Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Το ζεϊμπέκικο



Ξένες χρονολογίες. Όλα τα 2000 και κάτι.

Κρύες χρονολογίες. 

Κρίση.

Σιωπή. Μια περίεργη σιωπή, με το σφύριγμα του τελευταίου καιρού.

«Κλαίω μανούλα μου και γω για σένα που έχω χρόνια για να σε δω…».
Τι τραγούδια!!

Ξέρω έναν έλληνα που τον αγαπώ πολύ. 

Είναι αυτός που τραγουδάει τέτοια τραγούδια.

Είναι ολόκληρος άντρας. 

Είναι ψηλός. 

Αδύνατος. 

Κρεμανταλάς.

Και σκληρός άντρας. Όχι, tough guy. Είναι σου λέω έλληνας! Χορεύει ζεϊμπέκικα του Τσιτσάνη και δακρύζει. Στο πρόσωπό του, όταν τραγουδάει μαζεύονται όλα τα σύννεφα της Οικουμένης. Δε σκοτεινιάζει το πρόσωπό του. Μαζεύονται οι μυς. Σχηματίζουν αυλάκια. Στο μέτωπο.

Γύρω από τα μάτια.

Γύρω από το στόμα.

Το στόμα που ξέρει να φιλάει.

Να σιωπάει. 

Αυτόν τον έλληνα σου λέω, που τον πατάνε κάτω να του βγάλουν τα ζουμιά.

Αυτόν που του ρίξανε όλες τις ευθύνες για τις βρωμιές τους.

Για την απληστία τους.

Τον έκαναν να ντρέπεται. Την οικογένειά του. Γιατί δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα. Γιατί δεν μπορεί να κάνει αυτά που έταξε.

Γιατί νιώθει πως έφαγε τη φόλα.

Δεν είναι ανόητος. Ξέρει πολύ καλά τι γίνεται. 

Κι ας μη γνωρίζει οικονομικά. Ξέρει να διαισθάνεται τη βρωμιά.

Το χειρότερό του;

Η έλλειψη μπέσας στον απέναντι!

Του τη φέρανε! 

Αυτό ζει! 

Νομίζεις ότι φοβάται; Νοιάζεται γι αυτά που θα ‘ρθουν; Τη φτώχεια; Την ξέρει καλά. Την κουβαλάει στα γονίδιά του, τη στέρηση. Και τα παιδιά του; Ξέρει να τους δείχνει μονοπάτια διαφυγής! Αιώνες τώρα! Για διαφορετικές αιτίες μέσα στην ιστορία. Ξέρει να τους μαθαίνει να επιβιώνουν!

Την ξευτίλα δεν αντέχει. Την ξευτίλα!

Να θέλει ας πούμε να πεταχτεί πάνω να χορέψει και ένα βαρύ χέρι να τον σπρώχνει κάτω. Μια παλάμη. Μια μούντζα στο κεφάλι, να τον σπρώχνει κάτω.

Να μην μπορεί να χορέψει, βρε αδερφέ! 

Όμως τον ξέρω αυτόν τον άνθρωπο. Όσα στραβά κι αν του αναλογούν, θα πεταχτεί πάνω. Το ελατήριο μέσα του θα φτάσει στο ταβάνι. 

Και θα τα διαλύσει όλα γύρω του! 

Αλλά θα χορέψει.

Και την ώρα  που θα χορεύει με τα μακριά του τα κανιά ατσούμπαλα, την ώρα που θα γυρνάει γύρω από τον εαυτό του, μάτια κλειστά, χέρια ανοιχτά, με τους αγαπημένους να προσκυνάνε χτυπώντας το ρυθμό, θα ζει μια στιγμή ελευθερίας. 

Απόλυτης.

Δικής του.

Αυτόν τον έλληνα, τον αγαπώ.

Αυτόν τον άνθρωπο της οικουμένης, να τον προσέχετε!!! Εεεεεε. Εσείς!

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

H Ζέστη πύρωνε τη λαμαρίνα


                                               

Η ζέστη πύρωνε τη λαμαρίνα πάνω στο περίπτερο και η μικρή μέσα ίδρωνε και ξίδρωνε.

Αυτό όμως ήταν κάτι που δεν την πείραζε. 

Μάλιστα γελούσε με τον κυρ Γρηγόρη από τα σιδηρικά απέναντι, που υπέφερε από τη ζέστη, ως ευτραφής που ήταν.

 Το κακό τα καλοκαίρια ήταν η μυρωδιά από τα τσίσα στην άσφαλτο. Η ζέστη την έκανε ακόμα πιο έντονη. Όμως ούτε αυτό την πείραζε. Εξ άλλου τι να τα έκανε, αφού της ερχόταν να «πιπίσει» την ώρα της δουλειάς; Αργότερα, όταν μεγάλωσε λίγο και δεν ήθελε πια να τα κάνει στο άδειο ντενεκάκι από τις καλμαλίνες και να τα πετάει στο δρόμο, πήγαινε στην τουαλέτα του ξενοδοχείου απέναντι, στο 19.

Ζέστη λοιπόν αφόρητη.

Καλοκαίρι.

Θεσσαλονίκη.

Παλιά, πολύ παλιά. 

Το περίπτερο έβραζε. Η Εγνατία επίσης. Τα μαγαζιά έκλειναν το μεσημέρι. Ο κυρ Γρηγόρης κατέβαζε τα στόρια, «κεπέγκια» τα έλεγε και άφηνε μισό μέτρο από το πάτωμα να μπαίνει μέσα στο μαγαζί του αέρας. Και κοιμότανε. Ροχάλιζε κι όλα. Τον άκουγε μέσα από το περίπτερο η μικρή και γέλαγε. Τον αγαπούσε τον κυρ Γρηγόρη. Άλλες πάλι φορές τον έβλεπε στο ζαχαροπλαστείο δίπλα τους, όπου αγόραζε ένα μεγάλο σκεύος παγωτό και ένα μακρόστενο κέικ. Πήγαινε στον κινηματογράφο, στο επόμενο τετράγωνο, προς το Βαρδάρη και αφού τα έτρωγε καλά καλά, έπαιρνε ένα υπνάκο μέχρι να ξανανοίξουν τα μαγαζιά.

 Ήταν χρόνια γείτονες. 

Αυτή στο περίπτερο, αφού είχε περάσει το τεστ που πρότεινε ο ίδιος στη μαμά της: είχαν στείλει κάποιον άγνωστο να ψωνίσει. Η  μαμά δήθεν μιλούσε με τον κυρ Γρηγόρη μέσα στο σιδεράδικο. Ο άγνωστος ζήτησε ν’ αγοράσει μία τσίχλα. Ήταν το καλοκαίρι που είχε τελειώσει τη δευτέρα δημοτικού. Καθόταν στην καρέκλα του περιπτέρου και περίμενε να πουλήσει κάτι. Έρχεται λοιπόν ο «πελάτης». Παίρνει μία τσίχλα, φυλλαράκι. Πενήντα λεπτά. Μισή δραχμή. Δίνει πεντακοσάρικο. Και παίρνει τα ρέστα του.

Τα σωστά ρέστα.

Αυτό ήταν, το πέρασε το τεστ. 

Τώρα, η μάνα θα μπορούσε να πηγαίνει σπίτι τα μεσημέρια, να κλείνει λίγο τα μάτια της, να ξεκουράζεται. Από τις έξι το πρωί, εκεί. Μέχρι τις δύο τη νύχτα.
 
 Κεντρικό, βλέπεις, το περίπτερο. Και έπρεπε να κάθεται μέχρι αργά.

Όσο ζούσε ο πατέρας της, το κράταγε ανοιχτό όλη νύχτα. Ώσπου, μια απ’ αυτές τις νύχτες, εκεί που μίλαγε με έναν φίλο του, έφυγε από αυτόν τον κόσμο. Εκεί, μέσα στο περίπτερο.

Άρχισε να βοηθάει λοιπόν να συνεχίσουν. Και δε μετάνιωσε ποτέ γι αυτό. Τέλειωσε το πανεπιστήμιο και το περίπτερο περίπτερο.

Ήταν το καλύτερο σχολείο.

 Και τι δεν είδε! 

Και τι δεν έζησε! 

Από τα τρακτέρ που κατέβαζαν οι αγρότες στην πόλη και τις επιθέσεις της αστυνομίας με τα δακρυγόνα, μέχρι την Μαρίνα με τη μίνι φούστα και τις ψηλοτάκουνες κόκκινες γόβες που στεκόταν με τις ώρες στην είσοδο του 21. Η μία γόβα πάντα να πατάει στη σιδερένια πόρτα. Τελικά πάντα ερχόταν ένας ξάδερφός της –όπως της είχε πει η μάνα η γλυκιά- και πήγαιναν πάνω, στον τέταρτο. Σε μια σοφίτα στην ταράτσα.

 Εκεί που ανέβαινε κι αυτή, όταν ο καπνός από τα καπνογόνα δεν αντέχονταν στο δρόμο. 

Στην ταράτσα.

 Εκεί που έπαιζε  καουμπόηδες και ινδιάνους με δύο άλλα παιδάκια που έμεναν στην πολυκατοικία.

 Στο 21. 

Και ο πατέρας του αγοριού, του Μάκη, του έλεγε «Βλέπεις η μικρή της περιπτερούς; Όλο διαβάζει. Και δουλεύει και διαβάζει» Ο κυρ Θύμιος, κάποια φορά είδε τη μικρή να κοιτάει τα βιβλία που είχε ξαπλώσει κυριολεκτικά, στο πεζοδρόμιο ο βιβλιοπώλης στην Κολόμβου, και της αγόρασε το πρώτο της βιβλίο. 

Το επέλεξε μόνη της. 

« Χωρίς Οικογένεια»  του Έκτορος Μαλό. 

Ακόμη το ξεφυλλίζει καμιά φορά και διαβάζει τα παιδικά γραμματάκια «Χαρισμένο από τον κυρ Θύμιο, Θεσσαλονίκη, 17 Απριλίου 1968». 

Από τότε, έκανε το ίδιο στα χιλιάδες βιβλία που αγόρασε μόνη της. Θεσσαλονίκη, Ρέθυμνο, Σπέτσες, ξανά Ρέθυμνο, Αθήνα, Λονδίνο και ένα σωρό ξένες πόλεις που επισκέφτηκε εκ των υστέρων και ένα σωρό ημερομηνίες.

Πάντως όταν έκανε ζέστη και πύρωνε η λαμαρίνα, τα μεσημέρια, όπως και σήμερα, έβγαζε την τεράστια καρέκλα έξω. Στη σκιά. Και καθόταν εκεί, διαβάζοντας ένα περιοδικό. Τα διάβαζε όλα: Το Ρομάντζο, το Ντόμινο, το Φαντάζιο, όλα.

Και τις εφημερίδες.

Αλλά τα αγαπημένα της ήταν τα κόμικς. Μίκυ Μάους, Τσιπ και Ντέηλ και αυτά.

Η Μικρή Λουλού, το πιο αγαπημένο. 

«Αχ πόσο θα ήθελα να ήμουν σε ένα ασανσέρ, που να ήταν γεμάτο με Μικρή Λουλού και να ανεβοκατέβαινε και γω να διάβαζα»!

Αυτήν τη φορά, έξω στη σκιά διάβαζε το καινούριο τεύχος Μικρή Λουλού.

Δεν την ένοιαζε η ζέστη. 

Ήταν πολύ χαρούμενη που ήταν Τρίτη και είχε κυκλοφορήσει το καινούριο. 

Πελάτης. 

Πάντα χαμογελούσε κι ας την διέκοπταν από το αγαπημένο.

 Ο άντρας ήταν κι αυτός χαμογελαστός. Ψηλό παλληκάρι. Συμπαθητικό.

 -Γεια σου. Είμαι ο γιος του αφεντικού και ήρθα να πάρω το νοίκι.

- Α, γεια σας. Τώρα όμως η μαμά μου πήγε σπίτι να ξεκουραστεί.

-Ναι, αλλά ο πατέρας μου είπε ότι πρέπει να μου δώσετε το νοίκι τώρα.

Η μικρή σκέφτηκε πως έπρεπε να το κάνει αυτό μόνη της. 

Άρχισε να μετράει τα χρήματα από το ταμείο.

Όλα.

Τα κατοστάρικα, πενηντάρικα, μετά τα εικοσάρικα με τον Κωνσταντίνο και την Άννα Μαρία. Έφτασε μέχρι τις δραχμές και όταν είδε και δεν συμπληρώνονταν το ποσό, έβαλε τα κλάματα. Ο γιος, της είπε ότι δεν πειράζει. 

Τα πήρε.

Έφυγε.

-Μαμά πλήρωσα το νοίκι.

-Τιιι;

-Ήρθε ο γιος του αφεντικού και του έδωσα το νοίκι για το περίπτερό μας.

Τα όμορφα της μάτια θυμόταν στην υπόλοιπη ζωή της, από εκείνη τη στιγμή. Το πρόσωπό της. Τα ξανθά μαλλιά της, που έμοιαζαν με την αγαπημένη της πάστα. Τον πόνο που προσπάθησε να κρύψει.

 Δεν τη μάλωσε καθόλου. 

-Μα δεν έχει γιο, ο κύριος Σταματίου!

Μετά, μια ζεστή αγκαλιά. 

Μια ζεστή αγκαλιά.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Σήμερα, θέλω να σου μιλώ.






Σήμερα το βράδυ θα σου μιλώ. Δεν με νοιάζει, που δεν ακούς. Εξ άλλου δεν ήσουν και ποτέ καλός ακροατής. Εντάξει, τελευταία, ναι. Άκουγες. Και όπως πάντα, το παράκανες. Ή του ύψους ή του βάθους. Πάντα.

 Δε θα σε περιγράψω. Μη σε νοιάζει. Πάντα, δε σε προστάτευα;

Να σου μιλάω θέλω. Μόνο αυτό. Την «ιστορία» με τη σειρά,  δε θα την πω. Είναι όμορφη, πολύπλοκη και γω ανεπαρκής.

Τα νέα μου, πρώτα. Τρία χρόνια και δυο μήνες μετά. Και μια μέρα. Λες και ήταν η χθεσινή μέρα. Δε λυπάμαι, που έφυγες έτσι ξαφνικά. Ούτε σου είμαι θυμωμένη πια.
Και αν θέλεις να ξέρεις, η μυρωδιά από το πουκάμισό σου, έχει φύγει. Πάνε δύο χρόνια, τώρα.
Μπορεί να σε σκέφτομαι ακόμα, αλλά περνάει και μία ολόκληρη ώρα χωρίς να το κάνω. Βλέπεις, άρχισα να σε ξεχνάω. Δεν είναι δα κι η αγάπη το παν στη ζωή. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα.

Πόσο θα ήθελα να ήξερα που είσαι;

Λοιπόν, αυτά τα τρία χρόνια, αποφάσισα να μεγαλώσω. Σταμάτησα από τη δουλειά, που λατρεύω. Ευτυχώς η «κρίση» βοηθάει μην πάθω κρίση! Χιούμορ, είδες; Κι αυτό το μπορώ!

 Τα παιδιά σπουδάζουν. Μη νοιάζεσαι. Το σπίτι καλά κι αυτό. Έβαλα και τη σόμπα. Την ξυλόσομπα, από το υπόγειο.

Διαβάζω πολύ. Φιλοσοφία, κυρίως. Τίποτα. Καμία άκρη. Ψυχολογία. Τέλος πάντων. 
Διαβάζω κι επιβιώνω.

Δεν παρέδωσα τα όπλα. Όταν περπατάω στην πόλη, μπορώ και βλέπω τις ομορφιές. Κατάλαβα, γιατί οι αγαπημένοι μου ιμπρεσσιονιστές, ζωγράφιζαν το ίδιο τοπίο σε διαφορετικές ώρες κι εποχές. 

Προσπαθώ να κρατήσω τις στιγμές, με τις φωτογραφίες. 

Να μικρύνω τον πόνο μου, με «κοινοποιήσεις» στα φέισμπουκ!
Δε με νοιάζει, που δεν τα εγκρίνεις. Εγώ επιζώ έτσι, αν θες να ξέρεις.

Ακούω μουσική και ταξιδεύω. 
Όχι απαραίτητα, στο παρελθόν.

 Σήμερα θυμήθηκα, τις νύχτες στον Ψηλορείτη! Στη Νίδα. Πριν πολλά πολλά χρόνια. 

Τότε που ο χωρισμός φάνταζε να εξαρτάται μόνο από μας! 

Πώς θα επιβίωνε το ανθρώπινο είδος αν δεν υπήρχε αυτή η ιδιότητα-αλαζονία;- του ανθρώπου; Του νέου ανθρώπου.

 Ο έρωτας κι ο θάνατος.

Τότε που δεν καταλάβαινα πώς κάποιοι λόγιοι έβαζαν αυτά τα δυο μαζί.
Ως τι; 
Καταλάβαινα, ως ένα δίδυμο πολύ δυνατό. Αλλά μέχρι εκεί.
Έπρεπε να τα βιώσω. Τα πιο δυνατά.

Τι χαζά; Αγάπες, λουλουδάκια και όνειρα; Χα χα ! Για παιδάκια; Θυμάσαι που σου τραγούδαγα «Ας τους κακούς, φως μου, μην τους ακούς, είναι όνειρο η ζωή μας και περνά…»; « Μια χούφτα φως στα ματάκια σου μπρος, κι η ζωή μας ξεκινά».

Θέλω ακόμα να ξέρεις, πως μπορώ και απολαμβάνω εκτός από την ομορφιά στη φύση και στην τέχνη και τα πιο απλά.
Τα καθημερινά.

Θυμάσαι που χόρευα μόνη μου το “ I will survive”?

Και μετά πήραμε τη γάτα μας και το τρίκυκλο και ανεβήκαμε τον Ψηλορείτη. Να ζήσουμε.

Εκεί θυμήθηκα σήμερα.

 Τις μαύρες νύχτες με τα άπειρα αστέρια και μια φωτιά στη μέση.

Τη λύρα. Μουσική απόκοσμη.

Ο Σ. να μιλάει για τη σπηλιά και το Δία.
Για το εύρημα εκείνης της ημέρας, που ήταν ένα ορυκτό σε κείνο το σημείο της σπηλιάς, που μια συγκεκριμένη εποχή , μια συγκεκριμένη ώρα το φως του ήλιου το έκανε να λάμπει! Κι έτσι μες την πρωτοφανή για μένα σιωπή -“city girl”- σε ρώταγε « Λάμπει αυτό το μέταλλο, αν πέσει φως επάνω του;» και όταν έπαιρνε την απάντηση, άρχιζε με ξέφρενο ενθουσιασμό, με τα μακριά του, άσπρα μαλλιά, να εξηγεί. Με τις άπειρες γνώσεις του καλού αρχαιολόγου, εξήγησε εκείνο το βράδυ, γιατί στο μύθο αναφέρονταν ένα φως, που έβγαινε από τη σπηλιά. 

Και όταν αυτός σταμάτησε και μείναμε όλοι στη σιωπή και στην έκσταση, πήρε ο άλλος τη λύρα του και κουνώντας τα μακριά του, τα σγουρά μαλλιά, άρχιζε να αυτοσχεδιάζει!!

Εσύ κοίταζες τη φωτιά. Την έκαιγες με τα μάτια σου. Τα όμορφά σου μάτια.

 Και γω κοίταζα εσένα.

 Και καιγόμουνα.

Σήμερα θέλω να σου μιλώ. Σήμερα, που κάνει κρύο.

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Δανιήλ


Ιστορία 6




Όταν φτάσαμε επί τέλους σην Ελλάδαν, μας πήγαν σην Καλαμαρίαν. Εκεί έτον τσαμούρια…Τι κρίμα που δεν έμαθα ποτέ ποντιακά!

Ποιος  ξέρει κάτω από πόσους τόνους «κρίματα» κρύβεται ο λόγος!

Γιατί οι γλώσσες πάντα μου άρεσαν και στον ήχο της ποντιακής λύρας κάτι μέσα μου βάζει τα κλάματα.
Για τώρα λέω. Τότε όμως, τότε που είχα την ευκαιρία να μάθω τη γλώσσα- τη διάλεκτο- να απολαύσω το τραγούδι, να χορέψω ποντιακά, δεν το έκανα. Γιαγιά. Μια κοντούλα λεμονιά! Με τα κατάμαυρα λαμπερά μαλλιά που φτάναν ολόισια μέχρι τη μέση της. Με τη μεγάλη μύτη, που μόνη εγώ από όλα τα παιδιά και τα εγγόνια της κληρονόμησα! Με μαύρο τσεμπέρι! Με τέσσερις κόρες. Με εξορίες στα όμορφα ελληνικά νησιά. Με νεκρούς. Με ματιά που πέρναγε το κρανίο κι έψαχνε στους λαβύρινθους του εγκεφάλου σου. Με το όνομα της θεάς του έρωτα, που το δικαιούμουν ως δεύτερη κόρη της κόρης της, της δεύτερης από τις τέσσερεις. Που όμως δεν το πήρα γιατί η νονά που μου διαλέξανε είχε άλλα στο μυαλό της.

Ξύπνια γυναίκα. Δυνατή, βράχος.

Όταν λοιπόν νινί φτάσαμε «σην Ελλάδαν» μας πήγαν στην Καλαμαριά. Εκεί ήταν αποθήκες και μας έβαλαν μέσα. Δίπλα στη θάλασσα. Κρύο, υγρασία.

Είχε τα τρία μικρά αδερφάκια της μαζί. Δεν έμαθα γιατί δεν είχε γονείς. Θεωρούνταν πεθαμένοι στο παιδικό μου κεφάλι, έτσι ως μεγάλοι, που μπορούν να πεθάνουν και να κάνουν ότι θέλουν. Ο μπαμπάς της, έλεγε, δεν ήξερε τι δουλειά έκανε, φορούσε όμως μια στολή, με παπάχια!! Τι ήταν πάλι αυτά τα παπάχια; Προσπαθούσαμε να βγάλουμε άκρη, όλοι μαζί, κι αυτή μαζί. Καταλήξαμε ότι ο πατέρας της ήταν αστυνομικός! Ότι και να ήταν δεν ήταν μαζί της στο τεράστιο ταξίδι της προσφυγιάς, το 1922. Ούτε κι η μάνα της ήταν. Πεθαμένη κι αυτή. Αν ήταν ελληνική ταινία του 50, θα γελάγαμε με τόσες συμφορές. Τέλος πάντων, δε ρώτησα γιατί ήρθε μόνη της με τα μικρότερα αδερφάκια της. Μου έφτανε φαίνεται αυτό , ίσως να μην ήθελα να ακούσω κι άλλα. 

Εκείνη λοιπόν τη νύχτα, στη Θεσσαλονίκη, τότε που εγώ ήμουν οκτώ χρονών, είχε αρχίσει την ιστορία με την Καλαμαριά και πως τους στοίβαξαν στις αποθήκες. 

Μόλις είχε κάνει μπάνιο. Στη σκάφη. Δίπλα στην ξυλόσομπα. Κι αφού ξεμπέρδεψε τα κατάμαυρα μαλλιά της, με άφησε να της τα χτενίσω, όπως σπάνια το έκανε, γιατί πάντα βιαζόταν. Όχι όμως εκείνη τη νύχτα. Ήταν κακός χειμώνας και φυσούσε Βαρδάρης έξω. Εγώ ήμουν χαρούμενη γιατί η γιαγιά είχε έρθει από το χωριό να μας δει.

Άρχισε λοιπόν να λέει ότι εκεί στην Καλαμαριά, που τότε ήταν γεμάτη παράγκες και λάσπες, το πρώτο βράδυ που ξάπλωσαν να κοιμηθούν, στο πάτωμα στριμωχτά , το μικρότερο από τα αδερφάκια της που κοιμόταν ανάποδα, στα πόδια της, για να χωράνε, όλη νύχτα έκλαιγε και της ζητούσε να κοιμηθεί δίπλα της. Ο Δανιήλ. Πρώτο πρώτο τον έλεγε όταν μου ζήταγε να γράψω σε ένα χαρτί τα ονόματα των πεθαμένων της, να τα δώσει στον παπά να τα διαβάσει. Σώπα και κοιμήσου, του φώναζε στα τούρκικα. Γιατί ελληνικά δεν ήξερε. Ούτε καν ποντιακά. Πολλά χρόνια μετά, στη Φολέγαντρο, ένας σύντροφος δάσκαλος, της έμαθε τα γράμματα κι εγώ- πολύ αργότερα- στα οκτώ μου, απέκτησα την πρώτη μου μαθήτρια. Το βιβλίο μου, με την Άννα και το Μίμη και το να ένα μήλο και το πέτα Άννα το τόπι. Όλα της τάμαθα. Ώσπου μια μέρα της θύμωσα γιατί διάβαζε, κρατώντας το βιβλίο ανάποδα!
Ελληνικά δεν ήξερε, όμως Έλληνες ήταν, Έλληνες. «Το πρωί που ξυπνήσαμε, ο Δανιήλ ήταν παγωμένος». Είδα το γερασμένο της πρόσωπο στο φως της φωτιάς. Από την ξυλόσομπα. Δίπλα στη σκάφη με τα απόνερα. Άκουγα το Βαρδάρη να κλαίει έξω. Τσουχτερό κρύο. Σαλονικιό. Τίποτα δεν έκανε η σόμπα. Πρώτη και τελευταία φορά την είδα να δακρύζει. Αυτή σταμάτησε αλλά εγώ συνέχισα. Είδα την Καλαμαριά μέσα στις λάσπες και στο κρύο. Είδα την ομίχλη. Τον Βαρδάρη να γδέρνει, κι αυτήν με τον Δανιήλ αγκαλιά. Να τον πηγαίνει.
Συνέχισα να της χτενίζω τα μαύρα της μαλλιά, αλλά δεν της είπα αυτά που ήθελα. Ύστερα με τις απότομες κινήσεις της, μου πήρε τη χτένα.