Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Nόρα Μπάρνακλ: Η γυναίκα του Τζέημς Τζόυς


H Νόρα ντυμένη σαν νεαρή γυναίκα από τη νήσο Άραν, στο έργο του Τζων Συνγκ Καβαλλάρηδες στη Θάλασσα, το 1918.



Ήταν 10 Ιουνίου 1904 και ο Τζόυς κατηφόριζε την οδό Νάσαου στο Δουβλίνο, όταν πήρε το μάτι του μια ψηλή, όμορφη, κοκκινομάλλα νέα που περπατούσε γρήγορα κι αγέρωχα. Της μίλησε κι εκείνη του απάντησε τόσο άνετα ώστε αυτός συνέχισε. Τον είχε πάρει για ναυτικό και λόγω των γαλανών ματιών του είχε νομίσει ότι ήταν Σουηδός. Ο Τζόυς έμαθε πως η κοπέλα εργαζόταν στο ξενοδοχείο Φιν, μια αρκετά καλή πανσιόν, και από την προφορά της κατάλαβε ότι προέρχονταν από το Γκάλγουεϊ. 

Το όνομά της ελαφρώς αστείο, την έλεγαν Νόρα Μπάρνακλ
( Nora Barnacle, η λέξη barnacle σημαίνει πεταλίδα, αλλά και κολλιτσίδα και αγριόχηνα). Ο πατέρας του όταν αργότερα έμαθε το όνομά της είπε ευφυολογώντας, « Δεν πρόκειται να τον αφήσει ποτέ». Αφού κουβέντιασαν για λίγο συμφώνησαν να συναντηθούν μπροστά στο σπίτι του Σερ Γουίλιαμ Γουάιλντ, στις 14 Ιουνίου. Η Νόρα όμως δεν εμφανίστηκε και το καινούριο ραντεβού κανονίστηκε για τις 16 Ιουνίου 1904.

Η τοποθέτηση του Οδυσσέα στη συγκεκριμένη ημερομηνία αν μη τι άλλο δείχνει την αποφασιστική επίδραση που είχε στη ζωή του η σχέση του μ’ αυτήν τη γυναίκα. Ήταν ένας περίπου χρόνος μετά το θάνατο της μητέρας του. Αργότερα θα δηλώσει ότι η Νόρα τον έκανε άντρα. Mέχρι τότε ήταν ένας επαναστατημένος νέος.

Ο Τζόυς που έψαχνε το αξιοσημείωτο μέσα στο κοινότοπο, αποφάσισε ότι η Νόρα κάθε άλλο παρά συνηθισμένη ήταν. Δεν είχε καμία μόρφωση, είχε απλώς τελειώσει το δημοτικό σχολείο. Δεν καταλάβαινε από λογοτεχνία και δεν είχε ούτε την ικανότητα ούτε το ενδιαφέρον για αυτοανάλυση. Είχε όμως μεγάλη ευστροφία, χιούμορ και μια κλίση στον σαφή, λακωνικό λόγο.

Αυτή λοιπόν η νεαρή γυναίκα από το Γκάλγουέη σύντομα θα ένωνε τη ζωή της με ένα από τα πιο σπάνια μυαλά του εικοστού αιώνα. Όχι όμως με τα δεσμά του γάμου μέχρι τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια της συμβίωσής τους (παντρεύτηκαν το 1931 στο Λονδίνο ) όταν ο Τζόυς θέλησε να εξασφαλίσει τα παιδιά του. Της ζήτησε λοιπόν να τον ακολουθήσει στην Ευρώπη όπου προέβλεπε ότι θα μπορούσε να ζήσει με λιγότερο εκνευρισμό απ’ ότι στην Ιρλανδία στην οποία πίστευε ότι ούτε να ζήσει αλλά ούτε και να γράψει ελεύθερα μπορούσε.

Στάθηκε δίπλα του παρ’ όλη την ιδιόμορφη συμπεριφορά του και παρ’  όλο τον αλκοολισμό του. Αυτός ένιωθε τη σιγουριά που αναζητούσε  κοντά της και έδειχνε να μην νοιάζεται όταν αρνιόταν να διαβάσει τον Οδυσσέα του. Όμως θα το ήθελε πολύ. Όταν εκδηλώθηκαν τα ψυχολογικά προβλήματα της κόρης τους Λουτσία αυτήν είχαν στόχο οι παράλογες συμπεριφορές της. 

Κάποια φορά που είχαν μαλώσει είχε εξομολογηθεί στην αδερφή της πως θα ήταν καλύτερα να είχε παντρευτεί κάποιον απλό άνθρωπο σαν τον πατέρα τους. Όμως ήξερε πολύ καλά πόσο τυχερή ήταν που ζούσε δίπλα σε έναν καλλιτέχνη σαν αυτόν. 

Και πάλι όταν τα τελευταία χρόνια ο άντρας της ξενυχτούσε γράφοντας το Finnegans Wake και γελούσε από τους γρίφους που σκαρφίζονταν για να έχουν να ασχολούνται οι κριτικοί του μέλλοντος όπως έλεγε, του φώναζε « Τζιμ, σταμάτα να γελάς ή τουλάχιστον σταμάτα να γράφεις αυτό το βιβλίο».

Όπως και να ‘χει, αυτή η απλή γυναίκα στάθηκε δίπλα του στυλοβάτης όπου μπορούσε ο ποιητής να στηριχτεί όποτε το χρειάζονταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου