Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

H Ζέστη πύρωνε τη λαμαρίνα


                                               

Η ζέστη πύρωνε τη λαμαρίνα πάνω στο περίπτερο και η μικρή μέσα ίδρωνε και ξίδρωνε.

Αυτό όμως ήταν κάτι που δεν την πείραζε. 

Μάλιστα γελούσε με τον κυρ Γρηγόρη από τα σιδηρικά απέναντι, που υπέφερε από τη ζέστη, ως ευτραφής που ήταν.

 Το κακό τα καλοκαίρια ήταν η μυρωδιά από τα τσίσα στην άσφαλτο. Η ζέστη την έκανε ακόμα πιο έντονη. Όμως ούτε αυτό την πείραζε. Εξ άλλου τι να τα έκανε, αφού της ερχόταν να «πιπίσει» την ώρα της δουλειάς; Αργότερα, όταν μεγάλωσε λίγο και δεν ήθελε πια να τα κάνει στο άδειο ντενεκάκι από τις καλμαλίνες και να τα πετάει στο δρόμο, πήγαινε στην τουαλέτα του ξενοδοχείου απέναντι, στο 19.

Ζέστη λοιπόν αφόρητη.

Καλοκαίρι.

Θεσσαλονίκη.

Παλιά, πολύ παλιά. 

Το περίπτερο έβραζε. Η Εγνατία επίσης. Τα μαγαζιά έκλειναν το μεσημέρι. Ο κυρ Γρηγόρης κατέβαζε τα στόρια, «κεπέγκια» τα έλεγε και άφηνε μισό μέτρο από το πάτωμα να μπαίνει μέσα στο μαγαζί του αέρας. Και κοιμότανε. Ροχάλιζε κι όλα. Τον άκουγε μέσα από το περίπτερο η μικρή και γέλαγε. Τον αγαπούσε τον κυρ Γρηγόρη. Άλλες πάλι φορές τον έβλεπε στο ζαχαροπλαστείο δίπλα τους, όπου αγόραζε ένα μεγάλο σκεύος παγωτό και ένα μακρόστενο κέικ. Πήγαινε στον κινηματογράφο, στο επόμενο τετράγωνο, προς το Βαρδάρη και αφού τα έτρωγε καλά καλά, έπαιρνε ένα υπνάκο μέχρι να ξανανοίξουν τα μαγαζιά.

 Ήταν χρόνια γείτονες. 

Αυτή στο περίπτερο, αφού είχε περάσει το τεστ που πρότεινε ο ίδιος στη μαμά της: είχαν στείλει κάποιον άγνωστο να ψωνίσει. Η  μαμά δήθεν μιλούσε με τον κυρ Γρηγόρη μέσα στο σιδεράδικο. Ο άγνωστος ζήτησε ν’ αγοράσει μία τσίχλα. Ήταν το καλοκαίρι που είχε τελειώσει τη δευτέρα δημοτικού. Καθόταν στην καρέκλα του περιπτέρου και περίμενε να πουλήσει κάτι. Έρχεται λοιπόν ο «πελάτης». Παίρνει μία τσίχλα, φυλλαράκι. Πενήντα λεπτά. Μισή δραχμή. Δίνει πεντακοσάρικο. Και παίρνει τα ρέστα του.

Τα σωστά ρέστα.

Αυτό ήταν, το πέρασε το τεστ. 

Τώρα, η μάνα θα μπορούσε να πηγαίνει σπίτι τα μεσημέρια, να κλείνει λίγο τα μάτια της, να ξεκουράζεται. Από τις έξι το πρωί, εκεί. Μέχρι τις δύο τη νύχτα.
 
 Κεντρικό, βλέπεις, το περίπτερο. Και έπρεπε να κάθεται μέχρι αργά.

Όσο ζούσε ο πατέρας της, το κράταγε ανοιχτό όλη νύχτα. Ώσπου, μια απ’ αυτές τις νύχτες, εκεί που μίλαγε με έναν φίλο του, έφυγε από αυτόν τον κόσμο. Εκεί, μέσα στο περίπτερο.

Άρχισε να βοηθάει λοιπόν να συνεχίσουν. Και δε μετάνιωσε ποτέ γι αυτό. Τέλειωσε το πανεπιστήμιο και το περίπτερο περίπτερο.

Ήταν το καλύτερο σχολείο.

 Και τι δεν είδε! 

Και τι δεν έζησε! 

Από τα τρακτέρ που κατέβαζαν οι αγρότες στην πόλη και τις επιθέσεις της αστυνομίας με τα δακρυγόνα, μέχρι την Μαρίνα με τη μίνι φούστα και τις ψηλοτάκουνες κόκκινες γόβες που στεκόταν με τις ώρες στην είσοδο του 21. Η μία γόβα πάντα να πατάει στη σιδερένια πόρτα. Τελικά πάντα ερχόταν ένας ξάδερφός της –όπως της είχε πει η μάνα η γλυκιά- και πήγαιναν πάνω, στον τέταρτο. Σε μια σοφίτα στην ταράτσα.

 Εκεί που ανέβαινε κι αυτή, όταν ο καπνός από τα καπνογόνα δεν αντέχονταν στο δρόμο. 

Στην ταράτσα.

 Εκεί που έπαιζε  καουμπόηδες και ινδιάνους με δύο άλλα παιδάκια που έμεναν στην πολυκατοικία.

 Στο 21. 

Και ο πατέρας του αγοριού, του Μάκη, του έλεγε «Βλέπεις η μικρή της περιπτερούς; Όλο διαβάζει. Και δουλεύει και διαβάζει» Ο κυρ Θύμιος, κάποια φορά είδε τη μικρή να κοιτάει τα βιβλία που είχε ξαπλώσει κυριολεκτικά, στο πεζοδρόμιο ο βιβλιοπώλης στην Κολόμβου, και της αγόρασε το πρώτο της βιβλίο. 

Το επέλεξε μόνη της. 

« Χωρίς Οικογένεια»  του Έκτορος Μαλό. 

Ακόμη το ξεφυλλίζει καμιά φορά και διαβάζει τα παιδικά γραμματάκια «Χαρισμένο από τον κυρ Θύμιο, Θεσσαλονίκη, 17 Απριλίου 1968». 

Από τότε, έκανε το ίδιο στα χιλιάδες βιβλία που αγόρασε μόνη της. Θεσσαλονίκη, Ρέθυμνο, Σπέτσες, ξανά Ρέθυμνο, Αθήνα, Λονδίνο και ένα σωρό ξένες πόλεις που επισκέφτηκε εκ των υστέρων και ένα σωρό ημερομηνίες.

Πάντως όταν έκανε ζέστη και πύρωνε η λαμαρίνα, τα μεσημέρια, όπως και σήμερα, έβγαζε την τεράστια καρέκλα έξω. Στη σκιά. Και καθόταν εκεί, διαβάζοντας ένα περιοδικό. Τα διάβαζε όλα: Το Ρομάντζο, το Ντόμινο, το Φαντάζιο, όλα.

Και τις εφημερίδες.

Αλλά τα αγαπημένα της ήταν τα κόμικς. Μίκυ Μάους, Τσιπ και Ντέηλ και αυτά.

Η Μικρή Λουλού, το πιο αγαπημένο. 

«Αχ πόσο θα ήθελα να ήμουν σε ένα ασανσέρ, που να ήταν γεμάτο με Μικρή Λουλού και να ανεβοκατέβαινε και γω να διάβαζα»!

Αυτήν τη φορά, έξω στη σκιά διάβαζε το καινούριο τεύχος Μικρή Λουλού.

Δεν την ένοιαζε η ζέστη. 

Ήταν πολύ χαρούμενη που ήταν Τρίτη και είχε κυκλοφορήσει το καινούριο. 

Πελάτης. 

Πάντα χαμογελούσε κι ας την διέκοπταν από το αγαπημένο.

 Ο άντρας ήταν κι αυτός χαμογελαστός. Ψηλό παλληκάρι. Συμπαθητικό.

 -Γεια σου. Είμαι ο γιος του αφεντικού και ήρθα να πάρω το νοίκι.

- Α, γεια σας. Τώρα όμως η μαμά μου πήγε σπίτι να ξεκουραστεί.

-Ναι, αλλά ο πατέρας μου είπε ότι πρέπει να μου δώσετε το νοίκι τώρα.

Η μικρή σκέφτηκε πως έπρεπε να το κάνει αυτό μόνη της. 

Άρχισε να μετράει τα χρήματα από το ταμείο.

Όλα.

Τα κατοστάρικα, πενηντάρικα, μετά τα εικοσάρικα με τον Κωνσταντίνο και την Άννα Μαρία. Έφτασε μέχρι τις δραχμές και όταν είδε και δεν συμπληρώνονταν το ποσό, έβαλε τα κλάματα. Ο γιος, της είπε ότι δεν πειράζει. 

Τα πήρε.

Έφυγε.

-Μαμά πλήρωσα το νοίκι.

-Τιιι;

-Ήρθε ο γιος του αφεντικού και του έδωσα το νοίκι για το περίπτερό μας.

Τα όμορφα της μάτια θυμόταν στην υπόλοιπη ζωή της, από εκείνη τη στιγμή. Το πρόσωπό της. Τα ξανθά μαλλιά της, που έμοιαζαν με την αγαπημένη της πάστα. Τον πόνο που προσπάθησε να κρύψει.

 Δεν τη μάλωσε καθόλου. 

-Μα δεν έχει γιο, ο κύριος Σταματίου!

Μετά, μια ζεστή αγκαλιά. 

Μια ζεστή αγκαλιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου