Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Στη γιαγιά Αφροδίτη.



Κρατούσε τον μικρό Ηλία αγκαλιά, σφιχτά όλη νύχτα. Μικρή η αγκαλιά αλλά γερή, σαν της μάνας της. Το καράβι τώρα κούναγε όλο και πιο δυνατά. Αυτή, αν και έντεκα χρονών δεν έκλαιγε πια. Μέρες τώρα δεν έκλαιγε πια.

Όταν ξεκίνησαν «ασήν πατρίδαν», έτρεχε πίσω από τους θείους της. Όλοι οι μεγάλοι,  αναστατωμένοι μάζευαν πράγματα και φώναζαν. Δεν καταλάβαινε τι γινόταν και γι αυτό έτρεχε από πίσω τους και έκλαιγε.

 «Έφο, τα χρυσαφικά της μάνας σου τα πήρες;» τη ρώταγαν.

«Πού είναι η μάνα μου;» ρώταγε αυτή.

Αυτοί ρωτούσαν για τα χρυσαφικά, τις λίρες και αυτή ρωτούσε για τη μάνα και τον πατέρα της. Όταν πια είδε τους μεγάλους να φεύγουν, φώναξε τα μικρά αδέρφια της και χωρίς να κοιτάξει το αρχοντικό που άφηνε πίσω, ακολούθησε το τσούρμο που έφευγε πανικόβλητο. Πήρε τον μικρό Ηλία αγκαλιά και τα άλλα δύο τής φώναζαν , «Θέλω τη μαμά, πού είναι η μαμά;» όπως φώναζαν τις τελευταίες δύο μέρες, όταν κουρασμένα απ’ το παιχνίδι γύριζαν στο σπίτι. Τώρα όμως η Έφο καταλάβαινε ότι «το κακό» - χωρίς να μπορεί να το προσδιορίσει - είχε γίνει και έτρεχε πίσω από τους θείους και όλους τους χωριανούς που έφευγαν. 

Σταμάτησε να κλαίει, όχι όταν την έσπρωχναν απ’ όλες τις μεριές για να μπουν σ’ ένα καράβι, αλλά όταν νύχτωσε πια και καθισμένη στο κατάστρωμα, στριμωγμένη ανάμεσα σε μια γριά μαυροφόρα που μοιρολογούσε στα τούρκικα και το μεγαλύτερο απ’ τ’ αδέρφια της τον Γιώργη, έσφιγγε τον μικρό ξανθομάλλη αδερφό της στην αγκαλιά της και προσπαθούσε με το παιδικό της μυαλό να ξεκαθαρίσει αυτό που συνέβαινε σ’ αυτήν την ίδια, στην οικογένειά της και στον κόσμο γύρω της.

Κανένας δε μιλούσε. Οι πιο πολλοί είχαν κουρνιάσει και με τα μάτια ορθάνοιχτα κοίταγαν το σκοτάδι. Μόνο κάτι παιδιά έκλαιγαν. Όταν ξύπνησε ένιωσε τον Ηλία στην αγκαλιά της παγωμένο. Τον σκέπασε με τη ζακέτα της και κοίταξε τα δύο μικρά που κοιμόνταν δίπλα της. Τότε ήταν που είχε αρχίσει να κουνάει το καράβι γερά. Σε λίγο οι πιο πολλοί ξέρναγαν ή βογκούσαν μες τη νύχτα.

 Η Έφο έβλεπε μπροστά της το σκοτάδι της θάλασσας και φανταζόταν ένα τεράστιο στόμα από το τέρας του παραμυθιού. Έκανε και θόρυβο το στόμα. Και έτρωγε και έφτυνε. Έτρεμε απ’ το φόβο της. Και απ’ το κρύο. Και αυτός ο Ηλίας στην αγκαλιά της, πάγος! Του έτριψε τα χεράκια . Τίποτα. Ξαφνικά και ενώ ένιωθε το στομάχι της να γυρίζει ανάποδα ένα τεράστιο κύμα ήρθε επάνω τους και τους συνέφερε όλους. Φωνές, κλάματα, η μυρωδιά από τα ξεράσματα και το μαύρο σκοτάδι!

Κρατούσε τον μικρό Ηλία αγκαλιά, σφιχτά όλη νύχτα. Μικρή η αγκαλιά αλλά γερή, σαν της μάνας της. Το καράβι τώρα κούναγε όλο και πιο δυνατά. Αυτή, αν και έντεκα χρονών δεν έκλαιγε πια. Μέρες τώρα δεν έκλαιγε πια.

Όταν ξύπνησε απ’ το φως της ημέρας, η αγκαλιά της άδεια. Τον Ηλία δεν τον ξαναείδε. Δεν έμαθε ποτέ τι έγινε. Όπως και με τους γονείς της. Την επόμενη μέρα μούσκεμα από τη θάλασσα, στεγνοί από δάκρυα έφτασαν στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, ένα βαλτότοπο τότε, το 1922. Πρόσφυγες!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου