Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Κεφάλαιο 3




Τη δεκαετία του ’60 έκανε πολύ κρύο στη Θεσσαλονίκη.

 Εγώ πάντως κρύωνα πολύ. 

Η μαμά έλεγε ότι κρύωνα επειδή ήμουν «πετσί και κόκκαλο». Αυτή η κουβέντα στοίχειωνε την παιδική μου ηλικία.

Όταν νύχτωνε και ειδικά όταν φύσαγε ο βαρδάρης τα δαχτυλάκια μου πάγωναν και έτσουζαν.
 Και η μύτη μου. 
Τότε τυλιγόμουν στην κουβέρτα τη γκρι που σε άλλους καιρούς καθόμασταν επάνω της, πάνω στην ψηλή καρέκλα.

 Στο περίπτερο έκανε πολύ κρύο.

 Τότε έκλεινα και το μπροστινό τζάμι μέχρι τη μέση, γιατί μετά ήταν οι τσίχλες ΙΟΝ φυλλαράκια και δεν έκλεινε παραπάνω. Και προσπαθούσα να ζεστάνω τα χέρια μου με την ανάσα των 30 κιλών μου.

 Δεν στενοχωριόμουν καθόλου για όλα αυτά τα παγωμένα, μάλιστα ένοιωθα ασφαλής μέσα στις λαμαρίνες του περιπτέρου, καθώς έφερνα στο νου, το αγαπημένο μου κοριτσάκι με τα σπίρτα από το παραμύθι, που δεν είχε σπίτι, ούτε μαμά και η γιαγιά της είχε μόλις πεθάνει.

Εγώ είχα απ’ όλα.

Τις φορές που κρύωνα ανέβαινα πάνω στην ψηλή καρέκλα, καθόμουν «κούτσουλα» και τυλιγόμουν με την γκρι κουβέρτα, που μύριζε.

 Ήταν από τις ελάχιστες φορές που δεν διάβαζα στο περίπτερο, μόνο κοίταζα πέρα από το τζάμι προς την Κολόμβου, λαχταρώντας να δω την όμορφη μορφή της μάνας, που μόλις την έβλεπα ζεσταινόμουν. 
Στ’ αλήθεια.

Καμιά φορά ερχόταν εκείνος ο ψηλός, τυλιγμένος με το παλτό του, καθόταν στην είσοδο του 21, με τα χέρια στις τσέπες και με κοιτούσε. Και γω φοβόμουν λίγο αλλά και χαιρόμουν γιατί είχα παρέα μέσα στο κρύο σούρουπο. Με το ένα του χέρι πάντα να τρέμει μέσα στην τσέπη του και γω να του χαμογελώ. «Κρυώνει κι αυτός», σκεφτόμουν. Ο καημένος. Όταν έφευγε δεν έτρεμε το χέρι του  πια.
Είχε ζεσταθεί. 
Στην είσοδο του ’21.
Στο Βαρδάρη. 
Τη δεκαετία του '60.

Μια φορά που η γιαγιά η Έφο ήρθε από το χωριό να μας δει, είπε στη μαμά ότι θα μου φτιάξει ένα κουβαδάκι με κάρβουνα να το παίρνω στο περίπτερο για  να μην κρυώνω.
Το κουβαδάκι το βρήκα εγώ.
Σ’ ένα μαγαζί κάποιοι μοίραζαν κουβαδάκια με «βούτυρο».

 Κάποιοι που τους έλεγαν «οι Αμερικάνοι». 

Τους αγαπούσα πολύ αν και μάλλον δεν έμεναν εκεί κοντά, καταλάβαινα. 

Η  γιαγιά μ’ έστελνε να παίρνω ό,τι δίνανε πότε-πότε γιατί η ίδια δεν πήγαινε «σ’ αυτούς».

 Όταν τέλειωνε το περιεχόμενό τους, η γιαγιά φύτευε στα κουτιά βασιλικό που έφερνε από το χωριό.

 Εκείνη τη φορά το έπλυνε, όπως στο χωριό τις κατσαρόλες: Έβαζε μέσα λίγο νερό και λίγο χώμα, τις έτριβε καλά-καλά με τα χέρια της και μετά τις ξέπλενε.

Μετά με ένα καρφί – που μ’ έβαλε να το ψάχνω σε όλη τη γειτονιά, ώσπου τελικά βρήκα, η τυχερή, ένα στραβό και σκουριασμένο κοντά στην παράγκα της κυρά-Δέσποινας - άνοιξε δυο τρύπες και πέρασε ένα σκουριασμένο σύρμα που είχε φυλαγμένο. Και εγένετο χερούλι.

Έτοιμο το κουβαδάκι.

Ήταν τέλειο.

Είχαμε μεγάλη χαρά και οι δύο.
 Εγώ είχα και περιέργεια να δω τι ήθελε τελικά η γιαγιά να κάνει.
 Έβαλε μέσα στάχτη και από πάνω κάρβουνα από τη σόμπα. Το σκέπασε με μια πέτρα πλακουτσωτή και μου λέει «Παρ' το και πήγαινε. Τώρα δεν θα κρυώνεις».

 Πράγματι, δεν κρύωνα πια τόσο πολύ.

Μια χαρά.

 Μόνο που κάθε φορά που σκάλιζε τη σόμπα η γιαγιά έλεγε, «Τι ωραία κάρβουνα! Αχ να τα είχε τώρα η Ελένη στο περίπτερο!». 

Η μαμά. 

Πενήντα χρόνια αργότερα, η ιστορία με το κουβαδάκι και τον παιδεραστή δεν μοιάζει καθόλου λυπητερή, συγκριτικά με όσα συμβαίνουν στον κόσμο σήμερα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου