Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Βαρύς άνθρωπος




Κάθε πρωί σηκωνόταν με βαριά καρδιά ο Σωτήρης.
 Κάθε πρωί. 
Τι τον έτρωγε κανένας δεν ήξερε. 
«Είναι βαρύς τύπος».
 Έτσι τέλειωνε το μυστήριο για τις μουτράκλες του.

 Δύο μέτρα άντρας, ο Σωτήρης. Από μικρός δε γέλαγε πολύ. Σπάνια ακόμα χαμογελούσε. Όμορφος άντρας. Σλάβικα χαρακτηριστικά. Φαρδύ πρόσωπο. Καστανά μάτια, λυπημένα. Ούτε κι ο ίδιος ήξερε το λόγο. Δεν ήξερε γενικά πολλά πολλά . Δεν είχε και φίλους. Μόνο κάτι σαν κι αυτόν, που ποτέ δεν μίλαγαν για συναισθήματα κι αυτοί. Στο καφενείο αντάμωναν σχεδόν κάθε απόγευμα, ανάλογα με την εποχή βέβαια, και έπιναν καφέ.
 Ελληνικό, βαρύ γλυκό ο Σωτήρης.
 Στο χωριό έμενε, όμως δεν ήταν χωριάτης.
 Ήξερε από τη ζωή της πόλης. 
Ούτε φτωχός ήταν.
 Όχι πλούσιος.
 Αγρότης, δουλευταράς ήταν.
 Το γυμνάσιο το είχε βγάλει κουτσά στραβά. Δεν του άρεσε να σκοτίζει το μυαλό του με τους χρόνους και τα αρχαία ελληνικά. Ούτε τα νέα ελληνικά δεν του άρεσαν. Ούτε τα μαθηματικά και τ’ άλλα. Γενικά δεν του άρεσε το κλίμα στο σχολείο. Προτιμούσε να ιδρώνει κάτω από τον ήλιο στο χωράφι ή πάνω στο τρακτέρ, αλλά να μην έχει κανέναν πάνω από το κεφάλι του.

Αυτό το πρωί όμως σηκώθηκε πολύ χαρούμενος.
 Ήταν Σάββατο και είχε πάρει την απόφασή του.
 Με το που θα γύριζε στο χωριό η Κατερίνα θα έβρισκε τρόπο να την πλησιάσει και να της πει τέλος πάντων ότι, ότι την αγαπάει και θέλει να την παντρευτεί μόλις τελειώσει τις σπουδές της. Το σκέφτονταν εδώ και λίγο καιρό, τώρα. Αυτός ήταν ο λόγος που όλοι σχεδόν του έλεγαν πως είχε αλλάξει τελευταία.
Έκανε την καθημερινή του ρουτίνα και κατά το μεσημεράκι κάθησε στο τραπέζι με τη μάνα του να φάνε.
 Γεμιστά.
 Δεν θα το ξέχναγε ποτέ.
 Το κάθε τι εκείνης της μέρας το θυμόταν ως τα γεράματά του.
 Και τον ήλιο που ξαφνικά κρύφτηκε και το «Λες να βρέξει;» της μάνας του, και τον κόκκορα που φώναξε μες το μεσημέρι, και αυτόν με τα πιθάρια που φώναζε απ’ έξω από το σπίτι τους την ώρα που έκοβε την πιπεριά και το χαρούμενο βλέμμα της μάνας του που σα να βλεπε κάτι να φωτίζει το όμορφο πρόσωπο του γιου της του μονάκριβου, μετά τον άδικο χαμό του άντρα της πολλά πολλά χρόνια πριν.

Μετά πήγε στην πλατεία κάθισε στην αγαπημένη του θέση και περίμενε.

 Ο πλάτανος ήταν πολύ παλιός και η σκιά του μοναδική. 

Ο βαρύς γλυκός ήρθε χωρίς λόγια. 

Το νερό παγωμένο.

 Η χαρά του πρωτόγνωρη. 

Πρώτη φορά χαίρονταν έτσι στη ζωή του.
 Κάρφωσε το βλέμμα στο νερό απέναντι που έτρεχε από το στόμα του λιονταριού και για πρώτη φορά στη ζωή του άφησε τη φαντασία του ελεύθερη να κάνει όνειρα. Οι εικόνες είχαν μέσα και μωρά και έρωτα και νύχτες και μέρες.
 Όταν κοίταξε το μεγάλο ρολόι στο απέναντι καφενείο είδε ότι είχε επιτέλους φτάσει η ώρα που θα την έβλεπε να κατεβαίνει από το λεωφορείο, να του χαμογελάει με τα πονηρά της μαύρα μάτια και να παίρνει το δρομάκι απέναντι για το σπίτι της. Στην άλλη μεριά από το δικό του. Αυτός όμως είχε κανονίσει να τη συναντήσει το βραδάκι όταν θα έβγαινε βόλτα να πάει στη φίλη της που δεν είχε βγάλει τις δικές της μονάδες στις πανελλήνιες.
Νάτο το λεωφορείο, άκουγε τη μηχανή του να ανεβαίνει λαχανιάζοντας. 
Σταμάτησε όπως πάντα δίπλα στο καφενείο.
 Κατέβηκαν δυο χωριανοί. 
Η πόρτα έκλεισε. 
Ταράχτηκε ο Σωτήρης.
 Τι έγινε;
 Το Κατερινάκι έρχεται κάθε Σάββατο στο χωριό.
 Ελπίζω να μη βρήκε κανένα συμφοιτητή της εκεί στη πόλη. 
Αχ και δεν της μίλαγε από το προηγούμενο Σάββατο!
 Αχ.
Τράβηξε για το σπίτι και για πρώτη φορά αποφάσισε να ξαπλώσει τέτοια ώρα.
 Για πρώτη φορά.
 Γιατί όλες οι κακές σκέψεις έρχονταν στο μυαλό του.
Ξάπλωσε στο σαλόνι μιας και η μάνα του έλειπε και άνοιξε την τηλεόραση, στο τοπικό κανάλι ως συνήθως. Θυμόταν την είδηση μισή όπως την άκουσε για μια διάρρηξη με φόνο και για το άτυχο το θύμα.
 Τον πήρε ο ύπνος και τον ξύπνησαν οι φωνές της μάνας του απ’ έξω από το σπίτι που μιλούσε με τη γειτόνισσα.
 « Μα τι λες βρε Ματίνα;» , « Όφου, όφου! Αλίμονο στη μάνα της.» ,« Το  κακό που βρήκε το χωριό μας. Εμείς δεν ξέρουμε από τέτοια, εδώ.» , « Το καημένο το Κατερινιώ μας».

Ο Σωτήρης δε μίλησε ποτέ σε κανέναν.

Ούτε όμως και ξαναχαμογέλασε ποτέ σε κανέναν. 

Βαρύς άνθρωπος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου