Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Το ζεϊμπέκικο



Ξένες χρονολογίες. Όλα τα 2000 και κάτι.

Κρύες χρονολογίες. 

Κρίση.

Σιωπή. Μια περίεργη σιωπή, με το σφύριγμα του τελευταίου καιρού.

«Κλαίω μανούλα μου και γω για σένα που έχω χρόνια για να σε δω…».
Τι τραγούδια!!

Ξέρω έναν έλληνα που τον αγαπώ πολύ. 

Είναι αυτός που τραγουδάει τέτοια τραγούδια.

Είναι ολόκληρος άντρας. 

Είναι ψηλός. 

Αδύνατος. 

Κρεμανταλάς.

Και σκληρός άντρας. Όχι, tough guy. Είναι σου λέω έλληνας! Χορεύει ζεϊμπέκικα του Τσιτσάνη και δακρύζει. Στο πρόσωπό του, όταν τραγουδάει μαζεύονται όλα τα σύννεφα της Οικουμένης. Δε σκοτεινιάζει το πρόσωπό του. Μαζεύονται οι μυς. Σχηματίζουν αυλάκια. Στο μέτωπο.

Γύρω από τα μάτια.

Γύρω από το στόμα.

Το στόμα που ξέρει να φιλάει.

Να σιωπάει. 

Αυτόν τον έλληνα σου λέω, που τον πατάνε κάτω να του βγάλουν τα ζουμιά.

Αυτόν που του ρίξανε όλες τις ευθύνες για τις βρωμιές τους.

Για την απληστία τους.

Τον έκαναν να ντρέπεται. Την οικογένειά του. Γιατί δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα. Γιατί δεν μπορεί να κάνει αυτά που έταξε.

Γιατί νιώθει πως έφαγε τη φόλα.

Δεν είναι ανόητος. Ξέρει πολύ καλά τι γίνεται. 

Κι ας μη γνωρίζει οικονομικά. Ξέρει να διαισθάνεται τη βρωμιά.

Το χειρότερό του;

Η έλλειψη μπέσας στον απέναντι!

Του τη φέρανε! 

Αυτό ζει! 

Νομίζεις ότι φοβάται; Νοιάζεται γι αυτά που θα ‘ρθουν; Τη φτώχεια; Την ξέρει καλά. Την κουβαλάει στα γονίδιά του, τη στέρηση. Και τα παιδιά του; Ξέρει να τους δείχνει μονοπάτια διαφυγής! Αιώνες τώρα! Για διαφορετικές αιτίες μέσα στην ιστορία. Ξέρει να τους μαθαίνει να επιβιώνουν!

Την ξευτίλα δεν αντέχει. Την ξευτίλα!

Να θέλει ας πούμε να πεταχτεί πάνω να χορέψει και ένα βαρύ χέρι να τον σπρώχνει κάτω. Μια παλάμη. Μια μούντζα στο κεφάλι, να τον σπρώχνει κάτω.

Να μην μπορεί να χορέψει, βρε αδερφέ! 

Όμως τον ξέρω αυτόν τον άνθρωπο. Όσα στραβά κι αν του αναλογούν, θα πεταχτεί πάνω. Το ελατήριο μέσα του θα φτάσει στο ταβάνι. 

Και θα τα διαλύσει όλα γύρω του! 

Αλλά θα χορέψει.

Και την ώρα  που θα χορεύει με τα μακριά του τα κανιά ατσούμπαλα, την ώρα που θα γυρνάει γύρω από τον εαυτό του, μάτια κλειστά, χέρια ανοιχτά, με τους αγαπημένους να προσκυνάνε χτυπώντας το ρυθμό, θα ζει μια στιγμή ελευθερίας. 

Απόλυτης.

Δικής του.

Αυτόν τον έλληνα, τον αγαπώ.

Αυτόν τον άνθρωπο της οικουμένης, να τον προσέχετε!!! Εεεεεε. Εσείς!

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

H Ζέστη πύρωνε τη λαμαρίνα


                                               

Η ζέστη πύρωνε τη λαμαρίνα πάνω στο περίπτερο και η μικρή μέσα ίδρωνε και ξίδρωνε.

Αυτό όμως ήταν κάτι που δεν την πείραζε. 

Μάλιστα γελούσε με τον κυρ Γρηγόρη από τα σιδηρικά απέναντι, που υπέφερε από τη ζέστη, ως ευτραφής που ήταν.

 Το κακό τα καλοκαίρια ήταν η μυρωδιά από τα τσίσα στην άσφαλτο. Η ζέστη την έκανε ακόμα πιο έντονη. Όμως ούτε αυτό την πείραζε. Εξ άλλου τι να τα έκανε, αφού της ερχόταν να «πιπίσει» την ώρα της δουλειάς; Αργότερα, όταν μεγάλωσε λίγο και δεν ήθελε πια να τα κάνει στο άδειο ντενεκάκι από τις καλμαλίνες και να τα πετάει στο δρόμο, πήγαινε στην τουαλέτα του ξενοδοχείου απέναντι, στο 19.

Ζέστη λοιπόν αφόρητη.

Καλοκαίρι.

Θεσσαλονίκη.

Παλιά, πολύ παλιά. 

Το περίπτερο έβραζε. Η Εγνατία επίσης. Τα μαγαζιά έκλειναν το μεσημέρι. Ο κυρ Γρηγόρης κατέβαζε τα στόρια, «κεπέγκια» τα έλεγε και άφηνε μισό μέτρο από το πάτωμα να μπαίνει μέσα στο μαγαζί του αέρας. Και κοιμότανε. Ροχάλιζε κι όλα. Τον άκουγε μέσα από το περίπτερο η μικρή και γέλαγε. Τον αγαπούσε τον κυρ Γρηγόρη. Άλλες πάλι φορές τον έβλεπε στο ζαχαροπλαστείο δίπλα τους, όπου αγόραζε ένα μεγάλο σκεύος παγωτό και ένα μακρόστενο κέικ. Πήγαινε στον κινηματογράφο, στο επόμενο τετράγωνο, προς το Βαρδάρη και αφού τα έτρωγε καλά καλά, έπαιρνε ένα υπνάκο μέχρι να ξανανοίξουν τα μαγαζιά.

 Ήταν χρόνια γείτονες. 

Αυτή στο περίπτερο, αφού είχε περάσει το τεστ που πρότεινε ο ίδιος στη μαμά της: είχαν στείλει κάποιον άγνωστο να ψωνίσει. Η  μαμά δήθεν μιλούσε με τον κυρ Γρηγόρη μέσα στο σιδεράδικο. Ο άγνωστος ζήτησε ν’ αγοράσει μία τσίχλα. Ήταν το καλοκαίρι που είχε τελειώσει τη δευτέρα δημοτικού. Καθόταν στην καρέκλα του περιπτέρου και περίμενε να πουλήσει κάτι. Έρχεται λοιπόν ο «πελάτης». Παίρνει μία τσίχλα, φυλλαράκι. Πενήντα λεπτά. Μισή δραχμή. Δίνει πεντακοσάρικο. Και παίρνει τα ρέστα του.

Τα σωστά ρέστα.

Αυτό ήταν, το πέρασε το τεστ. 

Τώρα, η μάνα θα μπορούσε να πηγαίνει σπίτι τα μεσημέρια, να κλείνει λίγο τα μάτια της, να ξεκουράζεται. Από τις έξι το πρωί, εκεί. Μέχρι τις δύο τη νύχτα.
 
 Κεντρικό, βλέπεις, το περίπτερο. Και έπρεπε να κάθεται μέχρι αργά.

Όσο ζούσε ο πατέρας της, το κράταγε ανοιχτό όλη νύχτα. Ώσπου, μια απ’ αυτές τις νύχτες, εκεί που μίλαγε με έναν φίλο του, έφυγε από αυτόν τον κόσμο. Εκεί, μέσα στο περίπτερο.

Άρχισε να βοηθάει λοιπόν να συνεχίσουν. Και δε μετάνιωσε ποτέ γι αυτό. Τέλειωσε το πανεπιστήμιο και το περίπτερο περίπτερο.

Ήταν το καλύτερο σχολείο.

 Και τι δεν είδε! 

Και τι δεν έζησε! 

Από τα τρακτέρ που κατέβαζαν οι αγρότες στην πόλη και τις επιθέσεις της αστυνομίας με τα δακρυγόνα, μέχρι την Μαρίνα με τη μίνι φούστα και τις ψηλοτάκουνες κόκκινες γόβες που στεκόταν με τις ώρες στην είσοδο του 21. Η μία γόβα πάντα να πατάει στη σιδερένια πόρτα. Τελικά πάντα ερχόταν ένας ξάδερφός της –όπως της είχε πει η μάνα η γλυκιά- και πήγαιναν πάνω, στον τέταρτο. Σε μια σοφίτα στην ταράτσα.

 Εκεί που ανέβαινε κι αυτή, όταν ο καπνός από τα καπνογόνα δεν αντέχονταν στο δρόμο. 

Στην ταράτσα.

 Εκεί που έπαιζε  καουμπόηδες και ινδιάνους με δύο άλλα παιδάκια που έμεναν στην πολυκατοικία.

 Στο 21. 

Και ο πατέρας του αγοριού, του Μάκη, του έλεγε «Βλέπεις η μικρή της περιπτερούς; Όλο διαβάζει. Και δουλεύει και διαβάζει» Ο κυρ Θύμιος, κάποια φορά είδε τη μικρή να κοιτάει τα βιβλία που είχε ξαπλώσει κυριολεκτικά, στο πεζοδρόμιο ο βιβλιοπώλης στην Κολόμβου, και της αγόρασε το πρώτο της βιβλίο. 

Το επέλεξε μόνη της. 

« Χωρίς Οικογένεια»  του Έκτορος Μαλό. 

Ακόμη το ξεφυλλίζει καμιά φορά και διαβάζει τα παιδικά γραμματάκια «Χαρισμένο από τον κυρ Θύμιο, Θεσσαλονίκη, 17 Απριλίου 1968». 

Από τότε, έκανε το ίδιο στα χιλιάδες βιβλία που αγόρασε μόνη της. Θεσσαλονίκη, Ρέθυμνο, Σπέτσες, ξανά Ρέθυμνο, Αθήνα, Λονδίνο και ένα σωρό ξένες πόλεις που επισκέφτηκε εκ των υστέρων και ένα σωρό ημερομηνίες.

Πάντως όταν έκανε ζέστη και πύρωνε η λαμαρίνα, τα μεσημέρια, όπως και σήμερα, έβγαζε την τεράστια καρέκλα έξω. Στη σκιά. Και καθόταν εκεί, διαβάζοντας ένα περιοδικό. Τα διάβαζε όλα: Το Ρομάντζο, το Ντόμινο, το Φαντάζιο, όλα.

Και τις εφημερίδες.

Αλλά τα αγαπημένα της ήταν τα κόμικς. Μίκυ Μάους, Τσιπ και Ντέηλ και αυτά.

Η Μικρή Λουλού, το πιο αγαπημένο. 

«Αχ πόσο θα ήθελα να ήμουν σε ένα ασανσέρ, που να ήταν γεμάτο με Μικρή Λουλού και να ανεβοκατέβαινε και γω να διάβαζα»!

Αυτήν τη φορά, έξω στη σκιά διάβαζε το καινούριο τεύχος Μικρή Λουλού.

Δεν την ένοιαζε η ζέστη. 

Ήταν πολύ χαρούμενη που ήταν Τρίτη και είχε κυκλοφορήσει το καινούριο. 

Πελάτης. 

Πάντα χαμογελούσε κι ας την διέκοπταν από το αγαπημένο.

 Ο άντρας ήταν κι αυτός χαμογελαστός. Ψηλό παλληκάρι. Συμπαθητικό.

 -Γεια σου. Είμαι ο γιος του αφεντικού και ήρθα να πάρω το νοίκι.

- Α, γεια σας. Τώρα όμως η μαμά μου πήγε σπίτι να ξεκουραστεί.

-Ναι, αλλά ο πατέρας μου είπε ότι πρέπει να μου δώσετε το νοίκι τώρα.

Η μικρή σκέφτηκε πως έπρεπε να το κάνει αυτό μόνη της. 

Άρχισε να μετράει τα χρήματα από το ταμείο.

Όλα.

Τα κατοστάρικα, πενηντάρικα, μετά τα εικοσάρικα με τον Κωνσταντίνο και την Άννα Μαρία. Έφτασε μέχρι τις δραχμές και όταν είδε και δεν συμπληρώνονταν το ποσό, έβαλε τα κλάματα. Ο γιος, της είπε ότι δεν πειράζει. 

Τα πήρε.

Έφυγε.

-Μαμά πλήρωσα το νοίκι.

-Τιιι;

-Ήρθε ο γιος του αφεντικού και του έδωσα το νοίκι για το περίπτερό μας.

Τα όμορφα της μάτια θυμόταν στην υπόλοιπη ζωή της, από εκείνη τη στιγμή. Το πρόσωπό της. Τα ξανθά μαλλιά της, που έμοιαζαν με την αγαπημένη της πάστα. Τον πόνο που προσπάθησε να κρύψει.

 Δεν τη μάλωσε καθόλου. 

-Μα δεν έχει γιο, ο κύριος Σταματίου!

Μετά, μια ζεστή αγκαλιά. 

Μια ζεστή αγκαλιά.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Σήμερα, θέλω να σου μιλώ.






Σήμερα το βράδυ θα σου μιλώ. Δεν με νοιάζει, που δεν ακούς. Εξ άλλου δεν ήσουν και ποτέ καλός ακροατής. Εντάξει, τελευταία, ναι. Άκουγες. Και όπως πάντα, το παράκανες. Ή του ύψους ή του βάθους. Πάντα.

 Δε θα σε περιγράψω. Μη σε νοιάζει. Πάντα, δε σε προστάτευα;

Να σου μιλάω θέλω. Μόνο αυτό. Την «ιστορία» με τη σειρά,  δε θα την πω. Είναι όμορφη, πολύπλοκη και γω ανεπαρκής.

Τα νέα μου, πρώτα. Τρία χρόνια και δυο μήνες μετά. Και μια μέρα. Λες και ήταν η χθεσινή μέρα. Δε λυπάμαι, που έφυγες έτσι ξαφνικά. Ούτε σου είμαι θυμωμένη πια.
Και αν θέλεις να ξέρεις, η μυρωδιά από το πουκάμισό σου, έχει φύγει. Πάνε δύο χρόνια, τώρα.
Μπορεί να σε σκέφτομαι ακόμα, αλλά περνάει και μία ολόκληρη ώρα χωρίς να το κάνω. Βλέπεις, άρχισα να σε ξεχνάω. Δεν είναι δα κι η αγάπη το παν στη ζωή. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα.

Πόσο θα ήθελα να ήξερα που είσαι;

Λοιπόν, αυτά τα τρία χρόνια, αποφάσισα να μεγαλώσω. Σταμάτησα από τη δουλειά, που λατρεύω. Ευτυχώς η «κρίση» βοηθάει μην πάθω κρίση! Χιούμορ, είδες; Κι αυτό το μπορώ!

 Τα παιδιά σπουδάζουν. Μη νοιάζεσαι. Το σπίτι καλά κι αυτό. Έβαλα και τη σόμπα. Την ξυλόσομπα, από το υπόγειο.

Διαβάζω πολύ. Φιλοσοφία, κυρίως. Τίποτα. Καμία άκρη. Ψυχολογία. Τέλος πάντων. 
Διαβάζω κι επιβιώνω.

Δεν παρέδωσα τα όπλα. Όταν περπατάω στην πόλη, μπορώ και βλέπω τις ομορφιές. Κατάλαβα, γιατί οι αγαπημένοι μου ιμπρεσσιονιστές, ζωγράφιζαν το ίδιο τοπίο σε διαφορετικές ώρες κι εποχές. 

Προσπαθώ να κρατήσω τις στιγμές, με τις φωτογραφίες. 

Να μικρύνω τον πόνο μου, με «κοινοποιήσεις» στα φέισμπουκ!
Δε με νοιάζει, που δεν τα εγκρίνεις. Εγώ επιζώ έτσι, αν θες να ξέρεις.

Ακούω μουσική και ταξιδεύω. 
Όχι απαραίτητα, στο παρελθόν.

 Σήμερα θυμήθηκα, τις νύχτες στον Ψηλορείτη! Στη Νίδα. Πριν πολλά πολλά χρόνια. 

Τότε που ο χωρισμός φάνταζε να εξαρτάται μόνο από μας! 

Πώς θα επιβίωνε το ανθρώπινο είδος αν δεν υπήρχε αυτή η ιδιότητα-αλαζονία;- του ανθρώπου; Του νέου ανθρώπου.

 Ο έρωτας κι ο θάνατος.

Τότε που δεν καταλάβαινα πώς κάποιοι λόγιοι έβαζαν αυτά τα δυο μαζί.
Ως τι; 
Καταλάβαινα, ως ένα δίδυμο πολύ δυνατό. Αλλά μέχρι εκεί.
Έπρεπε να τα βιώσω. Τα πιο δυνατά.

Τι χαζά; Αγάπες, λουλουδάκια και όνειρα; Χα χα ! Για παιδάκια; Θυμάσαι που σου τραγούδαγα «Ας τους κακούς, φως μου, μην τους ακούς, είναι όνειρο η ζωή μας και περνά…»; « Μια χούφτα φως στα ματάκια σου μπρος, κι η ζωή μας ξεκινά».

Θέλω ακόμα να ξέρεις, πως μπορώ και απολαμβάνω εκτός από την ομορφιά στη φύση και στην τέχνη και τα πιο απλά.
Τα καθημερινά.

Θυμάσαι που χόρευα μόνη μου το “ I will survive”?

Και μετά πήραμε τη γάτα μας και το τρίκυκλο και ανεβήκαμε τον Ψηλορείτη. Να ζήσουμε.

Εκεί θυμήθηκα σήμερα.

 Τις μαύρες νύχτες με τα άπειρα αστέρια και μια φωτιά στη μέση.

Τη λύρα. Μουσική απόκοσμη.

Ο Σ. να μιλάει για τη σπηλιά και το Δία.
Για το εύρημα εκείνης της ημέρας, που ήταν ένα ορυκτό σε κείνο το σημείο της σπηλιάς, που μια συγκεκριμένη εποχή , μια συγκεκριμένη ώρα το φως του ήλιου το έκανε να λάμπει! Κι έτσι μες την πρωτοφανή για μένα σιωπή -“city girl”- σε ρώταγε « Λάμπει αυτό το μέταλλο, αν πέσει φως επάνω του;» και όταν έπαιρνε την απάντηση, άρχιζε με ξέφρενο ενθουσιασμό, με τα μακριά του, άσπρα μαλλιά, να εξηγεί. Με τις άπειρες γνώσεις του καλού αρχαιολόγου, εξήγησε εκείνο το βράδυ, γιατί στο μύθο αναφέρονταν ένα φως, που έβγαινε από τη σπηλιά. 

Και όταν αυτός σταμάτησε και μείναμε όλοι στη σιωπή και στην έκσταση, πήρε ο άλλος τη λύρα του και κουνώντας τα μακριά του, τα σγουρά μαλλιά, άρχιζε να αυτοσχεδιάζει!!

Εσύ κοίταζες τη φωτιά. Την έκαιγες με τα μάτια σου. Τα όμορφά σου μάτια.

 Και γω κοίταζα εσένα.

 Και καιγόμουνα.

Σήμερα θέλω να σου μιλώ. Σήμερα, που κάνει κρύο.

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Δανιήλ


Ιστορία 6




Όταν φτάσαμε επί τέλους σην Ελλάδαν, μας πήγαν σην Καλαμαρίαν. Εκεί έτον τσαμούρια…Τι κρίμα που δεν έμαθα ποτέ ποντιακά!

Ποιος  ξέρει κάτω από πόσους τόνους «κρίματα» κρύβεται ο λόγος!

Γιατί οι γλώσσες πάντα μου άρεσαν και στον ήχο της ποντιακής λύρας κάτι μέσα μου βάζει τα κλάματα.
Για τώρα λέω. Τότε όμως, τότε που είχα την ευκαιρία να μάθω τη γλώσσα- τη διάλεκτο- να απολαύσω το τραγούδι, να χορέψω ποντιακά, δεν το έκανα. Γιαγιά. Μια κοντούλα λεμονιά! Με τα κατάμαυρα λαμπερά μαλλιά που φτάναν ολόισια μέχρι τη μέση της. Με τη μεγάλη μύτη, που μόνη εγώ από όλα τα παιδιά και τα εγγόνια της κληρονόμησα! Με μαύρο τσεμπέρι! Με τέσσερις κόρες. Με εξορίες στα όμορφα ελληνικά νησιά. Με νεκρούς. Με ματιά που πέρναγε το κρανίο κι έψαχνε στους λαβύρινθους του εγκεφάλου σου. Με το όνομα της θεάς του έρωτα, που το δικαιούμουν ως δεύτερη κόρη της κόρης της, της δεύτερης από τις τέσσερεις. Που όμως δεν το πήρα γιατί η νονά που μου διαλέξανε είχε άλλα στο μυαλό της.

Ξύπνια γυναίκα. Δυνατή, βράχος.

Όταν λοιπόν νινί φτάσαμε «σην Ελλάδαν» μας πήγαν στην Καλαμαριά. Εκεί ήταν αποθήκες και μας έβαλαν μέσα. Δίπλα στη θάλασσα. Κρύο, υγρασία.

Είχε τα τρία μικρά αδερφάκια της μαζί. Δεν έμαθα γιατί δεν είχε γονείς. Θεωρούνταν πεθαμένοι στο παιδικό μου κεφάλι, έτσι ως μεγάλοι, που μπορούν να πεθάνουν και να κάνουν ότι θέλουν. Ο μπαμπάς της, έλεγε, δεν ήξερε τι δουλειά έκανε, φορούσε όμως μια στολή, με παπάχια!! Τι ήταν πάλι αυτά τα παπάχια; Προσπαθούσαμε να βγάλουμε άκρη, όλοι μαζί, κι αυτή μαζί. Καταλήξαμε ότι ο πατέρας της ήταν αστυνομικός! Ότι και να ήταν δεν ήταν μαζί της στο τεράστιο ταξίδι της προσφυγιάς, το 1922. Ούτε κι η μάνα της ήταν. Πεθαμένη κι αυτή. Αν ήταν ελληνική ταινία του 50, θα γελάγαμε με τόσες συμφορές. Τέλος πάντων, δε ρώτησα γιατί ήρθε μόνη της με τα μικρότερα αδερφάκια της. Μου έφτανε φαίνεται αυτό , ίσως να μην ήθελα να ακούσω κι άλλα. 

Εκείνη λοιπόν τη νύχτα, στη Θεσσαλονίκη, τότε που εγώ ήμουν οκτώ χρονών, είχε αρχίσει την ιστορία με την Καλαμαριά και πως τους στοίβαξαν στις αποθήκες. 

Μόλις είχε κάνει μπάνιο. Στη σκάφη. Δίπλα στην ξυλόσομπα. Κι αφού ξεμπέρδεψε τα κατάμαυρα μαλλιά της, με άφησε να της τα χτενίσω, όπως σπάνια το έκανε, γιατί πάντα βιαζόταν. Όχι όμως εκείνη τη νύχτα. Ήταν κακός χειμώνας και φυσούσε Βαρδάρης έξω. Εγώ ήμουν χαρούμενη γιατί η γιαγιά είχε έρθει από το χωριό να μας δει.

Άρχισε λοιπόν να λέει ότι εκεί στην Καλαμαριά, που τότε ήταν γεμάτη παράγκες και λάσπες, το πρώτο βράδυ που ξάπλωσαν να κοιμηθούν, στο πάτωμα στριμωχτά , το μικρότερο από τα αδερφάκια της που κοιμόταν ανάποδα, στα πόδια της, για να χωράνε, όλη νύχτα έκλαιγε και της ζητούσε να κοιμηθεί δίπλα της. Ο Δανιήλ. Πρώτο πρώτο τον έλεγε όταν μου ζήταγε να γράψω σε ένα χαρτί τα ονόματα των πεθαμένων της, να τα δώσει στον παπά να τα διαβάσει. Σώπα και κοιμήσου, του φώναζε στα τούρκικα. Γιατί ελληνικά δεν ήξερε. Ούτε καν ποντιακά. Πολλά χρόνια μετά, στη Φολέγαντρο, ένας σύντροφος δάσκαλος, της έμαθε τα γράμματα κι εγώ- πολύ αργότερα- στα οκτώ μου, απέκτησα την πρώτη μου μαθήτρια. Το βιβλίο μου, με την Άννα και το Μίμη και το να ένα μήλο και το πέτα Άννα το τόπι. Όλα της τάμαθα. Ώσπου μια μέρα της θύμωσα γιατί διάβαζε, κρατώντας το βιβλίο ανάποδα!
Ελληνικά δεν ήξερε, όμως Έλληνες ήταν, Έλληνες. «Το πρωί που ξυπνήσαμε, ο Δανιήλ ήταν παγωμένος». Είδα το γερασμένο της πρόσωπο στο φως της φωτιάς. Από την ξυλόσομπα. Δίπλα στη σκάφη με τα απόνερα. Άκουγα το Βαρδάρη να κλαίει έξω. Τσουχτερό κρύο. Σαλονικιό. Τίποτα δεν έκανε η σόμπα. Πρώτη και τελευταία φορά την είδα να δακρύζει. Αυτή σταμάτησε αλλά εγώ συνέχισα. Είδα την Καλαμαριά μέσα στις λάσπες και στο κρύο. Είδα την ομίχλη. Τον Βαρδάρη να γδέρνει, κι αυτήν με τον Δανιήλ αγκαλιά. Να τον πηγαίνει.
Συνέχισα να της χτενίζω τα μαύρα της μαλλιά, αλλά δεν της είπα αυτά που ήθελα. Ύστερα με τις απότομες κινήσεις της, μου πήρε τη χτένα.

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011


“James Joyce” by Richard Ellmann 3

 Μέρος Β
 Πόλα,  Ρώμη,  Τεργέστη




Ο Τζόυς με τη Νόρα έφτασαν τελικά στη Ζυρίχη τον Οκτώβρη του 1904, όπου ο Τζόυς διαπίστωσε ότι έπεσε θύμα εξαπάτησης και συνεπώς η δουλειά που θα έβρισκε να τον περιμένει δεν υπήρχε! 

Σύντομα κατάφερε μέσα σ’ αυτό το χάος να αποστασιοποιηθεί από τα γεγονότα και να ολοκληρώσει ένα κεφάλαιο από το Στήβεν Ήρωας!  Εν τω μεταξύ ο διευθυντής της σχολής Μπέρλιτζ, στην οποία υποτίθεται ότι θα δούλευε ως καθηγητής της αγγλικής, του βρήκε μια θέση σ’ ένα παράρτημα της σχολής στην Ιταλία, στην Τεργέστη.
Εκεί μέσα σε ελάχιστες ώρες κατάφερε να φυλακιστεί, αφού πιωμένος θέλησε να υπερασπιστεί τρεις μεθυσμένους Άγγλους ναυτικούς. Ζήτησε να δει τον Άγγλο πρόξενο ο οποίος τον ταλαιπώρησε μέχρι να πειστεί ότι ήταν αθώος και η ψυχρότητα του ενίσχυσε την απέχθεια του Τζόυς για την αγγλική γραφειοκρατία.

Σύντομα άρχισε να ψάχνει για δανεικά, σε μια Τεργέστη όπου ακόμα δεν είχε συμπληρώσει ούτε τρεις μέρες διαμονής.
Και εύρισκε! 
Πάντα κατάφερνε να σταθεί στα πόδια του όσο δύσκολες καταστάσεις κι αν είχε να αντιμετωπίσει. Ταυτόχρονα έγραψε ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο βιβλίο του! Τελικά βρέθηκε θέση σε καινούριο παράρτημα της σχολής, στην Πόλα, μια άλλη Ιταλική πόλη σαφώς μικρότερη από την Τεργέστη.
Εκεί η Νόρα τον παρότρυνε να τελειώνει με το βιβλίο του για να πάνε να ζήσουν στο Παρίσι.
Προς το παρόν ακολουθούσε την οικογενειακή παράδοση και άλλαζε σπίτια στη σειρά. 

Δεν άργησε να μάθει άπταιστα ιταλικά ανταλλάσσοντας μαθήματα με Ιταλό φίλο και επιχείρησε να κάνει το ίδιο και με τα γερμανικά.

Για τη Νόρα γράφει ότι της έδωσε να διαβάσει ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του αλλά « δεν δίνει δεκάρα για το έργο μου». 

Ό ίδιος διάβαζε ότι μπορούσε να βρει στην Πόλα και ότι κατόρθωνε να πείσει τον αδερφό του Στανίσλαο να του στείλει.

Ο Στανίσλαος ήταν πολύ υπερήφανος για τον αδερφό του. Τελειώνοντας κάποια κεφάλαια ο Τζόυς τα έστειλε στον αδερφό του να τα διαβάσει στη θεία  Τζόζεφιν, φωναχτά. Τον ενδιέφερε πολύ η γνώμη της καθώς και των φίλων του, Κόσγκρεηβ και Κάραν. 

Το Φεβρουάριο του 1905 δηλώνει εξόριστος με τη θέλησή του.

Πάνω που όλα πήγαιναν καλά σε όλους τους τομείς της ζωής του, για κάποιο λόγο οι Αυστριακοί έδιωξαν όλους τους ξένους από την πόλη και μαζί μ’ αυτούς και τον Τζέημς. 

Έτσι, μια Κυριακή πρωί, αρχές του Μάρτη 1905, ο Τζέημς και η Νόρα Μπάρνακλ  ξεκινούσαν για την Τεργέστη, την πόλη που θα τους φιλοξενούσε για τα επόμενα δέκα χρόνια και όπου θα γεννιόνταν τα παιδιά τους.

Η Τεργέστη του θυμίζει Δουβλίνο, για διάφορους λόγους.
Είναι μια πόλη με πολύ κόσμο, αλλά όλοι φαίνονται να γνωρίζονται μεταξύ τους. Οι άνθρωποι, πολλοί από τους οποίους είναι ξένοι, Έλληνες, Αυστριακοί, Ουγγαρέζοι κλπ μιλούν διάλεκτο της ιταλικής  και τα λογοπαίγνια που δημιουργούνται από τις διαφορετικές προφορές, ενθουσιάζουν  τον Τζόυς. 

Ακόμη, στην πόλη υπάρχει ένα αλυτρωτικό κίνημα που στόχευε στην απελευθέρωση των εδαφών από τον αυστριακό , ελβετικό , γαλλικό ή τον αγγλικό ζυγό. 

Οι πολιτικές απόψεις του Τζόυς όμως δεν είναι αλυτρωτικές  αλλά σοσιαλιστικές ( αυτήν την περίοδο). Ο κυριότερος λόγος που ήθελε τον σοσιαλισμό, ήταν για να παρεμποδιστεί η Εκκλησία να κυριαρχήσει στην πολιτική. 

Γεννιέται το πρώτο τους παιδί, ο Τζόρτζιο και ταυτόχρονα ο Τζόυς αρχίζει μια συνήθεια που κάνει τη Νόρα πολύ δυστυχισμένη: να πίνει πολύ τα βράδια. Μερικά χρόνια αργότερα όμως, θα πει στην αδερφή του Εύα, « το πιο σημαντικό πράγμα που μπορεί να συμβεί στη ζωή ενός ανθρώπου είναι η γέννηση του παιδιού του».

Παρά το ότι είχε να γράψει πολλά ακόμα κεφάλαια για το Στήβεν Ήρωας  κατόρθωσε να επιταχύνει πολύ και την ολοκλήρωση των Δουβλινέζων. Το ξέρει ότι είναι καλογραμμένα διηγήματα, όπως ξέρει ότι οι εφημερίδες του Δουβλίνου δεν θα του τα δημοσιεύσουν, διότι θα θεωρήσουν ότι  γελοιοποιούν την πόλη στην οποία αναφέρονται. Αμφέβαλλε αν θα έβρισκε ποτέ εκδότη για τα διηγήματά του και η αμφιβολία αυτή συνεχίστηκε για άλλα εννέα χρόνια. 

« Δεν είναι δυνατόν να γράφω χωρίς να προσβάλλω μερικούς», είπε.

Η γλύκα που απορρέει από το κουβεντολόι των Δουβλινέζων , η πείνα τους, το χιούμορ, η οργή και το πάθος είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά τους. Για τον Τζόυς δεν είναι «αυτοί», αλλά «εμείς».

Το σταθερό σημείο αναφοράς στη ζωή του, είναι ο Στανίσλαος, ο οποίος μπορεί να είναι ανιαρός, ) πράγμα που του το λέει κατάμουτρα και αυτός το ανέχεται!) είναι όμως ακλόνητος σα βράχος.

Είχε πλέον ολοκληρώσει και τη συλλογή ποιημάτων «Μουσική Δωματίου « και το « Δουβλινέζοι», αν και αργότερα θα προσθέσει άλλα τρία διηγήματα: « Δύο Ιππότες», «Ένα μικρό σύννεφο» και «Οι νεκροί». 

Το φθινόπωρο του 1905, όταν άδειασε μια θέση στη σχολή Μπέρλιτζ, ο Τζέημς έγραψε στον αδερφό του να έρθει στην Τεργέστη. Αυτός, για δικούς του λόγους αλλά και για λόγους συμπαράστασης έφτασε στην Τεργέστη, νηστικός και αξιοπρεπής, ένας νέος είκοσι ετών, που έδειχνε σαράντα. Ο Στανίσλαος σύντομα συνειδητοποίησε ότι ο αδερφός του είχε προβλήματα με τη γυναίκα του και με το ποτό και δεν δίσταζε να τον γρονθοκοπεί όταν γύριζε μεθυσμένος τα βράδια, για να τον συνεφέρει. 

Κάποια από τα κείμενα που έγραφε ο Τζόυς, για να διδάξει αγγλικά στους φοιτητές του, που διασώθηκαν από φίλους του, δείχνουν τα τολμηρά παιδαγωγικά τεχνάσματα  που χρησιμοποιούσε:

« Οι Δουβλινέζοι, αν θέλουμε να ακριβολογούμε, είναι συμπατριώτες μου, αλλά δεν έχω καμιά όρεξη να κουβεντιάζω για το ‘αγαπημένο, παλιο-Δουβλίνο’ μας. Οι Δουβλινέζοι είναι η πιο αδιόρθωτη, άχρηστη και αλλοπρόσαλλη ράτσα τσαρλατάνων που συνάντησα ποτέ μου, είτε στο νησί είτε στην ηπειρωτική Ευρώπη. Ο Δουβλινέζος περνάει την ώρα του φλυαρώντας και πέρνωντας σβάρνα τα μπαρ, τις ταβέρνες και τα μπορντέλα, χωρίς να λέει να μπουχτίσει από τις διπλές δόσεις ουίσκι και την Αυτονόμηση, και το βράδυ όταν δεν σηκώνει άλλο κι έχει πρηστεί σαν βατράχι από το φαρμάκι, το σκάει από την πίσω πόρτα..».

« Σε πείσμα των πάντων η Ιρλανδία παραμένει ο εγκέφαλος του Ηνωμένου Βασιλείου…….οι Ιρλανδοί καταδικασμένοι να εκφράζονται σε μια γλώσσα που δεν είναι δική τους, την έχουν σφραγίσει με την στάμπα της μεγαλοφυΐας τους και ανταγωνίζονται τα πολιτισμένα κράτη για τη δόξα. Αυτό, που λέτε, ονομάζεται αγγλική λογοτεχνία».

Ο Τζόυς βαριόταν πολύ εύκολα, έπινε, μετακόμιζε, τρεφόταν με την αναστάτωση και έγραφε τα καλύτερα έργα του όντας υπό πίεση.

Προσπάθησε να λύσει τα οικονομικά προβλήματά του με διάφορες επιχειρήσεις, όπως τη δημιουργία κινηματογράφων στην Ιρλανδία και άλλες,  αλλά απέτυχε και τα κακά οικονομικά του, καθώς και η τάση του για ποτό, τον οδηγούσε συχνά σε κατάθλιψη.

 Έζησε στη Ρώμη για ένα χρόνο εργαζόμενος σε τράπεζα, αλλά ένα άγριο μεθύσι ένα βράδυ του πληρώθηκε, που κατέληξε σε ξύλο και ληστεία, τον ανάγκασε να στραφεί προς τον Στανίσλαο που βρίσκονταν ακόμα στην Τεργέστη και να εγκαταλείψει οριστικά τη Ρώμη μαζί με τη Νόρα και τον Τζόρτζιο.

Στη Ρώμη είχε σκεφτεί πράγματα που τα εξέφρασε στους «Νεκρούς». Η σχέση ζωντανών και νεκρών που τον έχει απασχολήσει και στους «Δουβλινέζους» είναι και το θέμα στους «Νεκρούς».
 
Ο θάνατος είναι η ωραιότερη μορφή της ζωής.

Η απουσία, είναι η ανώτερη μορφή παρουσίας. 

Είναι μόνο είκοσι πέντε ετών  και γράφει για τον θάνατο τόσο γλαφυρά. 

Αλλά ο θρίαμβος του Τζόυς στη συνεχή προσπάθειά του να βεβαιώσει την οικία σχέση ζωντανών και νεκρών, βρίσκεται στο τέλος του «Finnegans Wake».  
 Εδώ η Άννα Λίβια Πλουράμπελλε, το ποτάμι της ζωής, κυλάει προς τη θάλασσα, δηλαδή προς το θάνατο • το γλυκό νερό περνάει στο αλμυρό-ένα πικρό τέλος. Κι ωστόσο η ροή αυτή είναι μια επιστροφή στον πατέρα, στη θάλασσα, που φτιάχνει το σύννεφο, που φτιάχνει το ποτάμι, κι ο πατέρας είναι επίσης ο σύζυγος, στον οποίο δίνεται σαν νύφη. Η Άννα Λίβια επιστρέφει στον πατέρα, όπως ο Γκάμπριελ επιστρέφει στα δυτικά, τις ρίζες της δικής του πατρίδας• σαν κι αυτόν είναι κι αυτή κουρασμένη και λυπημένη
 Η ένωσή της δεν είναι μόνο με την αγάπη αλλά και με τον θάνατο• σαν τον Γκάμπριελ την παίρνει ο ύπνος.

 Ο Τζόυς έχει γλυκάνει σε σχέση του με την Ιρλανδία. Οι «Νεκροί» είναι το πρώτο τραγούδι του της εξορίας.

Τελικά το πρώτο βιβλίο του που τυπώνεται είναι τα ποιήματα, «Μουσική Δωματίου». 
 Μετά από πολλά ο Στανίσλαος τον έπεισε να μην αποσύρει την συγκατάθεσή του για την εκτύπωση του βιβλίου, γιατί την τελευταία στιγμή ο Τζόυς μετάνιωσε και δεν ήθελε τη δημοσίευσή του, με το σκεφτικό ότι ήταν ψεύτικο και αυτός δεν ήταν ποιητής της αγάπης. Ευτυχώς ο Στανίσλαος, λογικός και πρακτικός, τον έπεισε ότι εκδίδοντας αυτό το ανειλικρινές βιβλίο, θα βοηθούνταν στη δημοσίευση των ειλικρινών του βιβλίων.

Στις 26 Ιουλίου 1907, και ενώ αυτός μπαίνει στο νοσοκομείο με ρευματοειδή πυρετό, η Νόρα γεννάει στην πτέρυγα των απόρων, το δεύτερο παιδί τους, το όνομα της οποίας το διάλεξε ο Τζόυς: Λουτσία, προστάτιδα της όρασης.

Το παιδί αυτό θα σημάδευε τη ζωή του πολύ περισσότερο από όσο θα μπορούσε να φανταστεί.

Τον Σεπτέμβριο λίγο μετά τη γέννηση της Λουτσία, ολοκλήρωσε την ιστορία «Στήβεν Ήρωας» και αμέσως αποφάσισε να την ξαναγράψει.

Το φθινόπωρο του 1907 οι σκέψεις που είχε κάνει στο παρελθόν πάνω στον Οδυσσέα, άρχισαν να τον απασχολούν ξανά.

Εν τω μεταξύ ψάχνει και βρίσκει καινούριους τρόπους να εκφράσει το «Στήβεν Ήρωας» .

Εγκατέλειψε το σχέδιο ανά επεισόδια και δημιούργησε μια ομάδα σκηνών που φώτιζαν και προς τα πίσω και προς τα εμπρός την ιστορία του, με τον καινούριο τίτλο που διάλεξε πάλι ο Στανίσλαος « Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρά Ηλικία» .

Αυτήν την τεχνική θα αναπτύξει παραπέρα ο William Faulkner στο βιβλίο του “ The Sound and the Fury”  όπου αντί για τις παιδικές αναμνήσεις του ήρωα που χρησιμοποιεί ο Τζόυς, εκεί έχουμε την αφήγηση μέσα από τη θολούρα του μυαλού ενός ηλίθιου. 
Όταν ο Φώκνερ έγραψε το « Η Βουή και η Αντάρα» είχε διαβάσει τους «Δουβλινέζους» και το «Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρά Ηλικία».

Το Πορτραίτο, αποτελεί στη ουσία την κυοφορία μιας ψυχής. Αρχίζει με τον πατέρα του Στήβεν και τελειώνει με την αποκοπή του ήρωα από τη μητέρα του.

Δεν υπάρχει μια γραμμική διαδοχή γεγονότων αλλά τρία επίπεδα μέσα στο χρόνο.

Ένα ταξίδι με τον Τζιόρζιο στο Δουβλίνο σφραγίστηκε από δύο προβλήματα δικά του, ισχιαλγίας και ιρίτιδας, που έκαναν τις αδερφές του να πουν ότι το Δουβλίνο δεν τον σηκώνει, κι έτσι επέστρεψε « στον πολιτισμό».

 Στον πολιτισμό, η οικογένεια Τζόυς πεινούσε και ο Στανίσλαος τους συντηρούσε.

Προσπαθούσε να εκδώσει τους Δουβλινέζους, αλλά όσο κι αν υποχωρούσε στις πιέσεις των εκδοτών για αλλαγές,  δεν κατόρθωσε να το εκδώσει.

Στη διάρκεια ενός καυγά με τη γυναίκα του ο Τζόυς πέταξε το χειρόγραφο του «Πορτραίτου του Καλλιτέχνη» στη φωτιά. Το έσωσε την τελευταία στιγμή η αδερφή του Αϊλήν, που έτυχε να είναι μαζί τους τότε.

1912: Ο Τζόυς έγινε 30 χρονών, η απελπιστικότερη χρονιά της ζωής του.

Οικονομικά προβλήματα τεράστια.

Τελευταίο ταξίδι στην Ιρλανδία.

Μεγάλη προσπάθεια για έκδοση των Δουβλινέζων, καταλήγει σε αποτυχία.

Στο τρένο της επιστροφής από Δουβλίνο στην Τεργέστη, έγραψε ένα ποίημα υβρεολόγιο για τον  Ιρλανδό εκδότη, το οποίο έστειλε στην Ιρλανδία, στον αδερφό του Τσαρλς, με την παράκληση να το μοιράσει στο Δουβλίνο, πράγμα που τελικά έγινε παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του.

 Αυτό ήταν το τρίτο και τελευταίο ταξίδι του στην Ιρλανδία, από δω και πέρα θα την επισκέπτεται μόνο με τη φαντασία του. 

Όλα του τα γραπτά θα έχουν ήρωες που θα τριγυρνούν στους δρόμους του Δουβλίνου.

Ο ίδιος όμως δεν θα γυρίσει στο «αγαπημένο, βρομοδουβλίνο» του, ούτε νεκρός.

Αρχίζει ιδιαίτερα μαθήματα.

Ερωτεύεται τη σινιορίνα Πόπερ μια εύθραυστη νεαρή μαθήτριά του.

 « Τα μάτια της ήπιαν τις σκέψεις μου».

 Είχε επίγνωση του παραλογισμού της ιστορίας, αλλά είχε χρόνια να νιώσει τόση συγκίνηση.

Αυτήν την περίοδο συνεχίζει να μαζεύει ιδέες για τους Εξόριστους αλλά και τον Οδυσσέα.

Τον Δεκέμβριο του 1913, φτάνει ένα γράμμα από τον Ezra Pound, που κατά τα φαινόμενα ήταν ένας Αμερικανός φίλος του Γέητς και ο πιο δραστήριος άνθρωπος σε όλο το Λονδίνο.

Αυτός είχε τον τρόπο να ανακαλύπτει ταλέντα και αυτός ήταν που έσωσε τον Τζόυς και το έργο του.

Ο ίδιος ο Έζρα Πάουντ ανακάλυψε λίγο αργότερα και τον T. S. Eliot.

1914: Τυπώνονται επιτέλους οι Δουβλινέζοι.

Ο Πάουντ αφοσιώνεται ολόψυχα και σε καθημερινή βάση στην υπόθεση Τζόυς.
Μόλις ο Πάουντ τον ανακάλυψε και η Μις Γουίβερ άρχισε να τον κανακεύει σαν μάνα ( μιαΑγγλίδα εκδότης που του γνώρισε ο Έζρα Πάουντ και η οποία τον βοήθησε τόσο πολύ οικονομικά όσο κανένας άλλος και συνεπώς μπόρεσε να επικεντρωθεί στο γράψιμο και όχι στο πως θα βρει χρήματα για να επιβιώσει αυτός και η οικογένειά του), ο Τζόυς όχι μόνο κατάφερε να τελειώσει το «Πορτραίτο του Καλλιτέχνη »αλλά άρχισε να γράφει τους «Εξόριστους» και τον «Οδυσσέα».


« Οδυσσέας» 

 Ο Τζόυς προετοιμαζόταν για τη συγγραφή του Οδυσσέα από το 1907. 

Το ύφος που θα επιλέξει δεν είναι ένα, αλλά πολλά.

Θα προεκτείνει δηλαδή τη μέθοδο που υιοθέτησε στο «Πορτραίτο του Καλλιτέχνη», όπου το ύφος, αρχικά απλοϊκό, γινόταν ρομαντικό και κατόπιν δραματικό ,για να εναρμονίζεται με την οντογένεση του Στήβεν. 

Ο Τζόυς είχε τώρα βρει το ακόμα ριζοσπαστικότερο τέχνασμα του αναξιόπιστου αφηγητή, με ένα ύφος που προσάρμοσε ανάλογα. 

Το χρησιμοποίησε σε αρκετά επεισόδια του Οδυσσέα, στον Κύκλωπα παραδείγματος χάρη, όπου ο αφηγητής είναι τόσο εμφανώς εχθρικός απέναντι στον Μπλουμ, ώστε να διεγείρει τη συμπάθεια στο πρόσωπό του, στη Ναυσικά, όπου η εκρηκτικότητα του αφηγητή διακόπτεται και αντισταθμίζεται από τις ρεαλιστικές αναφορές του Μπλουμ, και στον Εύμαιο, όπου ο αφηγητής γράφει με ύφος που θυμίζει χωροφύλακα.

Το πιο διάσημο επινόημα του Οδυσσέα, ο εσωτερικός μονόλογος (monologue interieur) ήταν επίσης αποτέλεσμα προηγούμενων πειραμάτων.

Οι ήρωές του ήταν τόσο απομονωμένοι ώστε ο Τζόυς ανέπτυξε τον εσωτερικό μονόλογο Ισχυρίζεται ότι τον εσωτερικό μονόλογο τον συνάντησε πρώτη φορά στον Γάλλο συγγραφέα Εντουάρ Ντιζαρντέν  ( Edouard Dujarden) και συγκεκριμένα στο έργο του «Les Lauriers sont coupes». 

Τον είχε όμως δει να αναπτύσσεται και στον Τζορτζ Μουρ, τον Τολστόι ακόμη και στο ημερολόγιο του αδερφού του, όπως είχε πει. 

Είχε ακόμη παίξει με τις θεωρίες του Φρόυντ περί γλωσσικών συσχετίσεων.

 Ο πρώτος εσωτερικός μονόλογος του Τζόυς εμφανίζεται στο τέλος του Πορτραίτου, όπου όμως ο συγγραφέας τον κάνει να μην φαίνεται τόσο ιδιόμορφος, βάζοντας τον Στήβεν να τον καταγράφει στο ημερολόγιό του. 

Στον Οδυσσέα αφήνει τις σκέψεις των ηρώων να χοροπηδούν από δω κι από κει χωρίς τη δικαιολογία του ημερολόγιου.

Ένα ακόμη διαμορφωτικό στοιχείο στον Οδυσσέα, είναι η αντίστιξη μύθου και γεγονότος. Ο Στήβεν δεν είναι μόνο ο Δαίδαλος αλλά και ο Ίκαρος, ό Άμλετ, ο Σαίξπηρ, ο Εωσφόρος.

 Όταν τον ρώτησαν γιατί έδωσε στο βιβλίο του τον τίτλο Οδυσσέας ο Τζόυς απάντησε, ‘«Είναι το σύστημα της δουλειάς μου». 

Το κύριο μέλημά του για το βιβλίο, ήταν να βρει έναν παγανιστή ήρωα να τον ξαμολήσει σε μια πόλη Καθολικών, να κάνει τον Οδυσσέα, Δουβλινέζο. 

Δεν γινόταν να αναλάβει το ρόλο αυτό ο Στήβεν γιατί ήταν η ανώριμη persona του Τζόυς.
Ως ώριμη persona ο Τζόυς επέλεξε τον Λέοπολντ Μπλουμ.

Ο Τζόυς δεν είχε εξ αρχής σκεφτεί όλο του το βιβλίο! 

Στην πορεία σου έρχονται οι καλές ιδέες, δήλωσε.

Γνώριζε βέβαια ότι ο ήρωάς του έπρεπε να διατρέξει το Δουβλίνο σε μια σειρά επεισοδίων ανάλογων με εκείνων της Οδύσσειας, (δεκαοκτώ τελικά στον αριθμό).
 
Ο Τζόυς, τον σύγχρονο Οδυσσέα του, τον κάνει έναν άντρα (Εβραίο) που δεν είναι εκ φύσεως πολεμιστής, αλλά διαθέτει αδάμαστη σκέψη.

 Οι νίκες του Μπλουμ είναι διανοητικές, παρά τη διάχυτη σωματικότητα του βιβλίου.

Συχνά έχει ειπωθεί ότι σχέση Οδυσσέα και Μπλουμ είναι ισχνότερη από ότι της έχει αποδοθεί και ο Έζρα Πάουντ επιμένει ότι ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιήθηκε η Οδύσσεια ήταν απλά δομικός, για να ενοποιηθεί ένα έργο που ως ένα βαθμό εστερείτο πλοκής.

 Για τον Τζόυς όμως η αντιστοιχία ήταν σημαντική γιατί ο Μπλουμ από μία άποψη είναι ο Οδυσσέας: ένας άνθρωπος που αξίζει. 

Ο Τζόυς δεν τον εξυψώνει, αλλά τον κάνει κάτι το ιδιαίτερο.

 Είναι ένας πλασιέ, ο οποίος εκτός από την οικογένειά του δεν έχει καμιά επίδραση στον κόσμο γύρω του, παρόλα αυτά είναι ένας καλλιεργημένος πολύπλευρος άνθρωπος. Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος που αξίζει , μας λέει ο Τζόυς. 

Ο μονόλογός του είναι ένα μακρύ ποίημα, γεμάτος φράσεις ασύλληπτης έντασης. 

Όλη η ιστορία διαδραματίζεται στο Δουβλίνο , στους αληθινούς δρόμους του, σε μία μόνο μέρα, την 16η Ιουνίου 1904 (την ημέρα του πρώτου του ραντεβού με τη Νόρα).

 Ο Μπλουμ συναντάει τον νεαρό Στήβεν, που προσπαθεί να τον πείσει να σταματήσει το ποτό και γενικά προσπαθεί να τον βοηθήσει. 

Ο Μπλουμ αντιπροσωπεύει την κοινή λογική ενώ ο Σήβεν την οξύτατη νοημοσύνη.

 Εμείς διατρέχουμε την 16η Ιουνίου, κυρίως μέσα από τη συνείδηση του Μπλουμ.

Η μέρα αυτή λίγα χρόνια μετά την έκδοση του «Οδυσσέα» (και μέχρι σήμερα) έχει καθιερωθεί ως Bloomsday!

Την εποχή εκείνη, έχουμε στη Γαλλία την υπόθεση Ντρέυφους και αυτό ευαισθητοποιεί τον Τζόυς στο θέμα των Εβραίων.

Ο μονόλογος της Μόλλυ, συζύγου του Μπλουμ, στο τέλος του βιβλίου, με τις τεράστιες προτάσεις δείχνουν την άποψη του Τζόυς για τον τρόπο σκέψης των γυναικών, ως πλημμυρίδας. 

Το θέμα του Οδυσσέα είναι απλό και πραγματώνεται μέσω των χαρακτήρων του Μπλουμ, της Μόλλυ και του Στήβεν.

Η καλοσύνη εξουδετερώνει την ανεξέλεγκτη δύναμη. Στο τέλος νικά η ψυχή, μια λέξη την οποία ποτέ δεν αποποιήθηκε.

Στα τέλη του Ιουνίου 1915 ( ο Α Παγκόσμιος πόλεμος είχε ήδη αρχίσει), ο Τζόυς άφησε έπιπλα και βιβλία στο διαμέρισμά του στην Τεργέστη και ξεκίνησε με την οικογένειά του για την Ελβετία, η οποία ήταν κάτι περισσότερο από άσυλο: του έδωσε την ξεγνοιασιά που χρειάζονταν για να γράψει το μεγαλύτερο μέρος του πιο σημαντικού βιβλίου του, του «Οδυσσέα».

  Εξάλλου εκεί επέστρεψε και στη αρχή του επόμενου παγκοσμίου πολέμου, όπου και πέθανε.