Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Η Βέρα



Αν και μεσημέρι έκανε αρκετό κρύο στη Θεσσαλονίκη εκείνη τη μέρα. Φύσαγε ο Βαρδάρης και σε πάγωνε μέσα κι έξω. Θυμάμαι ότι είχα να διαβάσω Φυσική για την επόμενη μέρα και αυτό πάντα με άγχωνε. Δεν ξέρω αν έφταιγε η κυρία Ασημένια ή το μυαλό μου, πάντως την κυρία Ασημένια δεν την καταλάβαινε κανένα κορίτσι στο Τρίτο Θηλέων. Και να φανταστείς ότι ήμουν από τις καλύτερές της μαθήτριες. Την ημέρα όμως εκείνη το άγχος για τη Φυσική επισκίαζε κάτι άλλο.

Η υπέροχη μορφή του εκεί στο παράθυρο του περιπτέρου, καδραρισμένη. Ψηλός, μελαχρινός –έφερνε τα μαλλιά του ανάποδα για να καλύπτει μια πρώιμη φαλακρίτσα που εννοείται ότι εγώ τότε δεν είχα προσέξει. Όμορφος άντρας, έτσι τουλάχιστον τον έβλεπα εγώ. Τότε, στην εφηβεία μου, βουτηγμένη στη λογοτεχνία. Ερωτευμένη με τη δύναμη που εξέπεμπε, με το χαμόγελό του. Για χρόνια το είχα κρυμμένο στη φόδρα του πορτοφολιού μου. Όταν μια φορά μου κλέψανε την τσάντα, η κλέφτρα, γιατί σίγουρα γυναίκα ήταν, επέστρεψε την τσάντα άδεια με μόνο το φοιτητικό μου πάσο και ένα γραμματάκι πολύτιμο για μένα. Δε φαντάστηκε ότι στη φόδρα είχα την ακόμα πιο πολύτιμη φωτογραφία του. Με αυτό το χαμόγελο.

Ήρθε λοιπόν η υπέροχη μορφή του και με το χαμόγελο χαλασμένο-προσπαθούσε να το κάνει φωτεινό και χαρούμενο- μου λέει, « Να λοιπόν, αφού δεν με ήθελες και γω πήγα και παντρεύτηκα» και χώνει το χέρι του μπουνιά απ’ το παραθυράκι, ξεπαρθενεύοντας την ψυχή μου. Στο δάχτυλο γυάλιζε η βέρα, χρυσή χρυσή. 
Χρόνια πολλά μετά που παντρεύτηκα, δε φόρεσα ποτέ βέρα.
Χαμογέλασα παιδικά και ανέμελα, έτσι το ήθελε. Όταν μιλούσαμε τόσον καιρό, για χίλια δυο άσχετα πράγματα κάθε που έρχονταν ή έφευγε από τη δουλειά, πλάκα κάναμε. Στην τράπεζα αυτός, στο περίπτερο εγώ.
Πολύ σύντομα κατάλαβε ότι δεν παίζαμε. Δεν ήταν αστείο. Από την πρώτη μέρα άρχισε να με χαιρετάει κρυφά πια. Κάθε που σχόλαγε κι έφευγε με τον συνάδελφό του, σήκωνε το χέρι να φτιάξει δήθεν τα μαλλιά του και με χαιρετούσε. Εγώ τους έβλεπα από πίσω. Καθισμένη στην καρέκλα του περιπτέρου. Ένιωθα δυο φορές ορφανή όταν έφευγε. Δεν ήθελα να σκεφτώ που πάει. Για μένα η ζωή του άρχιζε και τέλειωνε σ’ αυτά τα εκατό μέτρα.

1 σχόλιο:

  1. poly poly glyko kai sygkinhtiko , etsi omws eina i zwh sklhrh kai akardh kai pairnei makria autous pou agapame... kai to mono pou menei pisw einai o romantismos pou mas kynhgaei panta!

    ΑπάντησηΔιαγραφή