Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

ιστορία


Τριβή ίσον θερμότης. Αυτό ήταν το μόνο που έμαθα από Φυσική στο σχολείο. Η καημένη η Χρυσουλίδου δεν τα κατάφερε να μου μάθει περισσότερα. Αυτή για τους δικούς της λόγους μπέρδευε τα λόγια της και δημιουργούσε ανέκδοτα. Όπως όταν σκόνταψε στην έδρα και είπε " Βρε παιδιά, πώς ψήλωσε έτσι αυτή η έδρα;" Στο βάθρο δηλαδή σκόνταψε, στο βάθρο επάνω στο οποίο βρίσκονταν η παντέρμη η έδρα.

Τριβή ίσον θερμότης. Το είχα μάθει κι από μόνη μου πολύ πριν τη Χρυσουλίδου. Τότε που οι χειμώνες ήταν πολύ κρύοι στη Θεσσαλονίκη. Πολλές φορές χιόνιζε και όταν μετά έβγαζε και Βαρδάρη και πάγωνε το χιόνι μπορούσες να γλιστρήσεις πολύ εύκολα. Πόση ψυχούλα μπορεί να είχε ένα μικρό κορίτσι εφτά χρονών που ζύγιζε 25 κιλά επί πολλά χρόνια, ώστε να μην φοβάται το γλίστρημα αυτό; Κουβαλούσε ένα μικρό κυλινδρικό ντενεκεδάκι, μέχρι τη μέση γεμάτο με στάχτη από τη σόμπα κι από πάνω κάρβουνα. Τα σκέπαζε η γιαγιά με στάχτη για να μην σβήσουν. Είχε το ντενεκεδάκι ένα στραπατσαρισμένο σύρμα για χερούλι. Μια πλατιά επίπεδη πέτρα για καπάκι, για να μην καίγεται το χεράκι το κοκαλιάρικο, το μπλαβισμένο.
Πώς μπορούσε και χαμογελούσε και χαίρονταν; 

Μόλις είχε σχολάσει από το σχολείο, τρίτη δημοτικού!
Έφαγε ελάχιστα γιατί ποτέ δεν πείναγε και επίσης ποτέ δεν της άρεσαν τα φαγητά. Στο σπίτι. Ούτε στο εστιατόριο. Μόνο τα γλυκά από το Ζαχαροπλαστείο " Ο Ήλιος". Και το σαλάμι, έτσι την έλεγαν την πάριζα τότε..το '60 στη Θεσσαλονίκη. Μόλις είχε κυκλοφορήσει στα μαγαζιά. Αλλαντοπωλείον " Η Μικρή Ολλανδέζα". Σχεδόν νηστική, με τα κάρβουνα στο κουβαδάκι, με το παλτό το κόκκινο από πρόπερσι, ήταν τυχερή που δεν χόντραινε, δεν ψήλωνε οπότε της έρχονταν μια χαρά. Κόκκινο. Τσόχα! Ξεκινούσε από το σπίτι για το περίπτερο. Στο άλλο χέρι, το αριστερό, τα βιβλία και τα τετράδια. Της τρίτης δημοτικού. Μη φανταστείτε πολλά, κανα δυο. Χαίρονταν. Δεν κρύωνε καθόλου. Όταν σταματούσε για λίγο έτριβε τα δυο χεράκια, το ένα το ξυλιασμένο με το άλλο το ζεστό, "τριβή ίσον θερμότης", ξαναφορτωνόταν αυτά που κουβαλούσε και συνέχιζε. 
Ήξερε καλά τον δρόμο.
Όταν έφτανε στην Αντιγονιδών, άλλος κόσμος. Η αγορά, κόσμος πάνω κάτω, μαγαζιά, περίπτερα. 
Πλησίαζε. 
Χαίρονταν όλο και πιο πολύ. 
Έφτανε.
Η καρδούλα χτυπούσε πιο δυνατά.
Έπαιρνε τη στροφή, έμπαινε στην Εγνατία.
Έστριβε δεξιά προς το Βαρδάρη.
Νάτο.
Το περίπτερό μας.
Το περιπτεράκι μας. 
Η μανούλα μου με το κεφαλάκι προς τη μεριά μου.
Με περιμένει.
Μου χαμογελάει.
Μ' αγαπάει. 
Η γλυκιά μου, η τρυφερή μου μανούλα! 
Ξανθιά, όμορφη, χαμογελαστή.
Μια ζεστή αγκαλιά.

Καθόλου δεν κρύωνα τους χειμώνες αυτούς στη Θεσσαλονίκη. 

Είχα και τα κάρβουνα βλέπεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου