Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Σήμερα, θέλω να σου μιλώ.






Σήμερα το βράδυ θα σου μιλώ. Δεν με νοιάζει, που δεν ακούς. Εξ άλλου δεν ήσουν και ποτέ καλός ακροατής. Εντάξει, τελευταία, ναι. Άκουγες. Και όπως πάντα, το παράκανες. Ή του ύψους ή του βάθους. Πάντα.

 Δε θα σε περιγράψω. Μη σε νοιάζει. Πάντα, δε σε προστάτευα;

Να σου μιλάω θέλω. Μόνο αυτό. Την «ιστορία» με τη σειρά,  δε θα την πω. Είναι όμορφη, πολύπλοκη και γω ανεπαρκής.

Τα νέα μου, πρώτα. Τρία χρόνια και δυο μήνες μετά. Και μια μέρα. Λες και ήταν η χθεσινή μέρα. Δε λυπάμαι, που έφυγες έτσι ξαφνικά. Ούτε σου είμαι θυμωμένη πια.
Και αν θέλεις να ξέρεις, η μυρωδιά από το πουκάμισό σου, έχει φύγει. Πάνε δύο χρόνια, τώρα.
Μπορεί να σε σκέφτομαι ακόμα, αλλά περνάει και μία ολόκληρη ώρα χωρίς να το κάνω. Βλέπεις, άρχισα να σε ξεχνάω. Δεν είναι δα κι η αγάπη το παν στη ζωή. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα.

Πόσο θα ήθελα να ήξερα που είσαι;

Λοιπόν, αυτά τα τρία χρόνια, αποφάσισα να μεγαλώσω. Σταμάτησα από τη δουλειά, που λατρεύω. Ευτυχώς η «κρίση» βοηθάει μην πάθω κρίση! Χιούμορ, είδες; Κι αυτό το μπορώ!

 Τα παιδιά σπουδάζουν. Μη νοιάζεσαι. Το σπίτι καλά κι αυτό. Έβαλα και τη σόμπα. Την ξυλόσομπα, από το υπόγειο.

Διαβάζω πολύ. Φιλοσοφία, κυρίως. Τίποτα. Καμία άκρη. Ψυχολογία. Τέλος πάντων. 
Διαβάζω κι επιβιώνω.

Δεν παρέδωσα τα όπλα. Όταν περπατάω στην πόλη, μπορώ και βλέπω τις ομορφιές. Κατάλαβα, γιατί οι αγαπημένοι μου ιμπρεσσιονιστές, ζωγράφιζαν το ίδιο τοπίο σε διαφορετικές ώρες κι εποχές. 

Προσπαθώ να κρατήσω τις στιγμές, με τις φωτογραφίες. 

Να μικρύνω τον πόνο μου, με «κοινοποιήσεις» στα φέισμπουκ!
Δε με νοιάζει, που δεν τα εγκρίνεις. Εγώ επιζώ έτσι, αν θες να ξέρεις.

Ακούω μουσική και ταξιδεύω. 
Όχι απαραίτητα, στο παρελθόν.

 Σήμερα θυμήθηκα, τις νύχτες στον Ψηλορείτη! Στη Νίδα. Πριν πολλά πολλά χρόνια. 

Τότε που ο χωρισμός φάνταζε να εξαρτάται μόνο από μας! 

Πώς θα επιβίωνε το ανθρώπινο είδος αν δεν υπήρχε αυτή η ιδιότητα-αλαζονία;- του ανθρώπου; Του νέου ανθρώπου.

 Ο έρωτας κι ο θάνατος.

Τότε που δεν καταλάβαινα πώς κάποιοι λόγιοι έβαζαν αυτά τα δυο μαζί.
Ως τι; 
Καταλάβαινα, ως ένα δίδυμο πολύ δυνατό. Αλλά μέχρι εκεί.
Έπρεπε να τα βιώσω. Τα πιο δυνατά.

Τι χαζά; Αγάπες, λουλουδάκια και όνειρα; Χα χα ! Για παιδάκια; Θυμάσαι που σου τραγούδαγα «Ας τους κακούς, φως μου, μην τους ακούς, είναι όνειρο η ζωή μας και περνά…»; « Μια χούφτα φως στα ματάκια σου μπρος, κι η ζωή μας ξεκινά».

Θέλω ακόμα να ξέρεις, πως μπορώ και απολαμβάνω εκτός από την ομορφιά στη φύση και στην τέχνη και τα πιο απλά.
Τα καθημερινά.

Θυμάσαι που χόρευα μόνη μου το “ I will survive”?

Και μετά πήραμε τη γάτα μας και το τρίκυκλο και ανεβήκαμε τον Ψηλορείτη. Να ζήσουμε.

Εκεί θυμήθηκα σήμερα.

 Τις μαύρες νύχτες με τα άπειρα αστέρια και μια φωτιά στη μέση.

Τη λύρα. Μουσική απόκοσμη.

Ο Σ. να μιλάει για τη σπηλιά και το Δία.
Για το εύρημα εκείνης της ημέρας, που ήταν ένα ορυκτό σε κείνο το σημείο της σπηλιάς, που μια συγκεκριμένη εποχή , μια συγκεκριμένη ώρα το φως του ήλιου το έκανε να λάμπει! Κι έτσι μες την πρωτοφανή για μένα σιωπή -“city girl”- σε ρώταγε « Λάμπει αυτό το μέταλλο, αν πέσει φως επάνω του;» και όταν έπαιρνε την απάντηση, άρχιζε με ξέφρενο ενθουσιασμό, με τα μακριά του, άσπρα μαλλιά, να εξηγεί. Με τις άπειρες γνώσεις του καλού αρχαιολόγου, εξήγησε εκείνο το βράδυ, γιατί στο μύθο αναφέρονταν ένα φως, που έβγαινε από τη σπηλιά. 

Και όταν αυτός σταμάτησε και μείναμε όλοι στη σιωπή και στην έκσταση, πήρε ο άλλος τη λύρα του και κουνώντας τα μακριά του, τα σγουρά μαλλιά, άρχιζε να αυτοσχεδιάζει!!

Εσύ κοίταζες τη φωτιά. Την έκαιγες με τα μάτια σου. Τα όμορφά σου μάτια.

 Και γω κοίταζα εσένα.

 Και καιγόμουνα.

Σήμερα θέλω να σου μιλώ. Σήμερα, που κάνει κρύο.

1 σχόλιο: