Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Jose Saramago




Ζοζέ Σαραμάγκου (Jose Saramago)   (1922-2010)

Ο Πορτογάλος Νομπελίστας που όταν κατακρίθηκε για απαισιοδοξία απάντησε, «Δεν είμαι εγώ απαισιόδοξος, Είναι ο κόσμος απαίσιος.»

1.  Περί Τυφλότητας (Blindness) - 1995

2. Το Ακριβές Αντίγραφο (The Double) - 2002

3. Περί Φωτίσεως (Seeing) -2004



Σπάνια έχω διαβάσει τρία βιβλία του ίδιου συγγραφέα, στη σειρά. Ακόμα σπανιότερα έχω διαβάσει βιβλία που δεν αναφέρονται σε μια ρεαλιστική κοινωνία. Όμως αυτή τη φορά διάβασα το


 1. The Double


  και αναίρεσα τον κανόνα μου. Το διάβασα στην αγγλική του μετάφραση -που μου φάνηκε πολύ καλή. Αναφέρεται στην ιστορία ενός απλού καθηγητή της Ιστορίας, του Tertuliano Maximo Afonso, ο οποίος ζει μια ήσυχη ζωή μέχρι που ένας συνάδελφός του τού δίνει μια βιντεοκασέτα, όπου βλέπει το πανομοιότυπό του να παίζει έναν δευτερεύοντα ρόλο στην ταινία. Εδώ αρχίζει η  περιπέτεια για τον ήρωα, να ψάξει να βρει το όνομα του ηθοποιού που τού μοιάζει απόλυτα και να τον συναντήσει οπωσδήποτε, να δει τι συμβαίνει. Μετά από μεγάλη προσπάθεια και ψέματα καταφέρνει να βρει πραγματικό όνομα και το τηλέφωνο του ηθοποιού, - Antonio Claro - και μιλάει με τη γυναίκα του, η οποία νομίζει ότι είναι ο άντρας της. 


Είναι πολύ ευχάριστο το ιδιαίτερο στυλ του Σαραμάγκου, όσον αφορά τα σημεία στίξης, κάτι που υπάρχει και στα επόμενα δύο έργα του. Βάζει κόμμα αντί για τελεία και για την αλλαγή προσώπου στους διαλόγους του  χρησιμοποιεί απλά κεφαλαίο γράμμα. Καθόλου ερωτηματικά στις ερωτήσεις του! 


Στο τέλος της ιστορίας υπάρχουν ισχυρές ανατροπές, σχετικά με το θέμα του σωσία και τι μπορεί αυτό να σημαίνει στη ζωή κάποιου ανθρώπου. Γιατί μπορεί να είναι πανομοιότυποι στα φυσικά χαρακτηριστικά οι δυο ήρωες, όχι όμως και στον χαρακτήρα, πράγμα που δημιουργεί επιπλέον προβλήματα και στους δύο.
 

 Διάβασα  και το 


2.  Περί Τυφλότητας (Blindness)



σε πολύ καλή ελληνική μετάφραση, από τη βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου, το οποίο μου φάνηκε ακόμα πιο ενδιαφέρον όσον αφορά στην ιστορία-πλοκή του αλλά και στη δομή του.


Εδώ, έχουμε μια ξαφνική επιδημία τυφλότητας σε όλο τον πληθυσμό μιας μεγάλης πόλης που δεν έχει όνομα, εκτός από μια γυναίκα η οποία βοηθάει όσο μπορεί την κατάσταση, που γίνεται ακόμα χειρότερη, όταν για λόγους αποτροπής της εξάπλωσης της μεταδοτικής αυτής μάστιγας που οδηγεί στην τύφλωση, η κυβέρνηση διατάζει τον εγκλεισμό των πρώτων νοσούντων σε ένα παλιό εγκαταλελειμμένο φρενοκομείο, που φυλάσσεται από το στρατό για να μη δραπετεύσουν οι άρρωστοι. Εκεί καλούνται να οργανώσουν μια νέα κοινωνία και σύντομα διαπιστώνεται ότι όλες οι αξίες του δήθεν πολιτισμένου κόσμου μας εξαφανίζονται και αυτό που επιβιώνει είναι το δίκαιο του ισχυρότερου.


Πολύ ενδιαφέρον θέμα, με ήρωες που δεν έχουν ονόματα, αλλά μια περιγραφή του ρόλου τους όπως για παράδειγμα, ο πρώτος τυφλός, το αγόρι με το στραβισμό, η νεαρή γυναίκα με τα σκούρα γυαλιά κλπ.


Τελειώνει με μια αναφορά στην μεταφορική τυφλότητα του ανθρώπου και εκφράζεται με ένα διάλογο που θα μπορούσε να λείπει και να είναι ο προβληματισμός του αναγνώστη στο τέλος της αναγνωστικής του εμπειρίας: 


« Γιατί τυφλωθήκαμε, Δεν ξέρω, ίσως μια μέρα να καταφέρουμε να μάθουμε το λόγο, Θέλεις να σου πω αυτό που νομίζω, Λέγε, Νομίζω ότι δεν τυφλωθήκαμε, νομίζω ότι είμαστε τυφλοί, Τυφλοί που βλέπουν, Τυφλοί που δεν βλέπουν, κι ας βλέπουν.»




και χωρίς να έχω καταλάβει ότι το παρακάτω βιβλίο έχει κάποια σχέση με το προηγούμενο, διάβασα και το 


3. Περί Φωτίσεως (Seeing)



Γραμμένο 9 χρόνια μετά το Περί Τυφλότητας, έχει αναφορές στους ήρωες του και μάλιστα μια συνέχεια της ιστορίας τους!


Το θέμα του πάλι μη ρεαλιστικό -ευτυχώς;- σε μια φανταστική μεγάλη πρωτεύουσα, γίνονται εκλογές και πρώτη δύναμη αναδεικνύεται το λευκό με ποσοστό 70%, η εκλογική αναμέτρηση επαναλαμβάνεται και την επόμενη Κυριακή και το ποσοστό των λευκών ανέρχεται στο 80%! 


Η τιμωριτική λύση που σκέφτεται η κυβέρνηση είναι να υποχρεώσει όλο τον κρατικό μηχανισμό να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα και να μετακομίσουν σε διπλανή πόλη. Αφού αποκλείσουν τους κατοίκους  στην επαναστατημένη  πόλη όπως την θεωρεί ο πρόεδρος και απαγορευτεί η έξοδος οποιουδήποτε από αυτήν, όλη η κυβέρνηση μαζί με τα αρχεία και ότι άλλο χρειάζονται φεύγουν κρυφά μες τη νύχτα. Όμως…


Αργότερα, μυστικοί αστυνομικοί θα εισχωρήσουν στην απομονωμένη πόλη με σκοπό να ανακαλύψουν τους υποκινητές του «κινήματος», αν και οι κρατούντες περιμένουν ότι χωρίς αστυνομία θα επέλθει καταστροφική αναρχία και αλληλοεξόντωση πολύ σύντομα. 


Παρακολουθούμε όλη τη διαφθορά των πολιτικών  και την έλλειψη διαφάνειας στον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται το όλο θέμα. Παρόλα αυτά,  φαίνεται να υπερισχύει ένα αισιόδοξο μήνυμα, με τους κατοίκους της πρωτεύουσας να τα καταφέρνουν χωρίς τις αρχές, σε αντίθεση με ότι συνέβη στη άλλη έγκλειστη κοινωνία στο Περί Τυφλότητας.  Θα συνεχιστεί όμως;


Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Κοσμόπολις, Ντον ΝτεΛίλλο












Don DeLillo,
Cosmopolis



O Ντον ΝτεΛίλλο (Don DeLillo), γεννημένος το 1936 στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης από γονείς Ιταλούς μετανάστες, θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή αμερικανούς λογοτέχνες. 


Το βιβλίο του “Cosmopoilis”, γράφτηκε το 2003 αλλά αναφέρεται στο 2000,  ( πριν την εντεκάτη του Σεπτέμβρη 2001) και είναι το 13ο μυθιστόρημά του.


Παλιότερα είχε πέσει στα χέρια μου ένα άλλο βιβλίο του συγγραφέα, «Τα Ονόματα». Διαδραματίζεται στην Ελλάδα μετά τη δικτατορία των συνταγματαρχών, το οποίο δεν μ’ ενθουσίασε έως και με κούρασε. Όμως με το που άρχισα – προκατειλημμένη, δεν το κρύβω – το «Κοσμόπολις», ανταμείφτηκα από όλες τις απόψεις. Τα θέματα που κυριαρχούν – τεχνολογία, εξουσία, δύναμη του χρήματος, η ηθική του χρήματος, σεξ, βία – θα μπορούσαν να αποτελέσουν από μόνα τους ένα δοκίμιο, αλλά σε συνδυασμό με την ιστορία  του 28χρονου πολυεκατομμυριούχου Έρικ Πάκερ που κυκλοφορεί με την άσπρη λιμουζίνα του σε όλο το Μανχάταν, από το πρωί μιας Απριλιάτικης μέρας μέχρι τα ξημερώματα της επομένης, δένουν σε ένα συναρπαστικό συνοπτικό μυθιστόρημα. 


Από την αρχή του βιβλίου ο συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί ότι ο αντι-ήρωάς του δεν θα έχει αίσιο τέλος. Είναι φανερό από την αλαζονεία με την οποία αντιμετωπίζει σχεδόν τα πάντα που συναντάει στο δρόμο του – το ατέλειωτο μποτιλιάρισμα λόγω  της επίσκεψης του Προέδρου της χώρας, την κηδεία-σόου ενός διάσημου ράπερ, την τυχαία συνάντησή του με την γυναίκα που παντρεύτηκε πριν μερικές μέρες και που δεν την γνωρίζει σχεδόν καθόλου πέρα από το γεγονός ότι είναι πάμπλουτη και «κακή» ποιήτρια. Μέσα στην λιμουζίνα του δέχεται τις επισκέψεις συνεργατών του και κάνει την καθημερινή (!) του κολονοσκόπηση παρουσία συνεργάτιδός του, αλλά κυρίως παρακολουθεί την τιμή του γιεν στα χρηματιστήρια, το οποίο αγοράζει συνεχώς και που τελικά θα τον καταστρέψει. Δεν δέχεται ότι νικήθηκε στον τομέα που διέπρεψε και τον έκανε πάμπλουτο και αφήνεται.


Έχει γυριστεί και σε ταινία την οποία δεν έχω δει, και μάλλον δεν θα δω μιας και έχω δημιουργήσει στο μυαλό μου τις δικές μου εικόνες διαβάζοντας το βιβλίο και μου φτάνουν. Εξ άλλου πώς να μεταφερθεί σε εικόνα η μεγάλη  επιθυμία του να ζήσει σένα τσιπ ,


"to live outside the given limits, in a chip, on a disk, as data, in whirl, in radiant spin, a consciousness saved from the void". 

Απόλαυσα τη βόλτα στο Μανχάταν, όλες τις εικόνες που "είδα" μέσα στη λίμο και μέσα από αυτήν, αλλά και τον εξωπραγματικό ήρωα του ΝτεΛίλλο, τρελαμένο από το μυαλό του που δεν έλεγε να ηρεμήσει ούτε καν τις νύχτες και που το ήθελε να δουλεύει τόσο γρήγορα όσο και ο καλύτερος υπολογιστής που είχε στο ρολόι του και έδειχνε την εικόνα πριν συμβεί!