Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

" Τα μούρα"






-Πες μας λοιπόν, τι ιστορίες ξέρεις να λες;
…………………………………………………………………
Σκέφτομαι: Ποιος είπε ότι ξέρω ιστορίες; Εγώ δεν έχω σταλιά φαντασία. Εγώ δεν πρόλαβα ποτέ στη ζωή μου να πω ιστορίες. Εγώ απλώς έζησα τη δική μου ιστορία. Δεν ξέρω γιατί την είχα. Δεν ξέρω γιατί την ακολούθησα. Δε βρήκα ποτέ το χρόνο να την αμφισβητήσω. Το θάρρος να την αλλάξω. Είχα πάντα καθήκοντα να κάνω. Πάντα τα έφερνα σε πέρας. Πάντα τα απολάμβανα, αν και κάτι μέσα μου χαμογελούσε περίεργα. Αυτό. Δεν του έδωσα ποτέ σημασία. Ήταν το σχιζοφρενικό μου, «αυτό», που ήθελε να κάνει το έξυπνο. Του έδινα μια σπρωξιά κι έφευγε. Στην άκρη. Όπου έφευγε, τέλος πάντων. Ιστορίες άλλες έβλεπα. Γύρω μου. Τη δική μου δεν την έβλεπα. Πώς να δεις τα μάτια σου;
Μια μέρα λοιπόν, η δική μου ιστορία , ξαφνικά, άλλαξε. Κάποια βασικά δεδομένα. Μα η αλλαγή είναι ζωή, η έλλειψή της τέλμα. Τίποτα.
Κάποια πρόσωπα έφυγαν από την ιστορία μου, κάποια σκηνικά άλλαξαν. Σε κάποιες στιγμές έφευγαν όλοι κι έμενα μόνη. Στη σκηνή. Τότε βρήκα αυτό που δε θυμόμουν να είχα ποτέ αρκετό. Χρόνο. Χα χα, χρόνο! Πάνω που τέλειωνε, τον βρήκα. Και μαζί ξαναήρθε το «αυτό». Οοοοπ  και παρουσιάστηκε.
-Τι; Ρώτησα.
- Τίποτα, άσε με.
- Τι τίποτα, που σαν τη μύγα μ’ ενοχλούσες μια ζωή. Που δεν είχα χρόνο σταλιά.
- Τώρα πια, τι να σου πω;
- Τώρα πια; Τι πάει να πει τώρα πια;
- Τώρα τελειώνει το παραμύθι.
- Ποιο παραμύθι τελειώνει;
- Άσε με σου λέω.
Ξαφνικά είδα ότι το περίεργο χαμόγελό του δεν υπήρχε. Ήταν μόνο εκείνες οι δύο γραμμές δεξιά κι αριστερά από το στόμα, που κάνουν το χαμόγελο σαν πόνο! Δεν μου άρεσε αυτό. Με τρόμαζε. Μύριζε λύπη. Όμως αυτήν τη φορά μόνη στην άδεια σκηνή, δεν ήθελα να του δώσω μια να φύγει, όπου πήγαινε να πήγαινε. Ήθελα να είναι εκεί. Να το γνωρίσω. Να μου πει όσα δεν είχα χρόνο ν’ ακούσω μια ζωή. Έτσι ρώτησα.
-Λοιπόν;
- …………
- Πες μου.
- Θυμάσαι, τότε στο περίπτερο; Κάθε που έβρεχε; Όταν βράδιαζε και γυάλιζαν τα φώτα  στο πεζοδρόμιο; Το βρεγμένο;
- Ναι θυμάμαι. Έπαιρνα μια κούτα με τσιγάρα, την άνοιγα, αράδιαζα τα πακέτα στα ράφια, έσκιζα τα περίσσια κομμάτια, έκανα μια χαρτονένια σελίδα. Από τη μια, η μάρκα των τσιγάρων, συνήθως «Παλλάς» ή « Assos φίλτρο». Από την άλλη όμως; Λευκή. Μια ωραία λευκή κόλλα. Τέλεια, μια ακόμη ματιά στα φωτάκια στο πεζοδρόμιο και γέμιζε η κόλλα.
- Ναι.
- Τι;
- Δεν το συνέχισες.
- Όχι.
- Λυπάμαι.
- Εγώ δεν είμαι σίγουρη αν λυπάμαι, είπα.
…………………………………………………………………………………………………………………
Λοιπόν θα μας πεις μια ιστορία;
Ναι.
 Καμιά φορά, τα παλιά τα χρόνια όταν ήμουν ακόμα μικρή, με μαμά, μπαμπά, γιαγιά, αδερφή, θείους, θείες να κρατούν την αλυσίδα ασφαλείας της ζωής μου, με πήγαιναν στο χωριό. Εκεί ζούσε η γιαγιά με την αδερφή μου. Το σπίτι παλιό, τούρκικο. Πολύ όμορφο. Έφυγαν οι Τούρκοι, το έδωσαν στους πρόσφυγες. Εκεί μπήκε νύφη η γιαγιά. Δεκατεσσάρων χρόνων! Πρόσφυγας κι αυτή. Μετά ήρθαν οι πόλεμοι. Κατέβαινε ο παππούς απ’ το βουνό, να η πρώτη κόρη, η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη! Κατάρα, όλα θηλυκά. Όταν πολύ αργότερα εμένα με πήγαιναν στο χωριό, έπεφταν επάνω μου όλοι οι Τούρκοι που έζησαν εκεί, όλοι οι στρατιώτες που χτυπούσαν την πόρτα –σιέλ- μέσα στη νύχτα και ορμούσαν μετά να ψάχνουν, όλοι οι ζωντανοί κι οι πεθαμένοι αυτού του σπιτιού και με πλάκωναν. Κι έκλαιγα. Και ήθελα να φύγω. Να γυρίσω στη Θεσσαλονίκη, με τα πόδια. Έβγαινα στο μπαλκόνι που έπιανε όλη την πρόσοψη του σπιτιού και κοίταζα πέρα τους λόφους. Κάποιος μεγάλος μου είχε πει «Πίσω από κείνους τους λόφους είναι η Θεσσαλονίκη». Θα μπορούσα να περπατήσω άραγε;
Υπήρχε όμως κάτι που αποσπούσε το μυαλό μου από αυτόν τον προβληματισμό. Οι μουριές. Οι μαγικές! Μια που έκανε μαύρα μούρα και μια που έκανε άσπρα μούρα. Δεξιά κι αριστερά από τη σκάλα. Στη μέση του τεράστιου μπαλκονιού ήταν η σκάλα. Πέντε σκαλοπάτια και το τελευταίο πολύ φαρδύ. Όμορφη σκάλα. Όλο το σπίτι ήταν όμορφο. Κι ας μην είχε πάτωμα παρά «μαλέζι». Το μαλέζι το έπαιρναν από έναν λάκκο στον πάνω μαχαλά. Είχε το χρώμα της σοκολάτας γάλακτος. Το ανακάτευαν με νερό και μ’ ένα παλιό ύφασμα άλειβαν το πάτωμα που ήταν από πατημένο χώμα! Όταν αυτό στέγνωνε γυάλιζε και γινόταν πολύ όμορφο!
Όταν λοιπόν κατέβαινα τις σκάλες, μετά το κλάμα στο μπαλκόνι, έβρισκα πάντα ένα τεράστιο μαύρο μούρο στο τρίτο σκαλοπάτι από τα δεξιά και ένα τεράστιο άσπρο μούρο στο ίδιο σκαλοπάτι από τ’ αριστερά! Τεράστια μούρα. Ένα μαύρο, ένα άσπρο. Τα έπαιρνα με δέος στα χέρια μου. Έπιαναν όλη την παλάμη. Πόσο ήθελα να τα φάω! Αν όμως ήταν μαγεμένα; Αν τρώγοντάς τα ξεχνούσα τη μαμά μου και τον μπαμπά μου, στη Θεσσαλονίκη; Κι έτσι δεν τα έτρωγα ποτέ!

-Λοιπόν;

-Αυτό. Αυτή ήταν η ιστορία μου.

-Και τι θέλει να πει;

-Τίποτα. Δεν ξέρω.