Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Ιστορία 5


Ησυχία. Τόση που να πονάνε τ'αυτιά σου. Ειδικά αν έζησες μια ζωή στην πόλη.

Εκείνο το πρωί, Τρίτη ήταν, μάλλον Απρίλιος, παλιά. Άκουγε την ανάσα του διπλανού του στο θρανίο. Όλοι οι συμμαθητές του προσπαθούσαν ν'αντιγράψουν το "Ἂννα, πέτα το τόπι". Αυτός με το μικροσκοπικό μολύβι στην πανέμορφη μυτούλα του, είχε φύγει από την τάξη. Διέσχιζε το λασπωμένο δρόμο που χώριζε το σχολείο από το χωράφι τους, πήγαινε στην καλύβα την μισοερειπωμένη, άνοιγε την πόρτα κι απελευθέρωνε το αρνάκι το μικρό. Τόχε κάνει πολλές φορές αυτό εκείνο το πρωί με το μυαλό του, με το μολύβι στη μυτούλα τη "γαλλική" και τα όμορφα πράσινα ματάκια του να χαίρονται και να λυπούνται εναλλάξ ανάλογα σε ποιο σημείο της ιστορίας βρίσκονταν.

Τον λύτρωσε το κουδούνι.
Έκανε τη διαδρομή με αληθινά βήματα μέσα στη λάσπη, που αν κι Απρίλιος στα ψηλά αυτά χωριά της Πίνδου ήταν παγωμένη ακόμα.
Άνοιξε την πόρτα της καλύβας και τρελάθηκε το αρνάκι!
Άνοιξη βλέπεις, κι ας ήταν κρύο, άνοιξη όμως.
Έτρεχε το αρνάκι στο χωράφι, έτρεχε κι αυτό.
Τι έγινε μετά, πού βρήκε τα σπίρτα, πώς έγινε, δε θυμάται λέει.
Όμως η καλύβα πήρε φωτιά.
Είπαν πως την έβαλε το μικρό.
Του κάνανε και δίκη!
Και δεν ξέρω πόσα χρόνια έφαγε, με αναστολή!

1 σχόλιο: