζων Κένεντι και του αγωνιστή Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τους πειραματισμούς με τα ναρκωτικά, και το γενικότερο κοινωνικοπολιτικό χάος.

Όσο προχωράει η ιστορία και το μπέρδεμα στο βιβλίο και στο κεφάλι μας, δεν καταλαβαίνουμε αν αυτό που διαβάζουμε είναι λόγω κάποιων μυστηριωδών συνομωσιολογικών καταστάσεων που μας διαφεύγουν ή η Oedipa έχει απλώς μαστουρώσει με LSD ή μήπως έχει ξεπεράσει τα όρια της λογικής και ταξιδεύει για αλλού!

Πάντως αν κάνουμε υπομονή και την ακολουθήσουμε μέχρι το τέλος θα διαβάσουμε έκπληκτοι ότι η εξήγηση που έψαχνε να βρει και που την πήγαινε από το ένα στο άλλο και όλο πιο βαθειά, της έγινε αδιάφορη και δεν ξεκαθαρίστηκε ούτε η υποψία της μήπως όλα αυτά ήταν ένα παιχνίδι που της φόρτωσε ο πρώην της, ή μήπως ήταν όλα ψευδαισθήσεις που τις γεννούσε το άρρωστο μυαλό της – αφού και ο ψυχαναλυτής που την παρακολουθούσε τρελάθηκε και αυτός και πυροβολούσε όποιον έβρισκε γιατί πίστευε ότι οι Εβραίοι τον κυνηγούσαν να τον σκοτώσουν, επειδή στον πόλεμο συνεργάστηκε με τους Ναζί κάνοντας πειράματα σε αθώους.

 Ή μήπως δεν υπήρχε κανένα μυστήριο, καμία παγκόσμια συνομωσία και όλα τα «σημάδια» ήταν απλώς τυχαία και δεν είχαν καμιά σημασία;

Λογοπαίγνια με τα ονόματα των ηρώων αλλά και με λέξεις, όπως το lot του τίτλου που αφού το αναφέρει με όλες του τις έννοιες -και κυρίως ως parking lot, στο οποίο εργάζονταν ο άντρας της Οιδίπας (!!)- σε όλη την ιστορία, μόλις στις δυο τρεις τελευταίες σελίδες αναφέρεται με την έννοια με την οποία το χρησιμοποιεί στον τίτλο: αντικείμενο που εκτίθεται σε δημοπρασία. Με το νούμερο 49. Και που αντιπροσωπεύει τη συλλογή γραμματοσήμων του  Pierce Inverarity(!!)- μπορείς να κάνεις διάφορα παιχνίδια και με το όνομά του πρώην εραστή. (Γεμάτη η γλώσσα του Pynchon με αστεία, λογοπαίγνια και σάτιρα). 
Αλλά και το crying του τίτλου που απλά σημαίνει -αλλά δεν το διανοείται ούτε καν ο αγγλόφωνος αναγνώστης- την αναφώνηση ενός αντικειμένου κατά τη δημοπράτηση, για να αρχίσουν οι προσφορές.

Έτσι λοιπόν και αφού στο τέλος του βιβλίου πια καταλαβαίνουμε τον τίτλο του, τελειώνει η ιστορία, με την Oedipa να κάθεται στην αίθουσα δημοπρασίας και να περιμένει να λύσει το μυστήριο –αν υπήρχε τελικά- όταν εμφανιζόταν επιτέλους αυτός που επιθυμούσε διακαώς να διεκδικήσει τη συλλογή γραμματοσήμων, που είχε να κάνει με το παράνομο σύστημα διακίνησης αλληλογραφίας. 

Αυτός που θα την οδηγούσε σε λύση.

Μέχρι εδώ. 

Δεν πρόλαβε να εμφανιστεί, γιατί εδώ τελειώνει το βιβλίο!


 Οι δύο τελευταίες προτάσεις της νουβέλας είναι:

“The auctioneer cleared his throat. Oedipa settled back, to await the crying of lot 49”.


Μπορώ να φανταστώ τα γέλια του Pynchon όταν έγραφε το τέλος του βιβλίου του.

 Εξάλλου σε όλη την εξέλιξη μπορείς να διακρίνεις το χαμόγελό του, την ειρωνεία απέναντι στους λογοτέχνες και στις τεχνικές τους, όπως πχ να χρησιμοποιήσουν ονόματα ηρώων που να τους χαρακτηρίζουν κατά κάποιον τρόπο ή να σημαίνουν κάτι, όπως πάρα πολλοί σημαντικοί λογοτέχνες είχαν κάνει μέχρι τότε.

Το βιβλίο έγινε μεγάλη επιτυχία όταν κυκλοφόρησε στη δεκαετία του '60 και ακόμα θεωρείται από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης Αμερικάνικης λογοτεχνίας.


Ο Τόμας Πίντσον, είναι σήμερα 80 χρόνων και αποστρέφεται όπως πάντα τη δημοσιότητα. 

Ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε γι αυτόν και υπάρχουν μόνο δύο φωτογραφίες του.



Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Franny and Zooey







by J. D. Salinger

Salinger became well known from the first moment he published The Catcher in the Rye in 1951.

 He had imagined the Glasses, a family with 7 precocious children living in Manhattan and wrote some short stories and novellas about them.

Franny, (written at first as a short story), and Zooey, (as a novella) are two siblings in the Glass family, the youngest ones. They, along with the rest of the Glass children, took part in a radio programme for witty children for many years.

Franny  starts on a winter Saturday morning when she, being an undergraduate student at an Art college (its name is not stated), meets her boyfriend (Lane Coutell, a senior student studying Modern European Literature) at a nearby college town, where they are supposed to watch a Yale-Harvard game and spend the weekend together.

While having dinner at a nice restaurant, Franny gets so disappointed with Lane because he speaks incessantly about an essay he had written and the unexpected enthusiastic approval of it by his professor, when he got it back “with this goddam A on it in letters about six feet high”!

 But this was not the beginning to Franny’s exasperation about values.

 It had all started earlier when, as a freshman at college she gets frustrated with the lack of authenticity and the egotism of professors and fellow students around her.

She consequently, can’t stand the complacency and egotism of her boyfriend who is the example of the good, conventional, “clever” student who will constitute the successful, educated citizen of society after finishing his studies.

 An interesting burst on the part of Franny follows which results in her breakdown, in the restaurant.

Zooey, is telling the story after the restaurant scene with Franny and Lane. 

The scene is in the Manhattan family apartment now and the conversation between Franny and Zooey is really compelling.

 It’s about the role of Universities which only fill up students with plain knowledge that does not lead to being a better person but just how to become successful in society which means how to make money or perhaps how to become famous. 

“You never even hear any hints dropped on a campus that wisdom is supposed to be the goal of knowledge”.


Franny however is interested in something more valuable than material or intellectual goods and so she looks for it in something more spiritual, after she finds a small book in the college library “The Way of a pilgrim”.

Her brother Zooey speaks and speaks to her for a more reasonable way of thinking but at the end he admits that he shouldn’t have tried to persuade her against Jesus Christ or any other religious solutions to her existential concerns.

Zooey ends up by saying that to get out of the situation she found herself in trapped, she should start acting again which is something she loves doing not minding who the audience is :“play for the Fat Lady”, as Seymor, the eldest and most beloved sibling in the Glass family who has killed himself,  had once advised. 
Who is the “Fat Lady” though?

 A book that can boost one’s thoughts further!

Additionally, it is excellent, “sweet” literature.

I loved it and really enjoyed it.

I certainly recommend it.






Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

On the Road


 by Jack Kerouac

Τον Ιούλιο του 1947 ξεκινάει το πρώτο ταξίδι, μετά το διαζύγιό του, από τη Νέα Υόρκη προς την άλλη ακτή στη Δύση και το Σαν Φρανσίσκο. Έχει μαζί του 50 δολάρια όλα κι όλα, κάνει ωτοστόπ, αλλάζει λεωφορεία μέχρι που φτάνει στο Ντένβερ όπου συναντάει τους φίλους του, Carlo Marx (ψευδώνυμο του Allen Ginsberg) και Dean Moriarty (o Neal Cassady), πρωταγωνιστές όλοι του κινήματος που ο ίδιος ο Κέρουακ αργότερα θα ονομάσει Beat, δανειζόμενος τον όρο από τους τζαζίστες.

 Κορίτσια, ποτό, ναρκωτικά και φυσικά οι μεγάλοι της τζαζ να αυτοσχεδιάζουν και να τζαμάρουν στα κλαμπ (Charlie Parker, Miles Davies, Dizzie Gillespie). 

Όλα σε ξέφρενους ρυθμούς, λαχανιάζεις και μόνο που τα διαβάζεις ή ίσως αρχίζεις να χοροπηδάς και συ, ανάλογα με την ηλικία σου πάντα. 

Έντονη ανάγκη να ξαναβρεθούν στο δρόμο και να διασχίσουν τη μια πολιτεία μετά την άλλη, από τον ένα ωκεανό στον άλλο.

Είναι ο Sal Paradise (Jack Kerouac) και ο πρωταγωνιστής του βιβλίου του, Dean Moriarty (Neal Cassady) που διασχίζουν τη χώρα πολλές φορές από το 1947 μέχρι το 1950, από τη μια πόλη στην άλλη, για να συναντήσουν έναν φίλο ή «κι εγώ δεν ξέρω γιατί ήρθα στη Νέα Υόρκη, φίλε»!


Στο δεύτερο ταξίδι πάνω κάτω στις Ηνωμένες Πολιτείες, και αφού παρατάει την οικογενειακή Χριστουγεννιάτικη γιορτή, γιατί του μπήκε και πάλι το μικρόβιο που το όνομά του ήταν Dean Moriarty, επισκέπτονται κάπου στη Νέα Ορλεάνη τον άλλο φίλο Old Bull Lee (ψευδώνυμο για τον William S. Burroughs) που είναι εθισμένος στη μορφίνη και συνεχίζουν μέχρι Σαν Φρανσίσκο όπου είναι το τέλος της ξηράς και αναγκαστικά σταματούν.
Όμως σε λίγο θα ξαναβγούν στο δρόμο και θα πάνε νότια, Τέξας, Νέο Μεξικό αλλά και τα σύνορα θα περάσουν για το Μέξικο σίτυ όπου τα ναρκωτικά είναι παντού!


Όταν τελικά εκδόθηκε το βιβλίο, μετά από πολλές αναθεωρήσεις και εκδοτικές περιπέτειες, έγινε αμέσως επιτυχία.

 Μόνο που αρχικά το ενδιαφέρον των δημοσιογράφων απέβλεπε αποκλειστικά στο νέο τρόπο ζωής της παρέας των νεαρών του βιβλίου, παρά στο ίδιο το λογοτεχνικό έργο.

 Ήταν η γενιά των Beat με εκπρόσωπο τώρα πια τον Kerouac και όλοι ενδιαφέρονταν να μάθουν για αυτούς τους «τρελούς», αντισυμβατικούς νεαρούς που πειραματίζονταν με σκληρά ναρκωτικά, benzedrine (αμφεταμίνη), μορφίνη και άλλα και που με παρέα τη μαριχουάνα και το αλκοόλ, διέσχιζαν τη μεταπολεμική Αμερική ψάχνοντας κάτι καινούριο να πιστέψουν σ’ αυτό, γκρεμίζοντας κάθε είδους όρια νομιμότητας (πολλές φορές ο συγγραφέας απέκρυψε νομικές παραβάσεις των χαρακτήρων του για ευνόητους λόγους) αλλά και ηθικά όρια, που έμπαιναν εμπόδιο στην προσωπική τους ελευθερία.

 Απελευθέρωση και στο σεξ, που όμως πριν την τελική έκδοση του βιβλίου αναγκάστηκε να απαλύνει τουλάχιστον όσον αφορά στα θέματα ομοφυλοφιλίας, όπως αυτό ανάμεσα στον Carlo Marx και τον Dean Moriarty αλλά ίσως και τη δική του σχέση με τον άκρως ερωτικό, κολλητό του φίλο Dean.


Θυμάμαι να «τρελαίνομαι» με το On the Road, όταν τη δεκαετία του 70 το διάβασα για πρώτη φορά (λίγα χρόνια αργότερα γύρισα και γω με ωτοστόπ τη δική μας ήπειρο), αλλά τώρα ξαναδιαβάζοντάς το στα πλαίσια του MOOC που παρακολουθώ, χασμουρήθηκα και λίγο (ναι η ηλικία είναι καθοριστικός παράγοντας, με όλα όσα φέρνει μαζί της). Σκέφτομαι όμως ότι ίσως ο γύρος της Ευρώπης με ωτοστόπ τότε να μην είχε γίνει ποτέ και γι αυτό μαζί με τον Bob Dylan θα συμφωνήσω ότι μας καθόρισε όλους το βιβλίο αυτό του Kerouac.


·         Οι Beat λογοτέχνες δεν επιμένουν στη φόρμα του έργου, δηλ στο πώς θα διαμορφώσουν την αφήγηση της ιστορίας, όπως οι συνάδελφοί τους Μοντερνιστές, ούτε θεωρούν ότι το δημιούργημα είναι κάτι αυτόνομο, ξεχωριστό από τη ζωή του αφηγητή ή του αναγνώστη –όπως υποστηρίζει ο Ναμπόκοφ. Όμως αν και οι ίδιοι δεν επικεντρώνουν την προσπάθειά τους στο στυλ και στη δεξιοτεχνία της σύνθεσης της αφήγησης σύμφωνα με τον κανόνα των Μοντερνιστών, επιθυμούν και αυτοί να αναπαραγάγουν και να επικοινωνήσουν την εμπειρία που περιγράφουν και μάλιστα με μια γλώσσα αληθινή, καθημερινή, όχι επιτηδευμένη, σε μια «πρόζα αυθόρμητη», όπως υποστηρίζει ο Kerouac.

      Λίγα χρόνια πριν την τελική έκδοση του On the Road το 1957, ο William S. Burroughs εκδίδει το γνωστό Junky(1953), που είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό και ο Allen Ginsberg την ποιητική συλλογή Howl and other poems(1955) που αποτελούν αντιπροσωπευτικά λογοτεχνικά έργα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς της Αμερικής, η οποία αντιδρώντας στην καταναλωτική κοινωνία της αφθονίας που εδραιώνονταν, έψαχνε τις δικές της αξίες, με το δικό της τρόπο. Ήταν η καλλιτεχνική γενιά Beat που άφησε το αποτύπωμά της στις δεκαετίες του 50 και 60, για να παραδώσει στην επόμενη γενιά, αυτή των Hippies.




  


Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Lolita

by Vladimir Nabokov





Μετά το Black Boy του Richard Wright και το Wise Blood  της Flannery OConnor, το μάθημα της καθηγήτριας Amy Hungerford,

  The American novel since 1945 

 συνεχίζεται με το μυθιστόρημα του Vladimir Nabokov, Lolita.


Η Λολίτα είναι η ιστορία ενός σαραντάχρονου παιδεραστή και του έρωτά του για τη δωδεκάχρονη κόρη της σπιτονοικοκυράς του, την οποία δε διστάζει να παντρευτεί ώστε να βρίσκεται δίπλα στο αντικείμενο του πόθου και του διεστραμμένου έρωτά του.

Από την πρώτη διάσημη πρόταση του μυθιστορήματός του,

«Λολίτα, φως της ζωής μου, φλόγα της ηδονής μου. Αμαρτία μου, ψυχή μου»,

σε μια αμήχανη προσπάθεια από τη μεριά μου μετάφρασης του

  Lolita, light of my life, fire of my loins. My sin, my soul.”

από την πρώτη αυτή πρόταση, ο Ναμπόκοφ προσπαθεί να μας κάνει συνενόχους της παραβατικότητας του ήρωά του, Humbert Humbert.

 Να νιώσουμε και σωματικά, την ηδονή στο στόμα καθώς προφέρει το όνομα του μικρού κοριτσιού:

«Λο-λί-τα: με την άκρη της γλώσσας να κάνει ένα ταξιδάκι τριών βημάτων από τα βάθη του ουρανίσκου και με το τρία, να πλαταγίζει πάνω στα δόντια», 
Lo-lee-ta: the tip of the tongue taking a trip of three steps down the palate to tap, at three, on the teeth. Lo. Lee. Ta.”


Και αυτή είναι μόνο η αρχή της προσπάθειας του συγγραφέα να σαγηνεύσει, να αποπλανήσει τον αναγνώστη, να τον βάλει στη θέση του ήρωά του, να μεταμορφώσει τον παραβάτη παιδεραστή σ’ έναν κατά τα άλλα συμπαθή άνδρα, χρησιμοποιώντας τη δύναμη των λέξεων και του λόγου γενικότερα.
 Και φαίνεται να πετυχαίνει το στόχο του αφού ο διάσημος κριτικός βιβλίων των μέσων του 20ου αι. το χαρακτήρισε ως την ωραιότερη ερωτική ιστορία και το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ. Έφερε δε τόσα κέρδη στον δημιουργό του που του επέτρεψε να αποσυρθεί στην Ελβετία.

Αρχικά βέβαια, υπήρξε μια δύσκολη εκδοτική πορεία για το εν λόγω βιβλίο, καθώς τέσσερεις εκδότες αρνήθηκαν να το εκδώσουν – εδώ έχουμε αργότερα μια απάντηση του Ναμπόκοφ σχετικά με την άρνησή αυτή και προσβλητικά αναφέρει για τους τέσσερεις, ότι όταν είδαν ότι το βιβλίο δεν ήταν πορνογραφικό, έχασαν το ενδιαφέρον τους και φαίνεται πως  δε διάβασαν παρακάτω!

 Τελικά, τυπώθηκε και εκδόθηκε στο Παρίσι (1955) όπως και ο Οδυσσέας του Τζόυς και αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έγινε και best seller.

Σε δύο διαφορετικά ταξίδια διασχίζουν ολόκληρη τη χώρα, οι δύο αταίριαστοι ταξιδιώτες, από μοτέλ σε μοτέλ και όλη η αφήγηση, γεγονότα, συναισθήματα, από την πλευρά του Χάμπερτ Χάμπερτ. Απούσα η φωνή της Λολίτας. Που είναι η Λολίτα στο θάνατο της μητέρας της, στην ουσιαστικά απαγωγή της από τον "πατέρα" της, στο βιασμό της; Γυρίσαμε λέει, προς το τέλος της ιστορίας, ο Χ.Χ. όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν είδαμε τίποτα! Και το απρόσμενο τέλος!


Λίγα βιογραφικά για τον συγγραφέα που σχεδόν πάντα βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση ενός έργου: 

Ο Vladimir Nabokov (1899- 1977) ανήκει στην τελευταία γενιά ρώσων αριστοκρατών, με τεράστιες περιουσίες και πύργους έξω από την Αγία Πετρούπολη πριν φυσικά μετονομαστεί σε Λένινγκραντ. 

Είχε μια προνομιακή παιδική και εφηβική ζωή με δασκάλους αγγλικών, γαλλικών και ρώσικων και η πρώτη γλώσσα που μιλάει και γράφει είναι η αγγλική. Στο σπίτι τους μίλαγαν αγγλικά, γαλλικά και ρώσικα. Είναι τρίγλωσσος. Κοντεύει είκοσι όταν όλη η οικογένεια παίρνει το δρόμο της εξορίας, το 1918. Αρχικά Αγγλία, κατόπιν Παρίσι, όπου δολοφονείται ο πατέρας του, ο οποίος ήταν μεν εναντίον του Τσάρου αλλά όχι με τους μπολσεβίκους, ήταν δημοκρατικός και εξέδιδε εφημερίδα με πολιτικά θέματα.

 Γράφει στην Ευρώπη τα πρώτα του βιβλία στα ρώσικα και μόνο όταν εγκαθίσταται στις Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίζει να γράφει πλέον στην αγγλική, η οποία είναι μητρική γι αυτόν τον ρώσο και έτσι στα βιβλία του δεν υπάρχουν εκείνα τα σκοτεινά-δύσκολα γλωσσικά στοιχεία που υπάρχουν παραδείγματος χάριν στον Joseph Conrad, που ήταν Πολωνός και έμαθε τα αγγλικά, στα οποία έγραψε, πολύ αργότερα, - ανάμεσα στα άλλα και το αριστουργηματικό Heart of Darkness

Χρόνια αργότερα μετέφρασε τη Λολίτα στα ρώσικα, δηλώνοντας ότι είναι μια πρώτης τάξης γλώσσα.

Ναμπόκοφ και Μοντερνισμός

Η Λολίτα διαβάζεται σε πολλά επίπεδα, φανερώνοντας τη δεξιοτεχνία του συγγραφέα, αλλά και τις επιρροές του από το κίνημα του Μοντερνισμού, από το οποίο όμως θέλει να διαχωρίζει τη θέση του αν και έχει πολλά κοινά στοιχεία με τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του, όπως τον Τζέημς Τζόυς τον οποίο δηλώνει ότι θεωρεί τον σπουδαιότερο συγγραφέα του εικοστού αιώνα.


Ανατρεπτικός και ενάντιος σε κάθε συμβατικότητα, κατά της τρέχουσας ηθικής, θεωρεί και αυτός ότι ο μόνος σκοπός της Τέχνης είναι ο εαυτός της, με άλλα λόγια Η Τέχνη για την Τέχνη, δεν υπακούει σε άλλους κανόνες, είναι αυτόνομη.

 Πιο πολύ ενδιαφέρεται και αυτός όπως και οι Μοντερνιστές για τη μαστοριά της φόρμας του μυθιστορήματος, για το στυλ, παρά για κάποιο μήνυμα που θα επιθυμούσε να περάσει στον αναγνώστη. Του αρέσουν τα λογοπαίγνια και παίρνει ιδέες από τον Τζόυς.

Παρόλα τα παραπάνω κοινά σημεία του με τους «εξόριστους», διεθνιστές Μοντερνιστές, θέλει να πιστεύει ότι δεν ανήκει στο κίνημα του Μοντερνισμού διότι για αυτόν η μεγαλύτερη αξία είναι η πρωτοτυπία.


  • Μια ενδιαφέρουσα άποψη της καθηγήτριας Amy Hungerford για προβληματισμό, είναι ότι πίσω από τον παιδεραστή Humbert Humbert κρύβεται ίσως ο ομοφοβικός Nabokov.


  • Η μεταφορά του βιβλίου Λολίτα στην οθόνη, με τον εξαιρετικό Jeremy Irons στο ρόλο του καθηγητή Humbert Humbert, είναι από τις λίγες μεταφορές βιβλίων στον κινηματογράφο που έχω απολαύσει.

Συνιστώ το βιβλίο σε όλους ανεπιφύλακτα.

Για τη συνέχεια η καθηγήτρια έχει επιλέξει το On the Road , του Jack Kerouac.


Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Wise Blood


by Flannery O'Connor



Flannery O’Connor (1925-1964), is another southerner belonging to the writers called “Southern Agrarians”, working in the 1930s and 40s in the American South.

She was born in Savannah and studied creative writing at the Iowa Writers' Workshop.

 She was afflicted by lupus, a serious illness and died at the age of 39.

She was a Catholic and has been considered a religious writer, but she was more than that.

Her book Wise Blood is about Hazel Motes, a soldier who got wounded at the war somewhere in Asia and returns home to nobody actually and with no faith anymore-although he used to wander around with his grandfather, a preacher, before the war and preach love for Christ.

After the experience he has at war, he becomes-or wants to become- a nihilist and wants to create a new church the Church without Christ.

He buys an old car, an old Essex and travels all over the area, trying to preach the new faith, with the new Christ who does not promise any redemption to people.

 His eyes 
“don’t look like they see what he is looking at, but they keep on looking”,
 Sabbath Lily Hawks says about him, whom she tries to seduce.

She is the daughter of a “blind” preacher, a Protestant just like Hazel’s grandfather was. He tries to get rid of his daughter just like another father in the book does for his son, who suffers some mental illness and believes he has wise blood that tells him what is right to do and who also meets Hazel and wants to become the first and only member of his new church, the Church without Christ.


The symbolisms and the violence, of parents on their children, of the police on civilians and Hazel Motes’s on a fake preacher he meets and kills, is all over the story.

O' Connor's grotesqueness is due to her being a Catholic believer. At least that's what she wants us to believe through her letters and essays. But there could be other explanations like for example social reasons. The woman of the South in the middle of the twentieth century, had to be taking care of her beauty both physically and in manners (etiquette). But as O' Connor suffered of lupus, she was distorted with swellings and bloatings. So all this suffering and distortion in her work may be the result of a reaction to this cultural oppression for beauty on the women of her times. So it's the violence of Southern culture which does not only affect the culture of femininity of the South but goes way beyond it. We read about murdered, abused, abandoned children in the book, about police brutality and of course there is overt racism for colored people and poor whites.


Like all the writers after the wave of Modernism in Literature, Flannery follows the letter of the schools of creative writing and produces Wise Blood , which is an interesting, religion-centered but not only, post modern novel.


I would recommend it to those who have a deeper interest in Literature or those who just like to listen to strange stories of the religious, racist, American South of the beginnings of the 20th century.

I really enjoyed reading it and, I am NOT a religious person.


Coming next in the course is

3. Lolita
by Vladimir Nabokov

which will be analyzed by our professor Amy Hungerford, in her familiar by now way of setting questions for us to think on another one of "the most compelling novels written in the last half of the 20th century" that she thought of including in her course.










Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

"Black Boy" by Richard Wright







1. Black Boy
      by Richard Wright

The first reading of the term is Richard Wright’s Black Boy, which was published in 1944, then called American Hunger.

Wright was already a successful writer at that time with his first novel Native Son.

 I didn’t expect R. Wright, once member of the American Communist Party (from 1932 to 1944), to be a writer to study about, at Yale University.

I listened to Professor A. Hungerford’s lecture about the problems the author had in publishing his book and she very proudly –because the letters are kept at Yale- read to us parts of his correspondence with a member of the editorial board of the Book of the Month Club (a mail-order book club, which was “a powerful engine for selling books, just like Oprah’s Book Club is today”) who really pressed Richard Wright to make serious changes to his story, which by the way is titled as autobiography, and at the end there was a compromise between the two sides leaving the second part of the book out!

So Black Boy is an autobiography, whatever that means. He received a lot of criticism from both sides about the autobiographical issues of his book, me finding my preferences on the side of what William Faulkner wrote to him upon reading Black Boy. He said to R. Wright:

“The good, lasting stuff comes out of one’s individual imagination, and sensitivity to, and comprehension of, the sufferings of Everyman-Any Man- not out of the memory of one’s own grief. I hope you will keep on saying it, but I hope you will say it as an artist, as in Native Son.”

Richard Wright was born in 1908, on a plantation in Mississippi, the racist south of the USA.

The social and economic conditions deprived a black boy like him of any hope to get out of the pit.

In the first part of the book his childhood in Mississippi at the beginning of the 20th century, is described. Excellent literature, no matter biographical or not. Although they are not slaves anymore in his family, the economic conditions are so filthy and the racism of the white people so harsh, that little Richard is abused in several ways BUT he finds a way to escape literally and figuratively from the hell of the South to “freedom” in Chicago, in the North.

 “What was it that made me conscious of possibilities? From where had I caught a sense of freedom?”

He wonders, asking himself how he managed to get out of the pit and fly towards freedom.

 And he gives the answer himself “From books”!

Borrowing books from the local library was not a piece of cake for ex-slaves and he had to create a whole secret situation to be able to do it. He had to hide that he wanted to get educated from both the blacks and the whites. The first would make fun of him and the second would think suspiciously "what should a negro need education for?"

 And that’s how he managed to become conscious of his situation, like Camy’s Sisyphos who had the opportunity to think,-if he got the opportunity, no books for him though, on his way down from the top of the hill, to take the rock and start climbing up again.

So that’s the first part of the initial copy that Richard Wright gave to his publishers in 1944.

 The second part with the title The Horror and the Glory was about his life in Chicago, his being a member of the Communist Party of America and his disillusionment.
 Its six chapters weren’t published until 1977!

Richard Wright was the first black writer to enter the Book of the Month Club and he was a great influence to the coming black writers.

He moved to Paris in 1946 and lived there as an American expatriate,  until his death in 1960.

In Paris, he became friends with French writers like Jean-Paul Sartre, Albert Camus and lots of the intellectuals living in Paris at that time. 

That’s a long trajectory for the “black boy” from the American South.

I recommend this book, not only because it’s an interesting story but also because it is narrated in a beautiful literary way that leaves you satisfied when you close the book and you start thinking of it.

To be continued, with the next American novel of the second half of the 20th century, which professor Amy Hungerford has chosen for her course for Yale students and which can also be attended online by anyone interested in the subject. Which novel is also by a southern American writer:

Flannery O' Connor's

 Wise Blood


Yale University [MOOC = Massive Open Online Course]
Professor Amy Hungerford

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Μικρό Χρονικό Τρέλας

του Αύγουστου Κορτώ









Τον αγαπημένο fb-φίλο Αύγουστο τον θαυμάζεις για το θάρρος, την ευφυΐα, το απίστευτο χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό, την καλοσύνη και την ευγένεια της ψυχής του.

Δεν είναι δύσκολο να γοητέψεις με θέματα που χειρίζεται ο συγγραφέας τουλάχιστον στα δύο βιβλία του που έχω διαβάσει εγώ: Το βιβλίο της Κατερίνας και το Μικρό Χρονικό Τρέλας , και πολύ περισσότερο όταν έχουν δηλωθεί ως αυτοβιογραφικά.

 Όμως στο Μικρό Χρονικό Τρέλας έχουμε να κάνουμε με πολύ καλή λογοτεχνία, εκτός των άλλων. 

Είναι ο τρόπος που χειρίζεται τη γλώσσα –που την κατέχει άριστα, όπως άλλωστε και την αγγλική και έχω απολαύσει μεταφράσεις του- η δομή της αφήγησης της ιστορίας του, τα πεταχτά αυτοσαρκαστικά σχόλια εκεί που δεν τα περιμένεις, που αλατοπιπερώνουν το στυλ του, τα μικρά κεφάλαια με τα οποία απευθύνεται άμεσα σε ορισμένα πρόσωπα ή στον αναγνώστη, άλλοτε ζητώντας τους συγνώμη και άλλοτε εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη και την αγάπη του και φυσικά το ίδιο το θέμα, που σου δίνουν την γλυκιά εκείνη αίσθηση όταν διαβάζεις ωραία λογοτεχνία.

Στο βιβλίο όλα αρχίζουν την Κυριακή 28 Δεκέμβρη 2008 μέσα στη μαύρη νύχτα, όταν ο Πέτρος Χατζόπουλος, όπως είναι το αληθινό του όνομα, πετιέται από το κρεβάτι του και βρίσκεται μονομιάς όρθιος με τη σκέψη «Δεν θα τρελαθώ σαν τη μάνα μου». Στις 28 Δεκέμβρη 2002 μέσα στη μαύρη νύχτα είχε πεθάνει η μάνα του από το ίδιο της το χέρι.

Νοιώθει μια απίστευτη ενέργεια να τον κατακλύζει, «..νόμιζα πως η καρδιά μου ήταν το επίκεντρο ενός ψυχικού Μπιγκ Μπανγκ, που κάθε στιγμή γεννούσε κι άλλους γαλαξίες.» 

Και αρχίζει μια περιπλάνηση στην Αθήνα αλλά και στην ψυχή του, ακολουθώντας τις προσευχές εκατομμυρίων ανθρώπων που ανακατεύονταν σ’ ένα μουρμουρητό μέσα στο κεφάλι του, προσπαθώντας να βρει τρόπο να τους πείσει ότι αυτός ο νέος Δαλάι Λάμα, θα εισακούσει τις προσευχές τους και θα τις πραγματοποιήσει. 
Ταυτόχρονα νιώθει ένοχος που δεν προνόησε να αποτρέψει τα δεινά που κατακλύζουν την ανθρωπότητα, όπως αρρώστιες, σεισμούς, πολέμους κλπ.

Η ψύχωση απλώνεται και μεταμφιέζεται ανάλογα και με τα τεκταινόμενα στον πραγματικό κόσμο της Αθήνας, του Δεκέμβρη του 2008. Ο Δαλάι μεταμορφώνεται σε διάβολο και οι περαστικοί παίρνουν κι αυτοί ρόλους στη φαντασίωση που δημιουργεί το οξύ ψυχωσικό επεισόδιο. Μπαίνει και ο Γρηγορόπουλος και τα καμένα Εξάρχεια εκείνου του μήνα, εκείνης της χρονιάς.

Όπως και στον fb-τοίχο του, ο Αύγουστος προσπαθεί να βοηθήσει με το λόγο του - όχι σαν ιεροκήρυκας - όλους όσοι λόγω των προσωπικών τους επιλογών, (είτε είναι θέματα σεξουαλικής ταυτότητας, είτε ψυχικής υγείας ακόμη και κοινωνικοπολιτικά θέματα όπως η στάση κόντρα στο φασισμό), υποφέρουν ή απειλούνται από κοινωνική περιθωριοποίηση.

Αυτό το βιβλίο του Α. Κορτώ θεωρώ ότι θα μείνει  και θα αποτελέσει εγχειρίδιο-βοήθημα στην Ιατρική σχολή όπου φοίτησε και ο ίδιος ο συγγραφέας.
 Αλλά θα μείνει και στις καρδιές όλων όσοι είτε νοσούν οι ίδιοι είτε κάποιον δικό τους είδαν να υποφέρει από την ψυχική αυτή νόσο.
 Ακόμα και τους υπόλοιπους τυχερούς που δεν νόσησαν και ούτε θα νοσήσουν, θα βοηθήσει, στη διαμόρφωση μια πιο υγειούς, επιστημονικής αντίληψης σχετικά με τους ψυχικά πάσχοντες, διότι όπως ο ίδιος ο συγγραφέας γράφει:

«Η λέξη τρελός, παρόλη την αχανή εξάπλωσή της και συχνή της χρήση, είναι μια λέξη προβληματική.
Αν δεν χρησιμοποιείται μεταφορικά, ως εμφατικός τύπος του αρέσκομαι (π.χ., τρελαίνομαι για κοτομπέικον) ή ως περιγραφή ενός ανθρώπου ανεξάρτητου, με άναρχο, ζωηρό πνεύμα ……., είναι ένας όρος αντιεπιστημονικός και προσβλητικός, κι ορθώς αποτελεί ανάθεμα για την ιατρική κοινότητα.» 

Συνεχίζει εξηγώντας τότε γιατί χρησιμοποιεί την λέξη αυτή και μάλιστα στον τίτλο του βιβλίου του.


Υπάρχει μια διαμάχη ανάμεσα σε θεωρητικούς της λογοτεχνίας αλλά και συγγραφείς (π.χ. Φώκνερ - Ρίτσαρντ Ράιτ, για το βιβλίο του δεύτερου The Black Boy) σχετικά με τα αυτοβιογραφικά βιβλία, αν πρέπει ή δεν πρέπει να περιλαμβάνουν μυθοπλαστικά στοιχεία. 
Δεν γνωρίζω τι ακριβώς έχει κάνει ο Κορτώ στο Μικρό Χρονικό του, αλλά ούτε και έχει σημασία. Το σημαντικό είναι, ότι είναι ένα πολύ καλό λογοτεχνικό βιβλίο, που αξίζει να διαβαστεί.

«… δεν μπορώ παρά να θαυμάσω τη δαιμόνια φύση του ανθρώπινου υποσυνείδητου και τα όσα μπορεί να εξυφάνει –από τα όνειρα που βλέπουμε στον ύπνο μας μέχρι ένα παραλήρημα σαν αυτό που υπέστην- εν αγνοία μας ή και παρά τη θέλησή μας. Στα μάτια μου φαντάζει σαν ένας τελείως αυτόνομος εαυτός με δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες από αυτές του συνειδητού μας νου: μια γιγάντια, παγερή οντότητα…. με δική της μυστηριώδη βούληση.
Γι’ αυτό κι εξακολουθώ να βρίσκω τόσο εύστοχο το μεταφορικό σχήμα του παγόβουνου που χρησιμοποίησε ο Φρόυντ για να μιλήσει για τη δομή της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Κανείς πραγματικά δεν ξέρει για τι είναι ικανός.»

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Η άλλη πλευρά



Στης μοναξιάς τα μονοπάτια συνάντησα τις δυνατότερες φωνές.
 Φωτιές του σύμπαντος να υπόσχονται ελπίδες εκεί που δεν υπάρχουν.
Χάδια ανύπαρκτων χεριών να επουλώνουν πληγές.
Ματιές, μπηγμένα μαχαίρια στο στήθος
και η καρδιά να χάνει το ρυθμό της, να μπερδεύεται.
 Γνώσεις ενοράσεις που άλλοτε ηρεμούν κι άλλοτε συνταράζουν την ύπαρξη.
Στης μοναξιάς τα μονοπάτια, έζησα.
Τα πιο δυνατά όνειρα εκεί τα είδα. Τις πιο απίθανες μουσικές, εκεί. Τα ωραιότερα αρώματα.
Και σένα εκεί σε βρήκα.
Η δική σου η μεριά πιο σκοτεινή, πιο μπερδεμένη.
Μαζί προχωρήσαμε και μαζί ανθίσαμε.


Το παραμύθι μας κράτησε καιρό και ξαφνικά…
βρέθηκα απέναντι, στη "μεριά χωρίς τον Έρωτα" –όπως στο χαλί που ύφανα παλιά, τότε που δεν ήξερα.

Πρώτα είδα το μαύρο δέντρο, το καμένο,
μετά, πολύ μετά, μερικά λουλούδια ξανά,
όμως εγώ δεν άνθιζα,
η φύση τα έβγαζε, η φύση τα βγάζει.
Και κει τελειώνει το χαλί, κι ο δρόμος εκεί τελειώνει.
Την πιο όμορφη ζωγραφιά που φαντάστηκα, μαζί την κάναμε.
 Σ’ αυτό το μονοπάτι.
Και μου φτάνει.

Ευχαριστώ.


Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Μια τυχαία μέρα

Μια τυχαία μέρα
4 Απριλίου, 2017


Μπήκα μέσα κρατώντας το γράμμα.

-Θα πάει ο πατέρας μου σε μια κηδεία, στην Αθήνα.
-Ποιος πέθανε;
-Ένας θείος. Ο άντρας της αδερφής του.
-Ποιάς, αυτής που πηγαίνει και τρώει;
- Όχι, της άλλης που ζει στην Αθήνα.
-Τι να πω! Ήταν τουλάχιστον μεγάλης ηλικίας;
- Ε, ναι.
-Πόσο μεγάλος;
-Καμιά εξήντα.
-Ε, δεν ήταν και πολύ μεγάλος.
-(Σκέφτεται ότι κι αυτή είναι στα εξήντα) Ναι, όχι πολύ μεγάλος.
-Από τι πέθανε;
-Από καρκίνο. όπως κι η μαμά. (φευγαλέο σκοτεινό βλέμμα). Δεν το είχαν καταλάβει, όταν το έμαθαν ήταν αργά. Σε δύο βδομάδες πέθανε.
-Καλύτερα έτσι. Από το να ζεις με τη γνώση αυτή (λες και δεν γνωρίζουμε τη θνητότητά μας, σκέφτεται) και να ταλαιπωρείσαι (λες και δεν είναι σημαντικός έστω και ο ελάχιστος χρόνος που σου ανακοινώνεται) με τις χημειοθεραπείες, νοσοκομεία….

Είναι στην αρχή της ζωής τους, γιατί θα πρέπει να τους δηλητηριάζεις τις σκέψεις με τα αναπόφευκτα και τα αυτονόητα, όταν δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό.
 Υπάρχουν τόσες χαρές ακόμα που δεν ήρθαν στη ζωή τους!

Κοίτα, κι αυτό το γράμμα σήμερα!
 Επιστροφή, από Βιέννη. 
Σιγά μην έκαναν το ίδιο και τα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Και μάλιστα μέσα στην κρίση. Έβαλαν και γραμματόσημα. Ελληνικά; Ποιοι τα έβαλαν, μήπως τα Ελληνικά Ταχυδρομεία; 10 λεπτά, πέντε και πέντε, και πάνω είναι ένας Ναπολέων Σουκατζίδης. Θα το ψάξω στο Ίντερνετ μετά. 
Το αστείο είναι στο ροζ αυτοκόλλητο: ZURUCK από κάτω RETURN και μετά Hellas. Ακόμα κι αυτό, όχι Greece, Hellas. Ένα x στο τετραγωνάκι Unbekannt, από κάτω Unknown

Και μετά το αστείο. Πάντα γελάω με αυτό το αστείο. 

Ένα ν μικρό ελληνικό, ένα τικ, μια μολυβιά στο κουτάκι: Verstorben, δεν το ξέρω αυτό και από κάτω Deceased. Αυτό το ξέρω καλά. 

Γελάω.

Θα το ψάξω στο λεξικό, μπορεί να σημαίνει και κάτι άλλο. Το ξέρω ότι δεν σημαίνει παρά αυτό που ξέρω, αλλά κοιτάω, ψάχνω. Γελάω.

Αγαπητέ Hannes Sonnberger,

που ταξιδεύεις σε άλλες θάλασσες, ποιος ξέρει πόσο καιρό τώρα. Αγαπητέ Hannes, που δεν σε σκέφτηκα από τότε, παραπάνω από κάνα δυο φορές στη ζωή μου. Θέλω να σου πω, στο διαδίκτυο, σ’ αυτό το χαώδες σύμπαν, τα εξής πριν έρθω και γω στα μέρη σας:
Μπορώ να θυμηθώ, τα καθαρά σου μάτια που σήκωνα τα δικά μου για να τα δω. Μπορώ να θυμηθώ τα highly educated αγγλικά σου, αν και Αυστριακός.
Τις σημειώσεις, που κουβαλούσες στο American Bar του ξενοδοχείου για να πιεις τον καφέ που σου σέρβιρα και να διαβάσεις για το διδακτορικό σου, που ποτέ δεν ξαναδιάβασες μετά την πρώτη φορά, αλλά που πάντα κουβαλούσες μαζί σου. 
Τις συζητήσεις μας που διέκοπταν τα σερβιρίσματά μου σε άλλους πελάτες.
Και μετά που έφυγες, τα γράμματά σου. Επί δύο χρόνια! Στο τέλος δεν είχαν κανένα συναισθηματικό βάρος για μένα, παρά μόνο πριν τρεις βδομάδες που συμμαζεύοντας τη βιβλιοθήκη μου, βρήκα ένα κουτί με γράμματα από τα νιάτα μου, με τα δικά σου να πιάνουν αρκετό χώρο.
 Άρχισα να διαβάζω και να θυμάμαι. Στο δεύτερο βρήκα και τη φωτογραφία που είχες βάλει μέσα, με τα καθαρά μάτια. 
Το αποφάσισα εκείνη τη στιγμή. Θα σου γράψω. 

Και σου έγραψα. Δεν θα ανοίξω το επιστρεφόμενο γράμμα να σου πω τι σου έγραψα. Έτσι κλειστό θα το βάλω στο ίδιο εκείνο κουτί και θα μείνει εκεί, μέχρι κάποιος να το πετάξει, κάποιος που ίσως δεν θα γνωρίζει κανέναν από τους δυο μας.

Εκεί το έκλεισα, μαζί με όλα τ’ άλλα.

Νύχτωσε φίλε, Hannes. Σε χαιρετώ,

Christina Foka.


ΥΓ Σ’ ένα από τα τελευταία σου γράμματα έγραφες: « Σου εύχομαι να περάσεις καλά στην αγαπημένη σου Κρήτη». Ευχαριστώ για την ευχή σου. Πραγματοποιήθηκε. Check!

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

"The Spinoza Problem"




Το Πρόβλημα Σπινόζα
του Irvin DYalom


Ένας φιλόσοφος του 17ου αιώνα, ο Μπέντο Σπινόζα (Benedictus Spinoza, 1632-1677)  και ό θεωρητικός «φιλόσοφος» του Ναζισμού, Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (Alfred Rosenberg), μαζί (!) στο μυθιστόρημα που ύφανε με τον ευφυέστερο τρόπο ο σύγχρονός μας ψυχίατρος, Ίρβιν Γιάλομ - γνωστός στο ευρύ κοινό της χώρας μας αλλά και παγκοσμίως, για την εξαιρετική του ικανότητα να επινοεί ιστορίες που επεξηγούν με τον απλούστερο δυνατό τρόπο και τις πιο περίπλοκες φιλοσοφικές θεωρίες, όπως εδώ του Σπινόζα.

Τα κεφάλαια αναφέρονται εναλλάξ στον φιλόσοφο Σπινόζα και τον θεωρητικό  του Ναζισμού, υποτιθέμενο φιλόσοφο, Ρόζενμπεργκ, που είχε εμμονή με την καθαρότητα της Αρίας φυλής. Το πρόβλημα για τον Γιάλομ ήταν ότι υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία από τη ζωή του Σπινόζα – ακόμα και η προσωπογραφία του που κυκλοφορεί δεν βασίζεται στην πραγματικότητα αλλά στην εντύπωση που δημιούργησε στον ζωγράφο, μια περιγραφή ελάχιστων αράδων, του φιλοσόφου  - για να μπορέσει να αναπτύξει την πλοκή του μυθιστορήματός του.

Κατάφερε όμως να πλέξει μια άκρως ενδιαφέρουσα ιστορία και να εστιάσει σε σημεία της φιλοσοφίας του, τα οποία βρήκε τρόπο να επεξηγεί με τη δημιουργία ενός φανταστικού φίλου του Σπινόζα, με τον οποίο ο φιλόσοφος έχει μακρές φιλοσοφικές συζητήσεις.

 Στο τέλος του βιβλίου, ο συγγραφέας του, παραθέτει κεφάλαιο όπου διευκρινίζει ποια πρόσωπα και γεγονότα είναι υπαρκτά και ποια όχι.

"Επιχείρησα να γράψω ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να έχει συμβεί. Παραμένοντας όσο πιο κοντά γινόταν στα ιστορικά γεγονότα, άντλησα στοιχεία από την επιστημονική μου ιδιότητα του ψυχιάτρου για να φανταστώ τον ψυχικό κόσμο των ηρώων μου, του Μπέντο Σπινόζα και του Άλφρεντ  Ρόζενμπεργκ. Επίσης, επινόησα δύο χαρακτήρες..για να χρησιμεύσουν ως πύλες εισόδου στην ψυχή των πρωταγωνιστών μου."

Αναλύοντας τις φιλοσοφικές θέσεις του Σπινόζα σχετικά με το θεό, ο Γιάλομ αναφέρεται στον αφορισμό του από την εβραϊκή κοινότητα του Άμστερνταμ όπου ζούσε μαζί με άλλους σεφαραδίτες πατριώτες του, που είναι και το στοιχείο για το οποίο έχουμε τις περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά στη ζωή του.

Ο Μπαρούχ (στα εβραϊκά) ή Benedictus (στα Λατινικά, στα οποία και έγραφε), Μπέντο (στα Πορτογαλικά, τη γλώσσα της καταγωγής του) , ήταν ο υπέρτατος ορθολογιστής φιλόσοφος, που οδήγησε την Ευρώπη στην Αναγέννηση.


Πώς ήταν δυνατόν να γίνουν κατανοητές οι ιδέες του σχετικά με την ανυπαρξία του θεού όπως τον όριζαν και οι τρεις μεγάλες θρησκείες – Ιουδαϊκή, Χριστιανική και Ισλαμική – σε μια εποχή που αυτό που κυριαρχούσε ήταν οι δεισιδαιμονίες κάθε είδους και ο φόβος της Ιεράς εξέτασης όχι μόνο για τους Καθολικούς αλλά και για τους Εβραίους που αν και αναγκάστηκαν να ασπαστούν τον Χριστιανισμό με αντάλλαγμα τη ζωή τη δική τους και των οικογενειών τους ακόμα κινδύνευαν;

Πώς ήταν δυνατόν να γίνουν αποδεκτές οι απόψεις του περί του δικτύου αιτιών που διέπει το κάθε φυσικό φαινόμενο, άπόψεις που οδήγησαν στη θεμελίωση των φυσικών επιστημών στην συνέχεια της ανθρώπινης ιστορίας;

Ή οι απόψεις του σχετικά με τον δημοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης των κρατών, στα μέσα του 17ου αιώνα ;

Το σπουδαίο είναι ότι με τις αναφορές στο έργο και τις ιδέες του Σπινόζα, ο Γιάλομ πυροδοτεί την περιέργεια του αναγνώστη να μελετήσει μόνος του το έργο του Σπινόζα και να εμβαθύνει στα διανοήματα αυτού του ασκητικού φιλοσόφου που ενέπνευσε τόσους σπουδαίους ανθρώπους του πνεύματος όλων των μετέπειτα εποχών, αλλά και που καθοδήγησε την ευρωπαϊκή σκέψη και πράξη προς την κατεύθυνση που επιτάσσει η Λογική και οι κανόνες της, βγάζοντάς τες από τα σκοτάδια του Μεσσαίωνα.

Ο Γιάλομ διάλεξε τον γερμανό Γκαίτε να θαυμάζει τον Σπινόζα και να κάνει τον Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ να παραλογίζεται μη μπορώντας να εξηγήσει πώς ένας καθαρός γερμανός διανοούμενος του διαμετρήματος του Γκαίτε μπορούσε «να κουβαλάει μαζί του την "Ηθική" του Σπινόζα επί έναν ολόκληρο χρόνο!» Και γιατί να θαυμάζει τον Σπινόζα, έναν Εβραίο!


Ο Γιάλομ συνδέει τον Ρόζενμπεργκ με τον Σπινόζα, με βάση ένα πραγματικό έγγραφο του γραφείου του Ρόζενμπεργκ -  που δουλειά του ήταν να αρπάζει βιβλία και σπουδαία έργα τέχνης από τις κατακτημένες χώρες και να τα μεταφέρει στην Γερμανία – στο οποίο αναφέρεται η κατάσχεση της βιβλιοθήκης του Σπινόζα, που θα βοηθούσε τους Ναζιστές να διερευνήσουν «το πρόβλημα Σπινόζα». 

Αυτό το ιστορικό γεγονός μόνο βρήκε ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου για να πλάσει την ιστορία του και δηλώνει ότι θα μπορούσαν να είναι έτσι και τα γεγονότα, επικαλούμενος και τον Αντρέ Ζιντ,  ο οποίος είπε « Η Ιστορία είναι μυθοπλασία που συνέβη. Η μυθοπλασία είναι Ιστορία που θα μπορούσε να έχει συμβεί»


The Spinoza Problem
First published in English in 2012