Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Δανιήλ


Ιστορία 6




Όταν φτάσαμε επί τέλους σην Ελλάδαν, μας πήγαν σην Καλαμαρίαν. Εκεί έτον τσαμούρια…Τι κρίμα που δεν έμαθα ποτέ ποντιακά!

Ποιος  ξέρει κάτω από πόσους τόνους «κρίματα» κρύβεται ο λόγος!

Γιατί οι γλώσσες πάντα μου άρεσαν και στον ήχο της ποντιακής λύρας κάτι μέσα μου βάζει τα κλάματα.
Για τώρα λέω. Τότε όμως, τότε που είχα την ευκαιρία να μάθω τη γλώσσα- τη διάλεκτο- να απολαύσω το τραγούδι, να χορέψω ποντιακά, δεν το έκανα. Γιαγιά. Μια κοντούλα λεμονιά! Με τα κατάμαυρα λαμπερά μαλλιά που φτάναν ολόισια μέχρι τη μέση της. Με τη μεγάλη μύτη, που μόνη εγώ από όλα τα παιδιά και τα εγγόνια της κληρονόμησα! Με μαύρο τσεμπέρι! Με τέσσερις κόρες. Με εξορίες στα όμορφα ελληνικά νησιά. Με νεκρούς. Με ματιά που πέρναγε το κρανίο κι έψαχνε στους λαβύρινθους του εγκεφάλου σου. Με το όνομα της θεάς του έρωτα, που το δικαιούμουν ως δεύτερη κόρη της κόρης της, της δεύτερης από τις τέσσερεις. Που όμως δεν το πήρα γιατί η νονά που μου διαλέξανε είχε άλλα στο μυαλό της.

Ξύπνια γυναίκα. Δυνατή, βράχος.

Όταν λοιπόν νινί φτάσαμε «σην Ελλάδαν» μας πήγαν στην Καλαμαριά. Εκεί ήταν αποθήκες και μας έβαλαν μέσα. Δίπλα στη θάλασσα. Κρύο, υγρασία.

Είχε τα τρία μικρά αδερφάκια της μαζί. Δεν έμαθα γιατί δεν είχε γονείς. Θεωρούνταν πεθαμένοι στο παιδικό μου κεφάλι, έτσι ως μεγάλοι, που μπορούν να πεθάνουν και να κάνουν ότι θέλουν. Ο μπαμπάς της, έλεγε, δεν ήξερε τι δουλειά έκανε, φορούσε όμως μια στολή, με παπάχια!! Τι ήταν πάλι αυτά τα παπάχια; Προσπαθούσαμε να βγάλουμε άκρη, όλοι μαζί, κι αυτή μαζί. Καταλήξαμε ότι ο πατέρας της ήταν αστυνομικός! Ότι και να ήταν δεν ήταν μαζί της στο τεράστιο ταξίδι της προσφυγιάς, το 1922. Ούτε κι η μάνα της ήταν. Πεθαμένη κι αυτή. Αν ήταν ελληνική ταινία του 50, θα γελάγαμε με τόσες συμφορές. Τέλος πάντων, δε ρώτησα γιατί ήρθε μόνη της με τα μικρότερα αδερφάκια της. Μου έφτανε φαίνεται αυτό , ίσως να μην ήθελα να ακούσω κι άλλα. 

Εκείνη λοιπόν τη νύχτα, στη Θεσσαλονίκη, τότε που εγώ ήμουν οκτώ χρονών, είχε αρχίσει την ιστορία με την Καλαμαριά και πως τους στοίβαξαν στις αποθήκες. 

Μόλις είχε κάνει μπάνιο. Στη σκάφη. Δίπλα στην ξυλόσομπα. Κι αφού ξεμπέρδεψε τα κατάμαυρα μαλλιά της, με άφησε να της τα χτενίσω, όπως σπάνια το έκανε, γιατί πάντα βιαζόταν. Όχι όμως εκείνη τη νύχτα. Ήταν κακός χειμώνας και φυσούσε Βαρδάρης έξω. Εγώ ήμουν χαρούμενη γιατί η γιαγιά είχε έρθει από το χωριό να μας δει.

Άρχισε λοιπόν να λέει ότι εκεί στην Καλαμαριά, που τότε ήταν γεμάτη παράγκες και λάσπες, το πρώτο βράδυ που ξάπλωσαν να κοιμηθούν, στο πάτωμα στριμωχτά , το μικρότερο από τα αδερφάκια της που κοιμόταν ανάποδα, στα πόδια της, για να χωράνε, όλη νύχτα έκλαιγε και της ζητούσε να κοιμηθεί δίπλα της. Ο Δανιήλ. Πρώτο πρώτο τον έλεγε όταν μου ζήταγε να γράψω σε ένα χαρτί τα ονόματα των πεθαμένων της, να τα δώσει στον παπά να τα διαβάσει. Σώπα και κοιμήσου, του φώναζε στα τούρκικα. Γιατί ελληνικά δεν ήξερε. Ούτε καν ποντιακά. Πολλά χρόνια μετά, στη Φολέγαντρο, ένας σύντροφος δάσκαλος, της έμαθε τα γράμματα κι εγώ- πολύ αργότερα- στα οκτώ μου, απέκτησα την πρώτη μου μαθήτρια. Το βιβλίο μου, με την Άννα και το Μίμη και το να ένα μήλο και το πέτα Άννα το τόπι. Όλα της τάμαθα. Ώσπου μια μέρα της θύμωσα γιατί διάβαζε, κρατώντας το βιβλίο ανάποδα!
Ελληνικά δεν ήξερε, όμως Έλληνες ήταν, Έλληνες. «Το πρωί που ξυπνήσαμε, ο Δανιήλ ήταν παγωμένος». Είδα το γερασμένο της πρόσωπο στο φως της φωτιάς. Από την ξυλόσομπα. Δίπλα στη σκάφη με τα απόνερα. Άκουγα το Βαρδάρη να κλαίει έξω. Τσουχτερό κρύο. Σαλονικιό. Τίποτα δεν έκανε η σόμπα. Πρώτη και τελευταία φορά την είδα να δακρύζει. Αυτή σταμάτησε αλλά εγώ συνέχισα. Είδα την Καλαμαριά μέσα στις λάσπες και στο κρύο. Είδα την ομίχλη. Τον Βαρδάρη να γδέρνει, κι αυτήν με τον Δανιήλ αγκαλιά. Να τον πηγαίνει.
Συνέχισα να της χτενίζω τα μαύρα της μαλλιά, αλλά δεν της είπα αυτά που ήθελα. Ύστερα με τις απότομες κινήσεις της, μου πήρε τη χτένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου