Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Ο κύριος Μυσιρλής




Ο κύριος Μυσιρλής





Άκουγα το βήχα του και φανταζόμουν ένα γέρο ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, ανήμπορο και μόνο. Είχε μπαλκόνι το δωμάτιό του που έβλεπε στο χώρο που παίζαμε. Για κάποιο λόγο η μπαλκονόπορτά του ήταν συνέχεια ανοιχτή. Μικρό παιδί σταματούσα το παιχνίδι για να αφουγκραστώ την ανάσα του. Όταν έβηχε, φοβόμουν. Ησύχαζε όταν πια έβγαζε φλέματα τα οποία προσπαθούσα να φανταστώ πού τα ξεφόρτωνε. Πράσινα φορτηγά πρέπει να υπήρχαν στο μυστηριώδες δωμάτιό του κυρίου Μυσιρλή. Από αυτόν μόνο το όνομά του ήξερα. Κανένα παιδί από αυτά που τον ακούγαμε να βήχει δεν μιλούσε γι αυτόν εκτός από τις φορές που ανταποκρινόμενος στις φωνές μας του παιχνιδιού, έβριζε και μετά πνίγονταν από το βήχα. Τότε η Βασούλα και η Σούλα η χοντρή γέλαγαν με την καρδιά τους.
Αυτός ο γέρος έρχονταν στο μυαλό μου στο ροζ δωμάτιο, όταν ξάπλωνα τα βράδια. Είχε άραγε κάποιον να τον φροντίζει; Μάλλον όχι. Να φοβόταν στο σκοτάδι; Μήπως δεν έφτανε ν’ ανάψει το φως του; Τι δουλειά να έκανε όταν ήταν νέος; Το πρόσωπό του θα είχε μια μεγάλη χοντρή μύτη, ένα στόμα γεμάτο φλέματα και σάπια δόντια, μεγάλα αυτιά με τρίχες και μάτια μισόκλειστα, άρρωστα. Τι να σκεφτόταν; Μας άκουγε και ήμασταν  μια συντροφιά γι αυτόν; Όταν φώναζα σκεφτόμουν ότι αναγνώριζε τη φωνή μου. Ήθελα να είμαι η αγαπημένη του φωνή. Όταν όμως δεν ήθελε να μας ακούει- φωνάζαμε πολύ, πόναγε, ποιος ξέρει-έλεγε « Άι σιχτίρ»  και το φχαριστιόταν.
Μια μέρα είδα ένα καπάκι από φέρετρο στην είσοδο του σπιτιού του και μετά τον ξέχασα. Το σπίτι του το έβαψαν άσπρο και την μπαλκονόπορτα την έκλεισαν.
15 Μάρτη 196….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου